Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπολογία" on this wiki. See also the other search results found.

  • -ον, ἔχων ἀξίαν πολλῶν ταλάντων, γάμος, μισθὸς Λουκ. Ἑταιρ. Διάλ. 7. 4, Ἀπολογία (ὑπὲρ τῶν Ἐπὶ Μισθ. Συν.) 12· ἐπὶ βιβλίου, Ἀθήν. 398Ε. 2) ὁ ἔχων πολλὰ
    4 KB (281 words) - 15:55, 1 January 2021
  • 1059Β. ΙΙ. ὡς ὅρος νομικός, ἡ ἀπάντησις ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ ἐναγομένου, ἡ ἀπολογία αὐτοῦ, Δημ. 1115. 21 (ἔνθα ὑπάρχει καὶ δεῖγμα ἀντιγραφῆς)· ἐνίοτε κεῖται
    7 KB (577 words) - 07:03, 29 August 2021
  • 229e, cf. Plu.2.116c, τὸ Δελφικὸν μαντεῖον el oráculo de Delfos D.H.4.69, ἀπολογία Luc.Alex.48, τρίπους REA 96.1994.189 (Estratonicea III a.C.), cf. Ath.198c
    2 KB (270 words) - 13:10, 13 March 2021
  • τοὺς ὀδόντας Ael.NA6.56. 4 occasion, excuse, pretext, οὕτω γὰρ ἂν αὐτοῖς ἡ ἀπολογία προαναιροῖτο καὶ ἡ πρώτη ὑ. τῆς ἐθελοδουλείας Luc.Merc.Cond.5; τοιαύτης
    33 KB (2,903 words) - 21:20, 31 January 2022
  • απέμεινε άναυδος, αποσβολωμένος, σαστισμένος αρχ. αυτός που δεν επιδέχεται απολογία, ο αδικαιολόγητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    503 bytes (43 words) - 16:25, 26 March 2021
  • -ή, -ό (AM ἀπολογητικός, -ή, -όν) κατάλληλος για απολογία νεοελλ. 1. σχετικός με την απολογία 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ Ἀπολογητική ο τομέας της Συστηματικής
    679 bytes (58 words) - 06:21, 29 September 2017
  • заступничество = τιμωρία, τιμωρίη, ἀπολογία, τιμώρημα, προηγορία, ἐξαίτησις, παραίτησις * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    178 bytes (43 words) - 17:38, 18 October 2019
  • εὐάφορμος, -ον (Μ) 1. πρόσφορος, έτοιμος («εὐάφορμος ἀπολογία», Ακροπ. Γ.) 2. αυτός που γίνεται με καλή αφορμή, που εύκολα μπορεί να δικαιολογηθεί, εύλογος
    886 bytes (57 words) - 06:32, 29 September 2017
  • geschrieben. ἐξαπολογία: ἡ, ἐπιγραφὴ τριῶν λόγων τοῦ Ἀντιφῶντος, δευτέρα ἀπολογία, ἀνταπάντησις· ἀλλ’ ὁ Βεκκῆρος γράφει διῃρημένως ἐξ ἀπολογίας (τὴν γραφὴν
    1 KB (90 words) - 12:17, 9 January 2022
  • оправдание = ἀποψήφισις, ἀπολογία, ἀπολογισμός, δικαίωσις, σκῆψις, δικαίωμα * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    162 bytes (42 words) - 02:50, 14 October 2019
  • ὁδός 18, 15; auch καὶ ὀρθὴ καὶ ἀδιάφθορος ψυχή 18, 298; καὶ προσήκουσα ἀπολογία 19, 202, u. öfter κρίσις, αἰτία u. ä., bes. bei den Rednern; χάριν παρασχεῖν
    51 KB (4,813 words) - 08:30, 29 May 2022
  • {{grml |mltxt=(I) (Μ ἀπολογιάζω) απολογία 1. κατευοδώνω 2. απολύω, διώχνω 3. αποκρούω, απωθώ μσν. 1. κάνω έξωση 2. εκδιώκω, εξορίζω. (II) [[από + λογιάζω
    488 bytes (27 words) - 12:24, 8 January 2019
  • ἐπαπόλογος και αρκαδ. τ. ἐπαπύλογος, -ον (Α) επιγρ. αυτός που έχει ανάγκη από απολογία, από υπεράσπιση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    229 bytes (25 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 3.53, σοφιστικοὶ ἔλεγχοι Refutaciones sofísticas Arist.SE tít., ἔ. καὶ ἀπολογία tít. de un opúsculo de Dionysius Alexandrinus, Ath.Al.Dio.13.3 •esp. frec
    34 KB (3,418 words) - 16:10, 20 June 2022
