Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 16.383; ἐξ ἀγροῖο πολίνδε, Od. 17.182. ἀγρός    1 field “ἀγέλας ἀφίημ' ἀγρούς τε πάντας.” (P. 4.149) ἀγρός, -οῦ, ὁ, [in LXX chiefly for שָׂדֶה]; 1
    14 KB (1,449 words) - 13:05, 3 October 2019
  • -οῦ, ὁ Agro divinidad de los fenicios, Herenn.Phil.Hist.2.12. Source: Ἀγρός
    98 bytes (14 words) - 11:46, 21 August 2017
  • ο (Α ἀγρός) 1. έκταση γης προς καλλιέργεια ετήσιων φυτών και μάλιστα δημητριακών (στους αρχ. συνήθως στον πληθ.) 2. στον πληθ. οι αγροί εκτάσεις γης έξω
    3 KB (158 words) - 06:17, 29 September 2017
  • πέδον, τό, γαῖα, ἡ, V. αἷα, ἡ, οἶμος. ὁ. As opposed to town: P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl., χώρα, ἡ. From the country, adv.: V. ἀγρόθεν. Up country: see
    1 KB (158 words) - 11:01, 7 August 2017
  • εκλεκτός, ο κοινός 6. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ ἄγροικοι οι γεώμοροι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + οἰκῶ. ΠΑΡ. ἀγροικία (Ι) αρχ. ἀγροικίζομαι, ἀγροικικός μσν. ἀγροικώδης νεοελλ
    2 KB (92 words) - 06:31, 29 September 2017
  • -ισσα) αυτός που ζει και εργάζεται στους αγρούς, χωρικός, γεωργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός. ΠΑΡ. αγροτιά, αγροτικός. ΣΥΝΘ. αγροτοπατέρας]. (II) ἀγρότης, ο (Α) (θηλ
    625 bytes (42 words) - 12:08, 8 January 2019
  • κρατάει κάποιον άυπνο 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄγρυπνον η αγρυπνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + ὕπνος. Η λέξη με αρχική σημασια «αυτός που μένει τη νύχτα στους αγρούς
    1 KB (82 words) - 06:31, 29 September 2017
  • (επίρρ. φρ.) «με το άγριο», βάναυσα, απότομα, σκληρά, βίαια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός. ΠΑΡ. αρχ. ἀγριαίνω, ἀγριάς, ἀγρίζομαι, ἀγριμαῖος, ἀγριόεις, ἀγριώδης μσν
    3 KB (216 words) - 06:31, 29 September 2017
  • αἴγαγρος) άγρια κατσίκα, αγριοκάτσικο, αγρινό, αγρίμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ + ἀγρός. Η λ. ἀγρός χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως β' συνθ. σε μια σειρά από σύνθετα
    842 bytes (53 words) - 06:25, 29 September 2017
  • subs. P. and V. ἀγρός, ὁ, P. γεωργία, ἡ. Of a farm, adj.: Ar. and V. γεωργικός. v. trans. P. ἐργάζεσθαι, P. and V. γεωργεῖν (or absol.) (Eur., Rhes. 176)
    596 bytes (72 words) - 09:40, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ἀγρός, ὁ, γῆ, ἡ, Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (also Plat. but rare P.), γύαι, αἱ; see land. Meadow: P. and V. λειμών, ὁ; see meadow. Field of battle
    1 KB (165 words) - 09:40, 21 July 2017
  • confugiam, Cic. Att. 3, 15 (so ἀγρός, Hom. Od. 24, 205).—    B The fields, the open country, the country (as in Gr. ἀγρός or ἀγροί), like rus, in opp. to
    9 KB (1,208 words) - 22:40, 27 February 2019
  • πατρίς, ἡ, Ar. and V. πάτρα, ἡ. Land for cultivation: P. and V. γῆ, ἡ, ἀγρός, ὁ, Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (also Plat. but rare P.), γύαι, οἱ; see also estate
    3 KB (311 words) - 09:15, 10 January 2019
  • ἡλικία, ἡ, P. and V. ἥβη, ἡ; see manhood. Land: P. χώρα, ἡ (Xen.), P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl. Small estate: Ar. and P. χωρίον, τό, γῄδιον, τό (Xen.). Inhabited
    786 bytes (86 words) - 09:38, 21 July 2017
  • 7, κλπ. 3) περιουσία κτηματική, ἀγρός, κτῆμα, Θουκ. 1.106, Πλάτ. Νόμ. 844Β, Λυσίας 108. 33· ἐν χρήσει μετὰ τοῦ ἀγρός, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 1, κλπ. 4) τόπος
    12 KB (1,055 words) - 14:40, 3 October 2019
  • sauvage; 2 au mor. sauvage, farouche, violent, cruel. Étymologie: ἀγρός. 2 or 3 (ἀγρός): wild, as opp. to tame; met., ferocious, savage. ἄγριος    a
    22 KB (2,064 words) - 13:00, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμω. ΠΑΡ. αγρονομία, αγρονομικός]. (II) ἀγρονόμος, -ον (Α) αυτός που μένει ή συχνάζει στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμομαι].
