Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος·
    12 KB (1,130 words) - 19:00, 30 December 2020
  • -α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Étymologie: πανοῦργος. from πανοῦργος; adroitness, i.e. (in a bad sense) trickery or sophistry: (cunning) craftiness, subtilty. πανουργίας, ἡ (πανοῦργος, which
    5 KB (535 words) - 19:03, 30 December 2020
  • P. and V. κακός, κακοῦργος, πανοῦργος, πάγκακος, πονηρός, αἰσχρός, μοχθηρός, φλαῦρος, φαῦλος. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    1 KB (75 words) - 16:00, 10 December 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    2 KB (153 words) - 20:37, 9 December 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, V. παντουργός. utterly bad: P. and V. πάγκακος, Ar. and P. παμπόνηρος. unfortunate:
    2 KB (157 words) - 18:57, 9 December 2020
  • V. διπλοῦς (Plato), P. ἀπατηλός. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, πυκνός (Plato), ἐπίτριπτος, V. παλιντριβής, μηχανορράφος, Ar. and V. δόλιος
    622 bytes (49 words) - 19:35, 9 December 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem.: V. δολῶπις
    504 bytes (40 words) - 19:30, 9 December 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato). V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    1 KB (87 words) - 16:00, 3 January 2021
  • wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.)
    3 KB (216 words) - 21:13, 9 December 2020
  • P. and V. πανοῦργος, ποικίλος (Plato), ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    537 bytes (42 words) - 15:55, 10 December 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός, Ar. and V. ἐπίτριπτος; see also cheat, rascal, rogue. servant: P. and V. ὑπηρέτης, ὁ
    559 bytes (50 words) - 09:00, 10 December 2020
  • crafty: P. and V. ἐπίτριπτος, πανοῦργος, Ar. and V. δόλιος; see crafty. on the sly: P. and V. λάθρα. ⇢ Look up "sly" on Perseus Dictionaries | Perseus
    379 bytes (36 words) - 11:29, 10 December 2020
  • P. and V. ποικίλος, πανοῦργος, δεινός, πυκνός (Plato), V. μηχανόρραφος, Ar. and V. αἱμύλος (also once in Plato). ⇢ Look up "artful" on Perseus Dictionaries
    401 bytes (35 words) - 18:50, 9 December 2020
  • -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, μιαρός; see villain, rascal. unhappy man: see wretched, adj. ⇢ Look up "wretch" on Perseus Dictionaries | Perseus
    330 bytes (33 words) - 15:55, 10 December 2020
  • P. and V. κακοῦργος, μοχθηρός, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. λεωργός, παντουργός. ⇢ Look up "knavish" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    337 bytes (27 words) - 09:00, 10 December 2020
  • Σοφ. παντουργός: Soph. = πανοῦργος. παντουργός -όν [~ πανοῦργος] tot alles in staat, misdadig. παντ-ουργός, όν = πανοῦργος, Soph.] παντουργός = rascally
    2 KB (181 words) - 19:00, 30 December 2020
  • κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. ill-doing: P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. spiteful: P. and V. φθονερός. ἐπίφθονος. malevolent: P. and
    1 KB (85 words) - 09:15, 10 December 2020
  • ἄδικος, οὐκ ὀρθός, V. ἔκδικος. wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος; see wicked. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    3 KB (276 words) - 15:59, 10 December 2020
  • Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Fragment), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. ⇢ Look up "scoundrel" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    466 bytes (41 words) - 11:20, 10 December 2020
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. ⇢ Look up "villain" on Perseus Dictionaries | Perseus
    282 bytes (32 words) - 15:45, 10 December 2020
  • P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. false, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. ⇢ Look up "fraudulent" on Perseus Dictionaries | Perseus
    384 bytes (33 words) - 20:45, 9 December 2020
  • P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "dishonest" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    307 bytes (26 words) - 20:15, 9 December 2020
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (329 words) - 19:10, 30 December 2020
  • P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. ⇢ Look up "rascally" on Perseus Dictionaries
