Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φθέγμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Schall; Pind. αἴσιον βροντᾶς φθέγμα P. 4, 198; φθέγματι μαλθακῷ 8, 32; κλύεις φθέγμα τᾶς βούκερω παρθένου; Aesch. Prom. 590, φθέγμα δ' ἐξαίφνης τινὸς θώϋξεν
    8 KB (637 words) - 15:14, 3 February 2019
  • subs. P. and V. φωνή, ἡ, φθέγμα, τό (Plat.), φθόγγος, ὁ (Plat.), V. φθογγή, ἡ, αὐδή, ἡ, φώνημα, τό, γήρυμα, τό, Ar. and V. γῆρυς, ἡ, ἠχώ, ἡ; see sound
    2 KB (197 words) - 11:01, 7 August 2017
  • Shouting, din: P. and V. θόρυβος, ὁ, V. κέλαδος, ὁ. Voice: P. and V. φωνή, ἡ, φθέγμα, τό (Plat. but rare P.); see voice. Cry of triumph: P. and V. παιάν, ὁ,
    2 KB (227 words) - 09:26, 21 July 2017
  • subs. Articulate sound: P. and V. φωνή, ἡ, φθέγμα, τό, V. φώνημα, τό; see voice. Word: P. and V. λόγος, ὁ, ῥῆμα, τό, ῥῆσις, ἡ; see word. Language: P. and
    1 KB (131 words) - 10:03, 21 July 2017
  • subs. Shout: P. and V. βοή, ἡ; see cry. Voice: P. and V. φωνή, ἡ. φθέγμα, τό (rare P. Word: P. and V. λόγος, ὁ. Look up exclamation on Perseus Dictionaries
    303 bytes (42 words) - 09:39, 21 July 2017
  • μολπηδόν (Aesch., Pers. 389). Strain: Ar. and P. νόμος, ὁ. Of birds: P. and V. φθέγμα, τά, φθόγγος, ὁ, φθογγή, ἡ. Song of victory: P. and V. παιάν, ὁ , see paean
    709 bytes (87 words) - 11:45, 7 August 2017
  • βοή, ἡ, P. θροῦς, ὁ, V. κέλαδος, ὁ; see shout. Noice of animals: P. and V. φθέγμα, τό (Plat.), φθόγγος, ὁ (Plat.), V. βοή, ἡ, φθογγή, ἡ. Inarticulate sound:
    869 bytes (113 words) - 09:47, 21 July 2017
  • and V. βόαμα τό. Voice: P. and V. φωνή, ἡ, φθέγμα, τό (rare P.); see voice. Of animals: P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ, V. φθογγή, ἡ, βοή, ἡ, κλαγγή
    1 KB (132 words) - 10:00, 21 July 2017
  • subs. Way of speaking: P. λέξις, ἡ. Voice: P. and V. φωνή, ἡ, φθέγμα, τό, V. φώνημα, τό; see voice. Speech: P. and V. λόγος, ὁ, ῥῆμα, τό, ῥῆσις, ἡ; see
    520 bytes (61 words) - 10:08, 21 July 2017
  • subs. Made by any animal: P. and V. φωνή, ἡ, φθόγγος, ὁ (Plat.), φθέγμα, τό (Plat.), V. φθογγή, ἡ, ἠχώ, ἡ; see voice. inarticulate P. and V. ψόφος, ὁ,
    3 KB (362 words) - 10:04, 21 July 2017
  • αὐλεῖται δὲ πᾶν μέλαθρον (Eur., I.T. 367). Song of birds: use P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ, V. φθογγή, ἡ. v. intrans. Play the pipe: P. and V. αὐλεῖν
    1 KB (146 words) - 13:54, 7 August 2017
  • Ar. κόραξ, ὁ, κορώνη, ἡ. Sound made by a cock: use P. and V. φθόγγος, ὁ, φθέγμα, τό, V. φθογγή, ἡ. v. intrans. Ar. and P. ᾄδειν, Ar. φθέγγεσθαι (Eccles
    451 bytes (58 words) - 17:56, 24 February 2019
  • also in mid.). subs. Bellow: V. μύκημα, τό. Noise of animals: P. and V. φθέγμα, τό (Plat.), φθόγγος, ὁ (Plat.), V. βοή, ἡ, φθογγή, ἡ. Shout: P. and V.
