Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνήθως" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συνήθως = (see also: συνήθης) customarily, habitually, in the usual way ⇢ Look up "συνήθως" on Google | Wiktionary | LSJ
    204 bytes (45 words) - 09:32, 4 July 2020
  • άρθρα, αγγελίες, διαφημίσεις και άλλη ύλη, που εκδίδεται και κυκλοφορεί συνήθως καθημερινά ή και κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα μσν.-αρχ. ημερολόγιο
    1 KB (96 words) - 07:15, 29 September 2017
  • το, Ν (γεωμορφ.) επίπεδη συλλεκτήρια λεκάνη που καλύπτεται συνήθως από αλατούχα εδάφη και οφείλει τη σχεδόν τέλεια ισοπέδωσή της σε διαδοχικές πλημμύρες
    811 bytes (57 words) - 12:04, 29 September 2017
  • συνήθως ἔχειν = be intimate with, be on familiar terms with ⇢ Look up "συνήθως ἔχειν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    89 bytes (32 words) - 21:40, 3 July 2020
  • χρησιμοποίηση πραγμάτων (κυρίως χρημάτων) 3. μοίρασμα περιουσίας, κληροδοσία (συνήθως με διαθήκη) 4. ψυχική ή σωματική κατάσταση, κέφι, όρεξη 5. τα αισθήματα
    1 KB (110 words) - 06:27, 29 September 2017
  • in the usual way: P. and V. εἰωθότως, P. συνήθως. for the most part: P. ὡς ἐπὶ πολύ. as usually happens: P. οἷα φιλεῖ γίγνεσθαι (Thuc. 7, 79). ⇢ Look
    432 bytes (45 words) - 15:35, 10 December 2020
  • σύνολο αθλητών που συνεργάζονται κατά τη διεξαγωγή ενός αθλήματος και φέρουν συνήθως ομοιόμορφη στολή με καθιερωμένο χρώμα και έμβλημα (α. «ομάδα καλαθόσφαιρας»
    8 KB (582 words) - 12:08, 29 September 2017
  • και νομικούς δεσμούς, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, το οποίο αποτελείται συνήθως από το ζεύγος, τα παιδιά ή και άλλους ανιόντες ή κατιόντες συγγενείς που
    3 KB (216 words) - 12:07, 29 September 2017
  • διατρυπά, διεισδυτικός 2. (για κρύο) τσουχτερός, δριμύς 3. (για φωνή) οξύς και συνήθως ενοχλητικός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    314 bytes (30 words) - 06:41, 29 September 2017
  • συντήρηση αρχαίων μνημείων») μσν. 1. τίτλος ανώτερων αξιωματούχων στο Βυζάντιο, συνήθως ο κόμις τών θείων πριονάτων, θησαυροφύλακας 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εἰδικόν
    1 KB (89 words) - 11:15, 14 January 2019
  • μέταλλο συνήθως πολύτιμο (ή από άλλο υλικό) σε σχήμα κρίκου με λίθο ή σφραγίδα, το οποίο φοριέται στην κάτω φάλαγγα τών δαχτύλων του χεριού, συνήθως στον
    903 bytes (74 words) - 07:03, 29 September 2017
  • καθώς και προς τα αντωνυμικά επίθ. πόσος, τόσος κ.λπ., με τα οποία η λ. συνήθως συνεκφέρεται. Ο αναβιβασμός του τόνου στο επίρρ. ἀκόμη οφείλεται επίσης
    2 KB (151 words) - 23:00, 29 December 2020
  • (Euripides, Iphigenia in Aulis 491). customarily: P. and V. εἰωθότως, P. συνήθως. ⇢ Look up "generally" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    965 bytes (95 words) - 13:30, 14 October 2021
  • αλιεία 2. (αθλ.) δραστηριότητα αναψυχής, με αντικείμενο τη σύλληψη ψαριών, συνήθως με καλαμίδι, με πετονιά ή με ψαροτούφεκο 3. μτφ. προσπάθεια για την απόσπαση
    549 bytes (46 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ίδρυση, θεμελίωση πόλεων («πόλεων οἰκισμοί», Πλάτ.) νεοελλ. 1. ανεξάρτητο συνήθως σύνολο πρόχειρων ή λιγοστών κατοικιών σε ορισμένο τόπο, συνοικισμός («αγροτικός
    866 bytes (62 words) - 12:08, 29 September 2017
  • μσν.- νεοελλ. αυτός που αγωνίζεται για την επικράτηση μιας ιδέας (λέγεται συνήθως για τους χριστιανούς μάρτυρες). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀθλῶ. ΠΑΡ. αθλητικός, αθλητισμός]
    785 bytes (57 words) - 22:40, 29 December 2020
  • μάζα αερίου, συνήθως μίγματος καυσίμου και αέρα, που αντιδρά, δηλαδή καίγεται, με πολύ μεγάλη ταχύτητα αποδίδοντας θεμότητα και, συνήθως, φωτεινή ακτινοβολία