    1 KB (63 words) - 12:10, 8 January 2019
  • ἀγροφύλαξ) φύλακας τών αγρών νεοελλ. υπάλληλος της αγροφυλακής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + φύλαξ. ΠΑΡ. αγροφυλακιάτικο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    431 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 1645) (also Xen.), V. οὖδας, τό. Land for cultivating: P. and V. γῆ, ἡ, ἀγρός, ὁ (or pl.), Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (Plat. also but rare P.), γύαι, οἱ. On
    4 KB (384 words) - 13:54, 7 August 2017
  • Étymologie: ἀγρός, αὐλή. (ἀγρός, αὐλή): lying in the field (passing the night out-doors), βοῦς, πόριες, ποιμένες. ἄγραυλος: -ον (ἀγρός, αὐλή), 1. αυτός
    4 KB (329 words) - 11:55, 10 January 2019
  • ἴδε ἀγρέτης. ου (ὁ) : campagnard. Étymologie: ἀγρός. rustic, Od. 16.218. ἀγρότης: -ου, ὁ (ἀγρός), I. χωρικός, χωριάτικος, σε Ευρ. II. (ἄγρα) = ἀγρευτής
    4 KB (303 words) - 14:05, 31 January 2019
  • α, ον, (ἀγρός)    A of the field or country, πλάτανος AP6.35 (Leon.).    2 clownish, boorish, Ar.Nu.655, Th.160. [Seite 22] vom Lande, bäurisch, plump
    3 KB (233 words) - 11:20, 10 January 2019
  • η βάθος 1. βαθειά καλλιέργεια της γης 2. αγρός βαθιά οργωμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    168 bytes (20 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ἡ, γαῖα, ἡ, V. αἶα, ἡ. Private estate: Ar. and P. χωρίον, τό, P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl. Sacred enclosure: P. and V. τέμενος, τό, ἄλσος, τό (Plat.), V
    497 bytes (60 words) - 09:39, 21 July 2017
  • αιώνιο κτήμα νεοελλ. 1. κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που έχει αυτοτέλεια, όπως αγρός, οικόπεδο ή οικοδομή 2. στον πληθ. αγροί, χωράφια, λιβάδια, ελαιώνες, αμπελώνες
    3 KB (205 words) - 12:35, 15 February 2019
  • αρωματοφόρος μσν. αρωματοπράτης νεοελλ. αρωματοποιός]. (II) ἄρωμα, το (Α) αρώ ο αγρός, το χωράφι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • Adv., (ἀγρός)    A to the country, Od 15.370. [Seite 24] auf das Land, poet., Hom. Od. 15, 370. 379. 21, 370. ἀγρόνδε: ἐπίρρ. (ἀγρός) εἰς τὸν ἀγρόν
    1 KB (102 words) - 11:55, 9 January 2019
  • («προσάρτηση εδαφών») 3. γη, χώμα (από ποιοτική άποψη) («έδαφος παχύ, εύφορο») 4. αγρός, χωράφι, οικόπεδο («ιδιωτικά εδάφη») νεοελλ. 1. το μονόχρωμο ή πολύχρωμο
    2 KB (131 words) - 07:06, 29 September 2017
  • 3. επίθ. του Πανός 4. επίθ. του Άρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αγρος (< αγρός), πρβλ. φίλ-αγρος, βό-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    621 bytes (44 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ον, (ἀγρός, οἰκέω)    A dwelling in the fields, ζὧα, opp. ὄρεια, Arist.HA488b2; esp. of men, countryman, rustic, Ar.Nu.47; in Attica, οἱ ἄ., = γεωμόροι
    9 KB (764 words) - 11:35, 9 January 2019
  • ἵππαγρος, ὁ (Α) άγριος ίππος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -αγρος (< ἀγρός), πρβλ. βό-αγρος, σύ-αγρος. Για τη σειρά τών συνθετικών βλ. λ. ιπποπόταμος]. Αναζήτηση
    491 bytes (32 words) - 08:48, 23 December 2018
  • (Α) αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    344 bytes (24 words) - 06:25, 29 September 2017
  • τοῦ ἀγρός, μικρὸς ἀγρός, Λατ. agellus, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 1, 10., 2. 2, 17. -ου, τό 1 pequeña posesión en el campo οἰκίδια καὶ ἀγρίδια SB 5230.29 (I d.C
    2 KB (139 words) - 15:16, 31 December 2018
  • ἴδε ἀγρώστης, ΙΙ. ιδος et εως (ἡ) : chiendent, plante. Étymologie: DELG ἀγρός, pê influencé par γράστις. field-grass, grass; identified by some with
    5 KB (466 words) - 13:45, 2 October 2019