    1 KB (149 words) - 09:50, 21 July 2017
  • ἐκβρυχᾶσθαι, P. ἀναβρυχᾶσθαι (Plat.); see shout. subs. V. μύκημα, τό, P. and V. φθέγμα, τό; see shout. Look up bellow on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    396 bytes (53 words) - 09:22, 21 July 2017
  • κράζειν), κρώζειν, or use P. and V. φθέγγεσθαι. subs. Use P. and V. φθόγγος, ὁ, φθέγμα, τό, V. φθογγή, ἡ. Sound of croaking: Ar. βρεκεκέκεξ; see Ran. 209. Look
    400 bytes (51 words) - 09:26, 21 July 2017
  • subs. Of an ass: use P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ, V. φθογγή, ἡ. Of a trumpet: see blare. v. trans. In a mortar: Ar. and P. τρίβειν. V. intrans. Of
    492 bytes (62 words) - 09:23, 21 July 2017
  • subs. Use P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ, V. φθογγή, ἡ. Charlatan: P. and V. γόης, ὁ, μάγος, ὁ, ἀγύρτης, ὁ. Fem., V. ἀγύρτρια, ἡ, Ar. φέναξ, ὁ, Ar. and
    625 bytes (74 words) - 09:49, 21 July 2017
  • ἀϋτή, ἡ, κωκυτός, ὁ, κωκύματα, τά; see cry, groan. Of animals: P. and V. φθέγμα, τό (Plat.), φθόγγος, ὁ (Plat.), V. φθογγή. ἡ, βοή. ἡ. Noise: P. and V.
    829 bytes (95 words) - 09:43, 21 July 2017
  • φθέγγεσθαι, V. κλάζειν. subs. P. and V. ψόφος, ὁ. Squeak of an animal: P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ; see cry. Look up squeak on Perseus Dictionaries | Perseus
    383 bytes (52 words) - 10:03, 21 July 2017
  • τυραννικόν Id.R.573b, X. Lac.15.8: pl., Hdt.9.54.    2 thought, purpose, will, φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φ. S.Ant.354 (lyr.); ψυχὴ καὶ φ. καὶ γνώμη ib.176, cf. 207;
    17 KB (1,377 words) - 14:45, 3 October 2019
  • παράδοξος, όμοιος με τέρας, σε Αριστοφ., Πλάτ. τερᾰτώδης: 1) чудесный (τὸ φθέγμα Arph.); 2) изумительный, диковинный: οἱ εἰς σοφίαν τερατώδεις ἄνθρωποι Plat
    5 KB (350 words) - 11:10, 10 January 2019
  • 852; οἶνος ὡς -ώτατος mild, weak, Hp.Morb.2.44; μ. φωνά, ἀοιδά, κοινωνία, φθέγμα, Pi.P.4.137, N.9.49, P.1.98,8.31; μ. ὀμμάτων βέλος A.Ag.742 (lyr.); μ. λόγοι
    20 KB (1,561 words) - 15:25, 2 October 2019
  • κλάζειν (rare P.), Met.; see chatter. subs. V. κλαγγή, ἡ, φθογγή. ἡ, P. and V. φθέγμα, τό, φθόγγος, ὁ, Met.; see chatter. Look up cackle on Perseus Dictionaries
    345 bytes (48 words) - 09:24, 21 July 2017
  • [Seite 203] in die Höhe pressen, φθέγμα, Poll. 4, 114. ἀναπνίγω: ἀποπνίγω, τὸ φθέγμα Πολυδ. Δϳ. 114. ἀναπνίγω (Α) αποπνίγω. Αναζήτηση σε: Google |
    324 bytes (29 words) - 06:53, 29 September 2017