    4 KB (269 words) - 12:50, 29 September 2017
  • (AM ἀποκοιμίζω) κάνω κάποιον να κοιμηθεί (συνήθως για τα βρέφη με το νανούρισμα) μσν.- νεοελλ. θανατώνω κάποιον νεοελλ. 1. καταφέρνω κάποιον ώστε να μη
    547 bytes (45 words) - 06:25, 29 September 2017
  • το (AM ἀττικόν) ψηλό στηθαίο αψίδων και κτηρίων (συνήθως με ανάγλυφες παραστάσεις ή επιγραφές) που χρησιμοποιήθηκε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους τόσο
    426 bytes (40 words) - 07:00, 29 September 2017
  • τάση, ενσυνείδητη ή υποσυνείδητη, για την εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης, συνήθως σε συνδυασμό με έλλειψη επαρκών αναστολών. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    484 bytes (38 words) - 12:15, 29 September 2017
  • «αδελφά πλοία» — πλοία που έχουν ναυπηγηθεί με τις ίδιες προδιαγραφές, έχουν συνήθως τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως μήκος, πλάτος, βύθισμα, ταχύτητα, μεταφορική
    8 KB (617 words) - 12:05, 29 September 2017
  • το αυτοπροωθούμενο (με δικό του κινητήρα) τετράτροχο, συνήθως, όχημα χερσαίων μεταφορών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση
    725 bytes (40 words) - 07:00, 29 September 2017
  • νεοελλ. πύον νεοελλ. φρ. 1. «άτονο έλκος» — δυσίατο έλκος τών κάτω άκρων συνήθως, που προκαλείται από διαταραχές κυκλοφοριακής ή νευρικής αιτιολογίας 2.
    2 KB (148 words) - 22:00, 29 December 2020
  • η συνήθως στον πληθ. διαπραγματεύσεις συζητήσεις μεταξύ ενδιαφερομένων ή τών εντολοδόχων τους για την επίτευξη συμφωνίας σε κάποιο θέμα. * Αναζήτηση σε:
    309 bytes (28 words) - 06:35, 29 September 2017
  • σημαντικό, δυσάρεστο συνήθως γεγονός με σοβαρές επιπτώσεις 3. «σατυρικόν δράμα» — θεατρικό έργο με εύθυμη υπόθεση, χορό που αποτελείται συνήθως από σατύρους,
    2 KB (166 words) - 07:05, 29 September 2017
  • III Adv. συνήθως, ἔχειν τινί to be acquainted, friendly with, D.37.26. 2 habitually, as is usual, συνήθως παρακολουθεῖν Aeschin.2.132; συνήθως ἐξαπατᾶσθαι
    14 KB (1,226 words) - 07:25, 29 August 2021
  • αποκρίνεται σε μια δεδομένη κατάσταση, όταν τα άλλα μέσα, τα οποία είναι συνήθως αποτελεσματικά, του είναι απαγορευμένα 3. (ψυχιατρ.) (κατά τον Φρόυντ) αρχαϊκή
    2 KB (151 words) - 12:33, 29 September 2017
  • επίρρ. (Α ἄλλοτε) (Ν και άλλοτες Μ και ἀλλότες) (για παρελθόν ή μέλλον, συνήθως επαναλαμβανόμενο) σε άλλο χρόνο, άλλη ώρα, άλλη περίσταση, άλλη φορά αρχ
    1 KB (111 words) - 21:50, 29 December 2020
  • η (AM διῶρυξ, ο, η) μεγάλο τεχνητό αυλάκι συνήθως πλωτό για την παροχέτευση υδάτων ή την αποκατάσταση της συγκοινωνίας μεταξύ θαλασσών ή ποταμών, κανάλι
    425 bytes (38 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ο δοχείο, συνήθως μετάλλινο, για άντληση και μεταφορά ύδατος, κάδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kova]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    288 bytes (22 words) - 07:25, 29 September 2017
  • βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ. * Αναζήτηση σε: Google
    364 bytes (39 words) - 06:25, 29 September 2017
  • Γιουγκιδών (βούρλα). Περιλαμβάνει φυτά ποώδη, σπανίως θαμνώδη ή δενδρώδη, συνήθως με ρίζωμα και βλαστό καλαμοειδή. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    457 bytes (39 words) - 06:18, 29 September 2017
  • Αγρωστωδών και άλλων οικογενειών, ετήσια ή διετή τών οποίων οι σπόροι αποτελούν, συνήθως αλεσμένοι, βασικό είδος διατροφής του ανθρώπου και πολλών ζώων, σιτηρά (στάρι
    682 bytes (58 words) - 07:03, 29 September 2017
  • νημάτων στις θέσεις που τους δόθηκαν κατά την ύφανση και πραγματοποιείται συνήθως με ατμό και πρεσάρισμα του υφάσματος 2. (φωτογρ.) επεξεργασία του φωτογραφικού
