Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "λῖ" on this wiki. See also the other search results found.

  • Full diacritics: λῖ Medium diacritics: λῖ Low diacritics: λι Capitals: ΛΙ Transliteration A: lî Transliteration B: li Transliteration C: li Beta
    328 bytes (20 words) - 14:20, 30 December 2020
  • fixed acc. with unknown basic meaning. A form λῖ is cited from Epich. 223 (Str. 8, 364), and as 1. member in λι-πόνηρος λίαν πονηρός H.; also λήν λίαν H. The
    18 KB (1,972 words) - 18:57, 2 November 2021
  • το σιδηροδρομικό βαγόνι με κρεβάτια, κλινάμαξα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ξενικός όρος < γαλλ. wagon-lit «βαγόνι-κρεβάτι»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    321 bytes (23 words) - 07:00, 29 September 2017
  • v. *λίς.
    34 bytes (2 words) - 20:01, 9 August 2017
  • Click links below for lookup in third sources: λίαν πονηρός, Hsch.; cf. λῖ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works λιπόνηρος: «λίαν πονηρός»
    777 bytes (46 words) - 07:33, 29 September 2017
  • φθείρω οἰκτῑ΄ρω ὀτρῡ΄νω. Ἡ Αἰολικὴ αὕτη ἔκτασις ἐφαρμόζεται πάντοτε ἐπὶ τοῦ λι ἔνθα τὸ ἐκπεσὸν ι ἀφωμοιώθη τῷ λ καὶ παρήγαγε λλ, οἷον· *ἀλιος (Λατ. alius)
    3 KB (203 words) - 10:40, 5 August 2017
  • Mutter Erde, Aesch. Suppl. 867. 876. Vgl. die ähnl. kurzen Formen βᾶ, δῶ, λῖ. – Bei Theocr. 15, 89 Ausruf der Verwunderung. éol. et dor. c. μᾶτερ, μῆτερ
    3 KB (257 words) - 13:50, 14 September 2021
  • και ασφοδελός, ο και ασφοδε(ί)λι, το (Α ἀσφόδελος) το ποώδες φυτό ασφόδελος ο μικρόκαρπος, του οποίου όλα τα φύλλα είναι διατεταγμένα στη βάση του βλαστού
    910 bytes (74 words) - 11:10, 23 December 2018
  • für λιτί einen Metaplasmus annehmen; richtiger scheint ein nom. λίς oder λῖ, = λισσόν, λεῖον, anzunehmen, ein glattes, schlichtes Gewebe, ohne Stickerei
    11 KB (1,183 words) - 13:35, 30 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: [λῑ], τό, Dim. of δακτύλιος, A ring, IG11(2).161B119 (Delos, iii B. C.), BGU1104.13 (8 B.C.), PAmh.126
    4 KB (388 words) - 10:55, 20 July 2021
  • λίθῐνα: (λῐ) τά каменные изваяния Xen.
    92 bytes (6 words) - 23:33, 31 December 2018
  • καλλίνῑκον: (λῐ) τό победное торжество, слава победителя Pind.
    136 bytes (8 words) - 07:28, 31 December 2018
  • ποι-μήν εμφανίζεται βραχύφωνη δίφθογγος (νόμος Osthoff) και επίθημα -μην (πρβλ. λι-μήν, πυθ-μήν). Μακρόφωνος φωνηεντισμός -ω- με παρέκταση -y- μαρτυρείται στον
    4 KB (248 words) - 12:11, 28 March 2021
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λῐ: αχώριστο προθετικό μόριο με επιτατική δύναμη, που εμφανίζεται στο επίρρ. λίαν, λι-λαί-ομαι, λε-λί-ημαι.