  • μέλλ. -σω, ἀντηχῶ εἰς ἀπάντησιν, ἐκ νεφέων δὲ οἱ ἀντάῡσε [ῡ] βροντᾶς αἴσιον φθέγμα Πινδ. Π. 4. 350, πρβλ. Ὀππ. Κ. 2. 78. répondre par un éclat (de tonnerre)
    2 KB (118 words) - 12:08, 31 December 2018
  • music, λύρα βρέμεται καὶ ἀοιδά Pi.N.11.7; λιγὺ λωτὸς βρέμων Pae.Delph.12; φθέγμα μηχανῇ βρέμον S.Ichn.278: c. acc., λωτὸς ὅταν ἱερὰ παίγματα βρέμῃ E.Ba.161
    18 KB (1,657 words) - 14:20, 2 October 2019
  • (anap.); τήνδε θωΰσσει βοήν S.Aj.335.    2 c. acc. pers., call on, call, φθέγμα… τινὸς θώϋξεν αὐτόν Id.OC1624: c. dat., θ. κυσί shout to dogs, E.Hipp.219
    4 KB (293 words) - 14:55, 2 October 2019
  • φθεγγόμενος, φθεγματικὸν μαντεῖον Μάξιμ. Τύρ. τ. 2, σ. 274. -ή, -όν, Α φθέγμα, -ατος] αυτός που παράγει φωνή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    885 bytes (46 words) - 12:47, 29 September 2017
  • . ἀπηχὲς εἴπομεν Pl.Phdr.257b, μηδὲν ἀπηχὲς ... λέγειν Aristid.Or.29.8, φθέγμα Luc.Vit.Auct.10, de una frase, M.Ant.1.10 •fig. absurdo, no razonable τῶν
    2 KB (167 words) - 15:05, 9 January 2019
  • ἔκλαγξε βροντάν (Schroeder: αἴσιον codd.) (P. 4.23) οἱ ἀντάυσε βροντᾶς αἴσιον φθέγμα (P. 4.197) ἐς ἑπταπύλους Θήβας ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν αἰσιᾶν οὐ κατ' ὀρνίχων
    4 KB (323 words) - 12:35, 9 January 2019
  • καταπεπνιγμέναι, πνιγμέναι, ἀδύνατοι, ὁ αὐτ. ἐν Ἀκουστ. 3· καταπεπνῖχθαι τὸ φθέγμα Πολυδ. Δ΄, 114. 2) κ. τὰς φύσας, κλείω, φράττω τοὺς φυσητῆρας, ὁ αὐτ. π
    6 KB (418 words) - 12:40, 31 December 2018
  • water-clock striking, perh. far-sounding, AP7.641 (Antiphil.); loud, piercing, φθέγμα θρηνῶδες καὶ δ. Agath.1.12: neut. as Adv., δ. ἀνῴμωζον J.BJ7.6.4; δ. ἀνεβόησεν
    7 KB (586 words) - 14:35, 2 October 2019
  • κροτάφους Luc.Am.54; ἑρμάτων ὑ. τὸ σκάφος over the rocks, Philostr.VA3.23; ὑ. τὸ φθέγμα raise it very high, Luc.Ner.9:—Med., lift oneself or rise above, πάντων
    22 KB (1,736 words) - 17:35, 10 January 2019
  • Heraclit.40; ξενιτείη αὐτάρκειαν δ. Democr.246:—Med., teach oneself, learn, φθέγμα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο S.Ant. 356 (lyr.); but usu., have one taught
    48 KB (4,972 words) - 13:20, 3 October 2019
  • (I) -ά, -όν, ΜΑ 1. (για φωνή ή ήχο) οξύς, διαπεραστικός («φωνὴ λαμπρὰ καὶ φθέγμα τορόν», Λουκιαν.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ τορόν η ηχηρότητα, το να είναι ο
    13 KB (1,090 words) - 16:10, 2 October 2019
  • transposed from the former clause).    4 make a pretence of, imitate, mimic, φθέγμα Philostr. VS2.10.2:—Pass., ὑποκεκορισμένη πρεσβεία pretended, Anon. ap.