    382 bytes (31 words) - 10:55, 10 December 2020
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • ill-doing = πανοῦργος, κακοῦργος, πανουργία, κακουργία ⇢ Look up "ill-doing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary |
    125 bytes (24 words) - 09:30, 23 May 2020
  • third sources: = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ
    736 bytes (47 words) - 17:48, 7 July 2020
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H. Cf. γάσος ὁ ἀπατέων
    601 bytes (59 words) - 18:30, 8 July 2020
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    32 KB (2,858 words) - 13:50, 1 January 2021
  • and V. ἄπιστος. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πυκνός (Plato), πανοῦργος. ⇢ Look up "shifty" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    497 bytes (40 words) - 11:25, 10 December 2020
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 22:10, 29 December 2020
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον) A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (310 words) - 15:30, 1 January 2021
  • adv. avec fourberie ou méchanceté. Étymologie: πανοῦργος. πανούργως: хитро, коварно Soph., Arph., Plut. πανούργως = basely, wickedly ⇢ Look up
    280 bytes (38 words) - 09:25, 4 July 2020
  • sources: πανοῦργος, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ
    539 bytes (35 words) - 18:55, 7 July 2020
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (693 words) - 15:05, 1 January 2021
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (437 words) - 10:15, 30 December 2020
  • P. and V. ποικίλος. πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός, Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (acc. in Plato), παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem. adj.: V. δολῶπις. ⇢ Look
    471 bytes (38 words) - 20:57, 9 December 2020
  • Sp., καὶ πανοῦργος ἀνήρ App. Syr. 24; δογμάτων, kundig, Plut. def. or. 23, Anspielung auf Hom. ἐπίκλοπος: -ον, (κλέπτω) κλεπτικός, πανοῦργος, κρυψίνους
    4 KB (363 words) - 17:30, 10 January 2019
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • ἐπίτριπτος: -ον, (ἐπιτρίβω), ὁ ἐπιτριβῆναι ἄξιος, πανοῦργος, δόλιος, τοὐπίτριπτον κίναδος, ἡ πανοῦργος ἀλώπηξ, Σοφ. Αἴ. 103, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 23· φθείρεσθ’
    5 KB (361 words) - 08:55, 1 January 2021
  • από μεγάλη ράτσα») 2. εκλεκτή γενιά («σκυλί ράτσας») 3. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. razza]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    450 bytes (33 words) - 12:25, 29 September 2017
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, or use rascal. ⇢ Look up "reprobate" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    261 bytes (27 words) - 11:10, 10 December 2020
  • τολμηρός, θρασύς, V. πάντολμος, παντότολμος. wicked: P. and V. κακός, πανοῦργος, πονηρός, V. παντουργός. reckless: P. and V. εὐχερής; see reckless. ⇢
    512 bytes (41 words) - 15:35, 10 December 2020
  • P. and V. κακοῦργος πανοῦργος, αἰσχρός, κακός, μιαρός, V. παντουργός, Ar. and P. παμπόνηρος. bad in quality: P. and V. φαῦλος, κακός, φλαῦρος, Ar. and
    550 bytes (44 words) - 15:50, 10 December 2020
  • ὁ, Α αυτός που ενώ είναι πανούργος, φαύλος, εμφανίζεται ως σοβαρός και σπουδαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεμνός + πανοῦργος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    363 bytes (25 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τινος Plat. Rep. V, 451 a; Sp. ἀπᾰτεών: -ῶνος, ὁ, ὁ ἐξαπατῶν, δόλιος, πανοῦργος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 808, Πλάτ. Πόλ. 451Α, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 27: ― ἐντεῦθεν, ἀπ
    2 KB (224 words) - 20:00, 31 December 2020
  • [ᾰ], -ον, ὁ τρὶς πανοῦργος, «τετραπέρατος», τὸν τριπάνουργον ἔρωτα Ἀνθ. Π. 12. 57. ος, ον : très perfide. Étymologie: τρεῖς, πανοῦργος. -ον, Α ο τρεις
    2 KB (98 words) - 13:20, 31 December 2020
  • ἴδε Ἀριστ. Σοφιστ. Ἔλεγχ. 25, 5· πρβλ. κλεπτίστατος. 2) καθόλου ἀπατεών, πανοῦργος, δόλιος (πρβλ. κλέπτω IV), Σοφ. Αἴ. 1135· κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης Δημ.
    5 KB (527 words) - 12:35, 30 December 2020

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)