    973 bytes (86 words) - 14:25, 23 August 2021
  • Θεσσαλία και στην Πάφο) αγορά 3. μτφ. η πηγή της γέννησης, η μήτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λι-μήν συνδέεται άμεσα με τη λ. λειμών και εμφανίζει επίθημα -μήν, -μένος (πρβλ
    3 KB (178 words) - 18:55, 23 August 2021
  • προέλθει μεγάλο αποτέλεσμα (Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πυθ-μήν (πρβλ. ποι-μήν, λι-μήν) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα bhudh- «έδαφος, πάτωμα», (με ανομοίωση τών δασέων)
    5 KB (397 words) - 13:00, 15 February 2019
  • 315Ε· λ. ἔχω γίγνεσθαί τι, ἐπιμόνως ἐπιθυμῶ νά..., αὐτόθι 335Β. (Πιθανῶς ἐκ √ ΛΙ, πρβλ. λίπτομαι, λιλαίομαι). [ῑ ἀείποτε. Blomf εἰς Αἰσχύλ. Πέρσ. 529· πρβλ
    8 KB (650 words) - 18:44, 31 August 2021
  • well mentioned in Pok.] Etymology: The primary formations λει-μών and λι-μήν (with λί-μν-η), which show both in stem as in suffix old ablaut (Schwyzer 521
    15 KB (1,599 words) - 13:45, 30 December 2020
  • 1 KB (0 words) - 17:19, 7 December 2018
  • lookup in third sources: [λῑ], ου, ὁ, A a digger, Luc.Tim.8. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works δῐκελλίτης: [λῑ], ου, ὁ, ὁ σκάπτων διὰ δικέλλης
    1 KB (96 words) - 00:45, 30 December 2020
  • λιθίνως βλέπειν πρός τινα, wie versteinert ansehen, Conv. 4, 24. λίθῐνος: [λῐ], -η, -ον, ὡσαύτως, ος, ον Ἀνθ. Π. 9. 719, Διογ. Λ. 2. 33· (λίθος) - πεποιημένος
    8 KB (808 words) - 16:56, 25 June 2021
  • Click links below for lookup in third sources: [λῑ], ον, A v. φίλος IV. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1278] ον, nur poet
    1 KB (86 words) - 14:00, 31 December 2020
  • β) συνοικία ή προάστιο της Σπάρτης γ) τοποθεσία στη Μεσσηνία. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. λί-μνη συνδέεται άμεσα με τη λ. λειμών και εμφανίζει επίθημα -μνη (πρβλ. στρω-μνή)
    13 KB (1,147 words) - 06:59, 29 August 2021
  • αρχική ΙΕ ρίζα lei- «βλεννώδης» με προθεματικό ἀ- και έρρινη παρέκταση (ἀ-λί-ν-ω). Με την ίδια ρίζα συνδέονται επίσης το λατ. lino «αλείφω» καθώς και το
    1,011 bytes (74 words) - 23:09, 29 December 2020
  • meaning; adducing λεκροί beside λικροί οἱ ὄζοι τῶν ἐλαφείων κεράτων, with further λί(γ)ξ πλάγιος H., and of λοξός slanting requires an orig. *λεκ-σ-ρ- (cf. Schwyzer
    7 KB (676 words) - 08:55, 1 November 2021
  • Personennamen 273, Herrn. 50, 317); λαισ- in λαίσπαις· βούπαις. Λευκάδιοι H.; λι- in λιπόνηρος· λίαν πονηρός H.; vgl. zu λίαν. Etymology : Verfehlte oder unsichere
    2 KB (175 words) - 18:45, 23 August 2021
  • outside Greek (Osc. limu famem is a loan.) A primary formation compared with λι-μός is suspected in λοι-μός pest (s.v.) in spite of the long ι; on further
    14 KB (1,266 words) - 14:30, 23 August 2021
  • ἐπίρρ. ἐν τῷ λίαν (Στράβ. 361 λέγει ὅτι ὁ Ἐπίχ. μετεχειρίζετο τὸ λὶ ἀντὶ τοῦ λίαν) λι-ὡσαύτως μένει ἐν τῷ συνθέτῳ λιπόνηρος, «λίαν πονηρὸς» παρ’ Ἡσυχ.
    3 KB (253 words) - 14:00, 30 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: [λῑ], τό, Dim. of κόλλιξ, Greg.Cor.p.549 S. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τὸ (AM)
    416 bytes (36 words) - 06:41, 29 September 2017
  • Αἰγιλιεύς, Ath.l.c., St.Byz., Sch.Theoc.l.c. 2 v. Αἴγιλα 1. Αἰγιλία: (λῑ) ἡ Plut., v. l. = Αἰγιαλία.
    438 bytes (48 words) - 09:00, 20 July 2021
  • 1 KB (0 words) - 17:10, 7 December 2018
  • 1 KB (0 words) - 17:10, 7 December 2018
  • 1 KB (0 words) - 17:10, 7 December 2018
  • see λί Od. 18.3.