    16 KB (1,248 words) - 02:20, 10 January 2019
  • νεφέων, -εσσι.)    1 (storm) cloud ἐκ νεφέων δέ οἱ ἀντάυσε βροντᾶς αἴσιον φθέγμα (P. 4.197) νέφεσσι δ' ἐν χρυσέοις Ὀλύμποιο καὶ κορυφαῖσιν ἵζων Ζεύς (Pae
    19 KB (1,716 words) - 14:05, 3 October 2019
  • med.-pas. mismo sent. τίν' αὐδὴν τήνδε γηρυθεῖσ' ἔσῃ; A.Supp.460, εἴθε φθέγμα γηρύσαισθε E.Hipp.1074, φθόγγον ἀπὸ στήθεσφιν ἀοιδῆς γηρύσασθαι Orph.L.60
    13 KB (1,275 words) - 06:25, 10 January 2019
  • Ευσ.) 5. μιμούμαι κάποιον κοροϊδεύοντάς τον («ὑποκοριζόμενος τοὺς μὲν τὸ φθέγμα, τοὺς δὲ τὸ βάδισμα», Φιλόστρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + κόρη. Το απλὸ ρ. κορίζομαι
    3 KB (179 words) - 12:52, 29 September 2017
  • χρονική διάρκεια αρχ. 1. αυτός που αργεί να φτάσει κάπου, που καθυστερεί («ὦ φθέγμα ποθεινὸν ἐμοὶ πέμψας χρόνιός τε φανείς», Σοφ.) 2. συνεκδ. αργός, βραδύς
    14 KB (1,198 words) - 11:45, 9 January 2019
  • cut out, knock out, τοὺς γομφίους Phryn.Com.68 ; τῶν ἑρπετῶν ἐξέκοψε τὸ φθέγμα Call.Iamb.1.163 :—Pass., ἢν..τωφθαλμὼ' κκοπῇς have your eyes knocked out
    24 KB (2,337 words) - 13:25, 3 October 2019
  • cf. 1.15.4; ξυνέστειλε τοὺς χοροὺς ἀ. ὄντας Id.VA6.11; ἀ. φθεγγόμενον [φθέγμα κηρύκων] Poll.4.94; also with κατά, τῶν κατὰ ἀ. λόγων ἀκήκοας Herm.in Phdr
    3 KB (231 words) - 06:36, 31 December 2018
  • ἀναθυμίασις Plut. Rom. 27; dah. fest, kompact, λίνεα ἐμβριθέστερα Her. 7, 36; auch φθέγμα, Poll. 4, 85. Uebertr., beschwerlich, lästig; κακόν Aesch. Pers. 679; τῆς
    12 KB (1,111 words) - 12:10, 10 January 2019
  • Εὐμ. 337. μεσόφθεγμα, τὸ (Α) το εφύμνιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεσ(ο)- + φθέγμα (πρβλ. από-φθεγμα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (45 words) - 07:37, 29 September 2017
  • διαβάλλων) Luc.Cal.9 •de la murmuración ψιθυρισμὸς γάρ ἐστιν ἀπαρρησίαστον φθέγμα Cyr.Al.M.69.996C. II 1físicamente imposibilitado, forzado de los reptiles
    5 KB (512 words) - 11:40, 10 January 2019
  • [Seite 352] scharf, hell tönend, bes. von hohen Tönen, Sp., καὶ λεπτὸν φθέγμα, Philostr. -η, -ο (Α ὀξύηχος, -ον) αυτός που παράγει οξύ, διαπεραστικό
    941 bytes (48 words) - 12:09, 29 September 2017
  • estar situado, estar instalado μέσῳ δ' αὐτῷ ἡ καρδίη ἐγκαθίδρυται Hp.Anat.2, φθέγμα ... ταῖς ἐμαῖς ἀκοαῖς ἐγκαθιδρυμένον Iul.Or.2.123, cf. Ath.Al.M.27.221 •de
    5 KB (402 words) - 21:27, 9 January 2019
  • helle Weise, Tonart, Her. 1, 24, Ar. Ach. 16 Equ. 1276; ἐπιτείνουσι τὸ φθέγμα μέχρι πρὸς τὸ ὄρθιον, Luc. bis acc. 11. – 2) in grader Richtung fortgehend;
    21 KB (1,909 words) - 04:50, 10 January 2019
  • Mücken, summen, λεπταῖς ὑπαὶ κώνωπος ἐξηγειρόμην ῥιπαῖσι θωΰσσοντος Ag. 867; φθέγμα δ' ἐξαίφνης τινὸς θώϋξεν αὐτόν Soph. O. C. 1620; παίσας κάρα 'θώϋξεν, schrie
    631 bytes (58 words) - 19:57, 2 August 2017
  • 4.59)    b son of Meles, of Kolophon, an early lyric poet and musician. φθέγμα μὲν πάγκοινον ἔγνωκας Πολυμνάστου Κολοφωνίου ἀνδρός fr. 188.
    386 bytes (31 words) - 14:40, 17 August 2017

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)