Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τρόμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • τρεμούλιασμα, 1) ὁ ἐκ φόβου τρόμος, «τρεμοῦλα», πάντας ἕλε τρόμος Ἰλ. Τ. 14· ὑπὸ δὲ τρόμος ἔλλαβε γυῖα Γ. 34, κλπ.· τρόμος μ’ ὑφέρπει Αἰσχύλ. Χο. 464,
    9 KB (792 words) - 14:40, 3 October 2019
  • το ίδιο το απροσδόκητο γεγονός, ιδίως ευχάριστο αρχ.-μσν. 1. κατάπληξη, τρόμος 2. θαυμασμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    535 bytes (42 words) - 06:40, 29 September 2017
  • η, Ν 1. ζωηρός και αιφνίδιος φόβος, τρόμος («ανήσυχου ονείρου τρομάρα», Σολωμ.) 2. φρ. α) «τρομάρα σου!» (ειρωνικά) δυστυχία σου! β) «τρομάρα στα μπατζάκια
    695 bytes (48 words) - 12:51, 29 September 2017
  • φόβος, ὁ, ἔκπληξις, ἡ, ὀρρωδία. ἡ, δεῖμα, τό, δέος, τό, V. τάρβος, τό, τρόμος, ὁ (also Plat. but rare P.). hesitation: P. and V. ὄκνος, ὁ. have no fear
    1 KB (169 words) - 13:54, 19 September 2019
  • το / ῥῑγος, ΝΜΑ ιατρ. παροδικός τρόμος, τρεμούλα, που οφείλεται σε αίσθημα ψύχους και εμφανίζεται όταν ο οργανισμός υποβάλλεται σε απότομη πτώση της θερμοκρασίας
    1 KB (111 words) - 12:26, 29 September 2017
  • adj. Ar. and V. τρομερός. subs. Trembling: P. and V. τρόμος, ὁ. Shaking with cold: P. ῥῖγος, τό; see quaking. Look up shaking on Perseus | Wiktionary
    292 bytes (32 words) - 10:01, 21 July 2017
  • subs. Case to hold arrows: P. and V. φαρέτρα, ἡ (Plat.). Shaking: P. and V. τρόμος, ὁ. Convulsion: P. and V. σπασμός, ὁ, P. σφαδασμός, ὁ, V. σπαραγμός, ὁ.
    689 bytes (71 words) - 09:49, 21 July 2017
  • τρεμουλιαστή κίνηση, τρεμούλιασμα 2. ρίγος από κρύο, ανατριχίλα 3. μεγάλος φόβος, τρόμος («μόλις σκοτεινιάσει, τήν πιάνει τρεμούλα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρέμω + κατάλ. -ούλα
    569 bytes (36 words) - 12:47, 29 September 2017
  • subs. P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.). Shiver: P. and V. φρίκη, ἡ (Plat. and Eur., Tro. 1026); see shiver. Of the earth: P. and V. σεισμός, ὁ. adj. Ar. and
    363 bytes (45 words) - 10:07, 21 July 2017
  • φόβος, ὁ, ἔκπληξις, ἡ, ὀρρωδία, ἡ, δεῖμα, τό, δέος, τό, V. τάρβος, τό, τρόμος, ὁ (also Plat. but rare P.). Look up fright on Perseus | Wiktionary | Wikipedia
    304 bytes (36 words) - 09:41, 21 July 2017
  • συνεχείς παλμικές κινήσεις, τρεμούλα 2. ρίγος, ανατριχίλα 3. μεγάλος φόβος, τρόμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    374 bytes (31 words) - 12:46, 29 September 2017
  • τρέμει ολόκληρος, σε όλο το σώμα του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ολ(ο)- + -τρόμος (< τρόμος), πρβλ. κατά-τρομος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    404 bytes (28 words) - 12:08, 29 September 2017