    1 KB (83 words) - 12:32, 29 September 2017
  • το / ποτήριον, ΝΜΑ, και ποτίρριον Α ποτήρ 1. δοχείο, συνήθως γυάλινο, με το οποίο πίνει κανείς ένα υγρό 2. η ποσότητα υγρού που περιέχει ένα τέτοιο δοχείο
    4 KB (287 words) - 15:20, 27 March 2021
  • το / χωρίον, ΝΜΑ χώρα / χῶρος μτφ. σύντομο, συνήθως αυτοτελές, απόσπασμα κειμένου, περικοπή αρχ. 1. ιδιαίτερος τόπος, περιοχή («ὡς τοῡτ' ἀληθῶς Ἀττικὸν
    1 KB (94 words) - 12:15, 28 March 2021
  • μορφή τών ζωικών οργανισμών, ενδιάμεση μεταξύ εμβρύου και τέλειου ατόμου, συνήθως ενήλικου στα περισσότερα ασπόνδυλα ζώα και σε πολλά κατώτερα σπονδυλόζωα
    676 bytes (50 words) - 12:22, 29 September 2017
  • ) πώληση αγαθών, συνήθως μικρής ποσότητας, και υπηρεσιών στους καταναλωτές στ) «πώληση χονδρική» (οικον.) πώληση εμπορευμάτων, συνήθως σε μεγάλες ποσότητες
    5 KB (368 words) - 12:25, 29 September 2017
  • το / ποίμνιον, ΝΜΑ ποίμνη 1. πλήθος από ζώα, συνήθως αιγοπρόβατα και βοοειδή, που ζουν μαζί, ποίμνη, αγέλη, κοπάδι 2. μτφ. το σύνολο τών χριστιανών νεοελλ
    542 bytes (47 words) - 12:19, 29 September 2017
  • θύσανος από φτερά, τρίχες ή νήματα στο πηλήκιο ορισμένων, στρατιωτικών συνήθως, στολών. [ΕΤΥΜΟΛ. < λόφιον, υποκορ. του λόφος «λοφίο (πτηνού)»]. * Αναζήτηση
    989 bytes (73 words) - 07:34, 29 September 2017
  • κατακρημνίσματος υπό μορφή σκληρών κόκκων πάγου, του οποίου η πτώση συνοδεύει συνήθως τις καταιγίδες. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    344 bytes (32 words) - 12:54, 29 September 2017
  • οικονομικών («πρώτος λόρδος του θησαυροφυλακίου» — τίτλος ο οποίος δίνεται συνήθως στον πρωθυπουργό στην Αγγλία). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    608 bytes (46 words) - 07:17, 29 September 2017
  • κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται μόνος του με επιρρηματική σημασία συνήθως ως απάντηση σε ερώτηση και σημαίνει «βέβαια», «αναμφισβήτητα», «αναντίρρητα»
    11 KB (864 words) - 23:10, 29 December 2020
  • κινήσεων») 4. τα οπίσθια, η πυγή, ο πρωκτός νεοελλ. 1. κάθισμα πάνω σε βάθρο συνήθως με γραφείο («έδρα καθηγητή, δασκάλου») 2. θέση, αξίωμα καθηγητή ανώτερης
    3 KB (202 words) - 22:03, 29 December 2020
  • φρούτο») 3. φρ. «τί φρούτο είναι πάλι αυτό;» ειρων. δηλώνει δυσάρεστη, συνήθως, έκπληξη μπροστά σε κάτι απροσδόκητο που προκύπτει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. frutto
    635 bytes (43 words) - 12:54, 29 September 2017
  • το σχολιασμός, συνήθως κακόβουλος, πράξεων ή υποθέσεων τρίτων. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. του ρ. κουτσομπολιάζω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    282 bytes (23 words) - 07:25, 29 September 2017
  • συνολικά γ) «ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος» ή «ὡς κατὰ τὸ πλῆθος» — ως επί το πλείστον, συνήθως. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. πλη- του πίμ-πλη-μι και εμφανίζει
    3 KB (277 words) - 12:15, 28 March 2021
  • οἰκεῖος, γνώριμος. συνήθης. be intimate with: P. γνωρίμως ἔχειν (dat.), συνήθως ἔχειν (dat.), χρῆσθαι (dat.). Use adj. hint: P. παραδηλοῦν, ὑποσημαίνειν;
    533 bytes (42 words) - 08:50, 10 December 2020
  • από αυτό που της έκανα») 2. σέβομαι κάποιον, αισθάνομαι δέος για κάποιον, συνήθως μεγαλύτερο σε ηλικία ή ανώτερο σε αξίωμα («ντρέπομαι τον πατέρα μου») 3
    1 KB (78 words) - 12:03, 29 September 2017
  • το (Α αἴνιγμα) 1. φράση, στίχος ή δίστιχο που συνήθως καλύπτει με περιφράσεις και παρομοιώσεις κάποια έννοια, την οποία καλείται κάποιος να ανακαλύψει
    1 KB (74 words) - 22:05, 29 December 2020

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)