    41 bytes (5 words) - 15:30, 15 August 2017
  • Click links below for lookup in third sources: [λῐ], η, ον, A made of honey, τὸν πρὸς χάριν λόγον ἔφη μελιτίνην ἀγχόνην εἶναι Diog. ap. D.L.6.51; στεφάνια
    2 KB (136 words) - 15:05, 23 August 2021
  • Click links below for lookup in third sources: [λῑ], α, ον, ko/llic-A shaped, ἄρτοι Ath.3.112f. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    1 KB (86 words) - 12:55, 30 December 2020
  • ετεροιωμένο το δεύτερο φωνήεν (πρβλ. παθ. παρακμ. ἔ-στρω-μαι) με επίθημα -μνη (πρβλ. λί-μνη, πλή-μνη)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    5 KB (420 words) - 09:50, 31 December 2020
  • σε Αριστοφ., Ανθ. 2. εξοργίζω — Παθ., εξοργίζομαι, σε Ανθ. χλιαίνω: (λῑ и λῐ) (fut. χλιᾰνῶ, aor. ἐχλίᾱνα и ἐχλίηνα) нагревать, согревать (ἑαυτόν Arph
    13 KB (1,189 words) - 17:10, 1 February 2021
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λίταργος: [ῐ], -ον (λι-), αυτός που τρέχει γρήγορα. λῐ́τ-αργος, ον [λι-] running quick.
    2 KB (122 words) - 09:10, 7 April 2021
  • 2) ἐπὶ ἀετοῦ, ἐπιπέτομαι ἐν κύκλῳ, ἐπὶ γῆν Διόδ. 16. 27. συγκῠλίομαι: (λῑ) 1) валяться, кататься (ἐπὶ δοραῖς θηρίων Diod.); 2) устремляться, описывая
    1 KB (88 words) - 12:15, 20 April 2021
  • (after WP. 2, 403 rhythmically lengthened). - Wrong Prellwitz Glotta 19, 89 f.: λι-παρής after the ancients (H. a. o.) "ἀπὸ τοῦ λίαν παρεῖναι". - On λιψουρία
    5 KB (538 words) - 14:20, 23 August 2021
  • αρχική ΙΕ ρίζα lei- «βλεννώδης» με προθεματικό ἀ- και έρρινη παρέκταση (ἀ-λί-ν-ω). Με την ίδια ρίζα συνδέονται επίσης το λατ. lino «αλείφω» καθώς και το
    2 KB (144 words) - 11:04, 31 January 2021
  • | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λίφαιμος: (λῐ) бескровный, обескровленный (σαρκῶν σύριγγες Emped.).
    1 KB (79 words) - 13:35, 30 December 2020
  • Theil des Hauses, Zimmer, Saal (bes. im obern Stockwerk), Od. 1, 333. 8, 458; λι θίνῳ ἔνδον τέγει, Pind. N. 3, 54; über τέγος Παρνάσιον P. 5, 39 s. Böckh;
    6 KB (585 words) - 18:45, 25 March 2021
  • Click links below for lookup in third sources: [λῐ], αντος, ὁ, mostly in plural κιλλίβαντες, A three-legged stand (Sch.Ar.Ach.1121, Hsch.), κιλλίβαντες
    5 KB (492 words) - 09:10, 31 October 2021
  • Click links below for lookup in third sources: [λῑ], ου, ὁ, A citizen of two cities, Man.5.291. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works δῐπολίτης:
    738 bytes (54 words) - 09:45, 20 July 2021
  • Click links below for lookup in third sources: [λῐ], ον, A fat on the surface, Alex.192. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite
    1 KB (83 words) - 17:00, 31 December 2020
  • ακόλαστος» και είναι τ. ενεστ. με επίθημα -ζω και διπλασιασμό: λιλαίομαι < λι-λάσ- jομαι. Ο τ. συνδέεται με τον τ. λάσται «πόρνες» και τους: αρχ. ινδ. lasati
    11 KB (1,066 words) - 11:45, 20 April 2021
  • από τη λ. στή-μων είτε με τη μηδενισμένη βαθμίδα του επιθήματος -μων (πρβλ. λί-μνη: λειμών) είτε με συγκοπή του φωνήεντος -ω-]. * Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (86 words) - 09:40, 31 December 2020
  • slang.gr | Κάτο λίτομαι: [ῐ], = λίσσομαι, σε Ομηρ. Ύμν., Ανθ. λίτομαι: (λῐ) Hom., HH, Arph., Anth. = λίσσομαι. λῐ́τομαι, = λίσσομαι, Hhymn., Anth.]
    2 KB (120 words) - 09:10, 7 April 2021

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)