  • Shudder at: use verbs given with the acc. or use fear. subs. P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.), φρίκη, ἡ (Plat. and Eur., Tro. 1026). Look up shudder on Perseus
    415 bytes (54 words) - 10:02, 21 July 2017
  • δεῑμα, το (Α) 1. φόβος, τρόμος («δεῑμα φέρων Δαναοῑσι» — προκαλώντας τρόμο στους Δαναούς) 2. ό,τι προκαλεί φόβο, φόβητρο («ἐκ δείματος τοῦ νυκτέρου» —
    1 KB (66 words) - 12:22, 15 February 2019
  • particul. tremblant de crainte; 2 qui fait trembler, terrible. Étymologie: τρόμος. -ή, -ό / τρομερός,-ά, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -ος, Α αυτός που προξενεί τρόμο
    5 KB (342 words) - 11:20, 10 January 2019
  • φρίσσειν, V. τρέσαι (aor. of τρεῖν, also Plat. but rare P.). subs. P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.), φρίκη, ἡ (Plat. and Eur., Tro. 1026). Shiver from cold: P. ῥῖγος
    1,015 bytes (107 words) - 10:02, 21 July 2017
  •    A limb, Hom., always pl., in phrases such as γυῖα λέλυντο Il.13.85; ὑπὸ τρόμος ἔλλαβε γυῖα 14.506; ὅπποτέ κέν μιν γυῖα λάβῃ κάματος 4.230, etc., cf. A
    14 KB (1,362 words) - 20:38, 9 January 2019
  • μεταβ., ὡς καὶ νῦν, κάμνω τινὰ νὰ τρέμῃ, ἐκφοβῶ, Βυζ. ΝΜΑ, και τρομάσσω ΝΜ τρόμος 1. προκαλώ σε κάποιον αιφνίδιο και ζωηρό φόβο (α. «τήν τρομάζουν οι θόρυβοι
    2 KB (156 words) - 12:45, 29 September 2017
  • 2. (κατ' επέκτ.) ασταθής. επίρρ... τρομῶς Α με τρεμούλιασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος, με καταβιβασμό του τόνου]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    967 bytes (49 words) - 12:55, 29 September 2017
  • subs. P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.). Of the earth: P. and V. σεισμός, ὁ; see earthquake. adj. Ar. and V. τρομερός. Look up quaking on Perseus | Wiktionary
    273 bytes (34 words) - 09:49, 21 July 2017
  • noch über die Ableitung Plut. de superst. 3. τάρβος: -εος, τό, φόβος, τρόμος, Ἰλ. Ω. 152, 181, Τραγικ., κλπ.· περίφοβόν μ’ ἔχει τ. Αἰσχύλ. Ἱκ. 736· ἐν
    6 KB (467 words) - 10:30, 20 January 2019
  • επιθ. χλωρός με μια από τις λ. ωμός με σημ. «ασθενής, αδρανής», χρώμα ή τρόμος, άποψη η οποία, όμως, δεν θεωρείται πιθανή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (169 words) - 11:30, 14 January 2019
  • ἔκδ. Dietz. Osann. ης, ες : tremblant. Étymologie: τρόμος, -ωδης. -ες / τρομώδης, -ῶδες, ΝΑ τρόμος αυτός που εμφανίζει ταχεία παλμική κίνηση, τρεμουλιαστός
    3 KB (192 words) - 10:32, 31 December 2018
  • ἐμὲ καὶ τουτονὶ ἵνα σʼ εὖ ποιῶμεν ἐξ ἴσου (Eq. 1159). Shudder: P. and V. τρόμος, ὁ. Give one a start: use P. and V. ἔκπληξιν παρέχειν (dat.). Look up start
    3 KB (348 words) - 16:59, 7 August 2017
  • -ατος, τό (δείδω), I. φόβος, τρόμος, κατάπληξη, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ. II. φόβητρο, σκιάχτρο, αντικείμενο του φόβου, τρόμος, φρίκη· ὦπῦρ σὺ καὶ πᾶν δ.