  • familia de palabras es el de ‘dormir fuera’, ‘pasar la noche fuera’ (en el ἀγρός) de donde se explica bien el paso a ‘no dormir’, ‘vigilar’ etc., a través
    7 KB (691 words) - 13:45, 2 October 2019
  • Ra.1092 (anap.), Pl.560 (anap.), Pl.R.422b.    II metaph., of soil, rich, ἀγρός, δῆμος, etc., Il.23.832, 16.437, etc.; πίονα ἔργα rich crops, 12.283; τέμενος
    14 KB (1,226 words) - 15:50, 2 October 2019
  • το / χωράφιον, ΝΜΑ καλλιεργήσιμη γη μικρής έκτασης νεοελλ. 1. αγρός σπαρμένος με σιτάρι, σιταγρός 2. μτφ. (διαλ.) γυναίκα που κάνει πολλά παιδιά 3. στον
    1 KB (79 words) - 06:17, 29 September 2017
  • round about, on air sides: οἱ κυκλωαγροι, the circumjacent country (see ἀγρός, c.), WH (rejected) marginal reading gives ἔγγιστα); ἀπό Ἰερουσαλήμ καί κύκλῳ
    2 KB (250 words) - 13:55, 3 October 2019
  • πράγματα) αυτός που ανήκει στους αγρούς, αγροτικός, εξοχικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + αὐλή. ΠΑΡ. ἀγραυλία, ἀγραυλίζομαι, ἀγραυλῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    580 bytes (37 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροιώτης, ο (θηλ. -ώτις) (Α) ἀγρός 1. (συνήθως ως ουσ. και στον Όμηρο πάντοτε σε πληθ.) οἱ ἀγροιῶται αγρότες 2. ως επίθ. α) αυτός που προέρχεται από τον
    403 bytes (41 words) - 06:17, 29 September 2017
  • με σχέση αγροληψίας αρχ. αυτός που παρέχει άγρα, λεία, κυνήγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -δότης < δίδωμι. ΠΑΡ. αγροδοσία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    648 bytes (37 words) - 06:33, 29 September 2017
  • παραγωγή καρπού» και ὀργάς «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός». Κατ' άλλη άποψη, το ρ. οργώνω έχει προέλθει με αφομοιωτική τροπή του αρκτικού
    1 KB (86 words) - 12:10, 29 September 2017
  • νειός. νεός, Ion. gen. of ναῦς. [Seite 244] ἡ, sc. γῆ, auch ὁ νεός, sc. ἀγρός, Neuland, Brache; Xen. Oec. 16, 10; Theophr. – Vgl. νεά u. νειός. 1οῦ (ἡ) :
    1 KB (92 words) - 06:04, 31 December 2018
  • -ισις, -ισμός, -ισμα, -ιστής, -ιστικός, -ιστός. Etymology : Bildung wie ἀγρός, τάφρος, ἕδρα und andere Ortsbezeichnungen; ohne außergriech. Entsprechung
    45 KB (4,352 words) - 13:50, 3 October 2019
  • φύσις Anon. ap. St.Byz. s.v. ἀγρός. ἀγροικηρός: -ά, -όν, ἄγροικος, τῷ ἀγροίκῳ ἴδιος, ἀγρ. φύσις, παρὰ Στεφ. Βυζ. ἐν λ. ἀγρός. -ά, -όν inculto, rústico
    745 bytes (39 words) - 11:46, 21 August 2017
  • δωρ. ἀγροβότας (Α) αυτός που τρέφεται ή κατοικεί στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + βότης < βόσκω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (25 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροκόμος) αυτός που καλλιεργεί αγρούς αρχ. επιστάτης αγρού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -κόμος < κομῶ (= περιποιούμαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    419 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < χήν, χηνός, μέσω ενός αμάρτυρου χήναγρος (< χήν + ἀγρός, πρβλ. ἵππ-αγρος, σύ-αγρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (55 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 37. ου (ὁ) : 1 rustique; 2 sauvage. Étymologie: ἀγρός. -ου del campo, salvaje St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρώτης ἀγρώτης: -ου, ὁ = ἀγρότης· ως επίθ
    2 KB (103 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ἀγρόθεν: επίρρ. (ἀγρός), με προέλευση από τους αγρούς, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. κ.λπ. ἀγρόθεν: adv. с поля, из деревни (ἔρχεσθαι Hom.). ἀγρός from the country
    2 KB (144 words) - 11:35, 9 January 2019

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)