    13 KB (1,276 words) - 14:35, 2 October 2019
  • και ριπιτίδι, το, και ριπιτίδα, η, Ν φόβος, τρόμος 2. φρ. «του πήγε [ή τον πήγε] ριπιτί» — φοβήθηκε πάρα πολύ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    255 bytes (29 words) - 12:26, 29 September 2017
  • βουλεύσῃς κακόν E.Med.317. ὀρρωδία: Ἰων. ἀρρωδίη, ἡ, (ὀρρωδέω) φόβος, τρόμος, Ἡρόδ. 7. 173, Εὐρ. Φοίν. 1389, κτλ.· τοὺς Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀρρ
    2 KB (191 words) - 04:50, 10 January 2019
  • subs. Trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.). Weakness: P. ἀρρωστία, ἡ. Look up palsy on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    230 bytes (24 words) - 09:48, 21 July 2017
  • ολόκληρο το σώμα 4. πληθ. γυῑα, τα α) τα μέλη του σώματος («γυῑα λέλυντο», «τρόμος, κάματος λάβε γυῑα») β) τα χέρια 5. φρ. α) «γυῑα ποδῶν» — τα πόδια β) «μητρός
    2 KB (128 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Inscrr. as IG12(2).6.33 (Pass., Lesbos); ἄγρει δ' οἶνον ἐρυθρόν Archil.4.3; τρόμος παῖσαν ἄγρει Sapph.2.14, cf. Thgn.294; ἀγρεῖ πόλιν captures, A.Ag.126 (lyr
    6 KB (514 words) - 11:20, 10 January 2019
  • ἐμβάλλειν Ἡρόδ. 7. 10, 5· ἐν τῷ γινομένῳ φ. ὁ αὐτ. 9. 69· ― εἶτα καθόλου, φόβος, τρόμος, κυρίως δὲ ἡ ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις αὐτοῦ, ὅθεν καὶ διαστέλλεται ἀπὸ τοῦ δέος
    38 KB (3,667 words) - 13:28, 20 October 2019
  • εισβολή, επίθεση νεοελλ. 1. απροσδόκητη εμφάνιση 2. έκπληξη, ξάφνιασμα, τρόμος από κάτι απρόοπτο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    501 bytes (36 words) - 06:34, 29 September 2017
  • σωματικής ή ψυχολογικής βίας 2. μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κράτης (< κράτος), πρβλ. δημο-κράτης. Η λ., στον λόγιο τ. του πληθ. τρομοκράται
    773 bytes (56 words) - 12:44, 29 September 2017
  •    II of involuntary feelings, come upon, steal over one, c. acc., Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα Il.7.215, 20.44; φρίκης αὐτὸν ὑπελθούσης Hdt.6.134; ὥς
    20 KB (1,675 words) - 02:10, 10 January 2019
  • auch m. ὑπο-, περι-, ἀμφι-, Derivative: Davon τρόμος m. Zittern, Beben, Furcht, Angst (seit Il.) mit τρομός zitternd (E. Fr. 876), -ερός (Sapph., E., A.
    13 KB (1,254 words) - 14:25, 3 October 2019
  • Πολυδ. Ε΄, 61· ἐν τῇ θαλάσσῃ Εὐαγγ. κ. Ματθ. η΄ 24. ― Καθ’ Ησύχ.: «σεισμός· τρόμος». οῦ (ὁ) : ébranlement, commotion : σεισμὸς γῆς THC, σεισμὸς χθονός EUR
    8 KB (668 words) - 14:25, 3 October 2019
  • τὸ ἐκπλήττεσθαι, ὡς καὶ νῦν, Ἱππ. π. Ἀέρ. 290, Πλάτ., κτλ.· ἔκπλ. κακῶν, τρόμος προερχόμενος ἐκ δυστυχημάτων, Αἰσχύλ. Πέρσ. 606 (ἴδε ἐν λέξει ἀφασία)· ἔκπλ
    6 KB (584 words) - 21:05, 20 August 2019
  • ὁ,    A = τρόμος, Hp.Morb.1.24 (cod. θ), Erot.; cf. τέτρομος. ὁ, Α τρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τραμ- του θ. τρεμ- του ρ.
    996 bytes (55 words) - 16:00, 2 October 2019
  • περίοδος από τον Σεπτέμβριο 1793 μέχρι τις 27 Ιουλίου 1794). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κρατία (< -κράτης < κράτος), πρβλ. δημο-κρατία. Η λ. μαρτυρείται από
    2 KB (109 words) - 12:58, 29 September 2017
  • Sym.M.77.1401A. Source: ἔντρομος from ἐν and τρόμος; terrified: X quake, X trembled. ἐντρομον (τρόμος, cf. ἔμφοβος), trembling, terrified: ἔντρομος
    4 KB (411 words) - 13:30, 3 October 2019
  • η, Ν ιατρ. κληρονομικός ιδιοπαθής τρόμος τών άκρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -φιλία (< -φίλος < φίλος), πρβλ. αιμο-φιλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    455 bytes (25 words) - 12:48, 29 September 2017
  • in apposition with pl. Noun or Pron., which expresses the whole, Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα ἕκαστον Il.7.215 ; ὔμμι..ἑκάστῳ 15.109 ; αἱ δὲ γυναῖκες
    48 KB (5,300 words) - 14:05, 3 October 2019
  •    A = τρόμος, Hp. ap. Gal.19.146, A.D.Pron.58.12, Hdn. Gr.2.190, Hsch.; cf. τέτραμος. [Seite 1100] ὁ, = τρόμος, Gramm. τέτρομος: ὁ, = τρόμος, Ἀπολλών
    1,000 bytes (58 words) - 12:57, 29 September 2017
  • -έω, Α τρόμος 1. τρέμω, ιδίως από φόβο, τρομάζω 2. (με απρμφ.) φοβάμαι να πράξω κάτι 3. (το ενεργ. και μέσ.) (με αιτ.) τρέμω μπροστά σε κάποιον, τον φοβάμαι
    374 bytes (39 words) - 12:58, 29 September 2017
  •    A = δεινός, dread, horrible, freq. in Hom., of feelings, ἄχος, χόλος, τρόμος, κάματος, ὀϊζύς, Il.4.169, 22.94, 7.215, 10.312, Od.15.342; of states and
    9 KB (873 words) - 13:55, 2 October 2019
  • πανικός», Διόδ. Σικ.) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο πανικός α) έντονος φόβος, τρόμος εξαιτίας υπαρκτού ή αναμενόμενου κινδύνου, που καταλαμβάνει άτομο ή ομάδα
    2 KB (199 words) - 11:12, 14 January 2019
  • -έω, Α εμπνέω τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -ποιῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    229 bytes (16 words) - 12:55, 29 September 2017
  • of involuntary feelings, steal upon, come over, χαρά μ' ὑφέρπει A.Ag.270; τρόμος μ' ὑ. Id.Ch.463 (lyr.). ὑφέρπω: μέλλ. -ερπύσω· (ἴδε τὸ ῥῆμα ἕρπω). Ἕρπω
    6 KB (427 words) - 02:24, 10 January 2019
  • 32C· φοβερώτατον ἐρημία Ξεν. Ἀν. 2. 5, 9· ― ὡσαύτως, τὸ φ., ὁ φόβος, ὁ τρόμος, ὁ κίνδυνος, ὁ αὐτ. ἐν Λακ. Πολ. 9. 1· τὰ φ. Πλάτ. Φίληβ. 49Β· τῶν φοβερῶν
    21 KB (1,756 words) - 14:45, 3 October 2019
  • qch ; avec un inf., craindre de; Moy. τρομέομαι-οῦμαι m. sign. Étymologie: τρόμος. mid. opt. 3 pl. τρομεοίατο: tremble with fear, quake, φρένες, Il. 15
    7 KB (636 words) - 01:55, 10 January 2019

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)