  • πληθ. αναζήτηση 8. (αττ. δίκ.) επαγγελία (ενν. δοκιμασίας) κλήση ρήτορα σε απολογία, γιατί δημηγόρησε δημόσια, χωρίς να έχει δικαίωμα 9. (γενικά) κλήση. *
    2 KB (143 words) - 06:41, 28 March 2021
  • -ή, -ό (AM ἀπολογητικός, -ή, -όν) κατάλληλος για απολογία νεοελλ. 1. σχετικός με την απολογία 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ Ἀπολογητική ο τομέας της Συστηματικής
    2 KB (160 words) - 10:34, 20 July 2021
  • Google Translator | LSJ ăpŏlŏgĭa, æ, f. (ἀπολογία), justification : Hier. Ruf. 2, 1. apologia, ae, f. (ἀπολογία), die Verteidigung, Hieron. adv. Rufin
    591 bytes (108 words) - 23:15, 27 February 2019
  • ἀνταπολογοῦμαι (-έομαι) (Α) απολογούμαι, αποκρούω μια κατηγορία με την απολογία μου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    191 bytes (20 words) - 16:24, 26 March 2021
  • see acquittal. pardon: P. and V. συγγνώμη, ἡ, V. σύγγνοια, ἡ. defence: P. ἀπολογία ἡ. excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ, σκῆψις, ἡ. ⇢ Look up "exculpation"
    512 bytes (46 words) - 20:31, 9 December 2020
  • ἀσφαλείη, ἀσφαλίη, πρόβολος, πρόβλημα, προβολή, θώραξ, τιμωρία, τιμωρίη, ἀπολογία, τιμώρημα, ἄμυνα, ἀλέξησις, ἄλκαρ, ἔρυμα, σκέπανον, ἄρκεσις, σκέπη, σκέπας
    1 KB (85 words) - 09:30, 15 October 2019
  • αναφέρεται στη δίκη και την εκτέλεση του Σωκράτη. Μαζί με τα Ευθύφρων, Απολογία και Φαίδων συγκαταλέγεται στην τετραλογία έργων του Πλάτωνα που περιγράφουν
    2 KB (320 words) - 12:55, 29 May 2022
  • αναφέρεται στη δίκη και την εκτέλεση του Σωκράτη. Μαζί με τα Ευθύφρων, Απολογία και Φαίδων συγκαταλέγεται στην τετραλογία έργων του Πλάτωνα που περιγράφουν
    2 KB (217 words) - 12:54, 29 May 2022
  • ἐπαπόλογος και αρκαδ. τ. ἐπαπύλογος, -ον (Α) επιγρ. αυτός που έχει ανάγκη από απολογία, από υπεράσπιση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    673 bytes (51 words) - 09:25, 1 January 2021
  • νέα φορολογία επιβαρύνει τον λαό») 3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την απολογία του επιβάρυνε τη θέση του») αρχ. ασκώ έντονη, βαριά πίεση πάνω σε κάποιον
    1 KB (101 words) - 09:10, 1 January 2021
  • v.: P. and V. βοηθεῖν (dat.); see assist. reply to charges, subs.: P. ἀπολογία, ἡ, ἀπολόγημα, τό. advocacy: P. συνηγορία, ἡ. justification: P. δικαίωμα
    2 KB (166 words) - 19:40, 9 December 2020
  • 12.Suppl.355.7 (Tasos), AJA 19.446 (Halas III a.C.). ο (AM ἀπόλογος) απολογία, λογοδοσία μσν.- νεοελλ. απόκριση, απάντηση νεοελλ. τα τελευταία λόγια
    5 KB (423 words) - 21:00, 31 December 2020
  • λόγος εὐτρ., επιδέξιος, δεξιοτεχνικός, αριστοτεχνικός, απολογητικός λόγος, απολογία, σε Αριστοφ.· επίρρ. -λως, με επιδεξιότητα, χωρίς αδεξιότητα ή δυσκολία
    9 KB (711 words) - 11:44, 9 January 2022
  • το (AM ἀπολόγημα) αυτό που λέγεται για απολογία, η υπεράσπιση μσν. φωνή, ένδειξη. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    202 bytes (22 words) - 06:57, 29 September 2017
  • απέμεινε άναυδος, αποσβολωμένος, σαστισμένος αρχ. αυτός που δεν επιδέχεται απολογία, ο αδικαιολόγητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (386 words) - 16:45, 26 March 2021
  • (Α ἀνταγορεύω) 1. αγορεύω εναντίον κάποιου, αποκρίνομαι στην απολογία εναγόμενου 2. αντικρούω, αντιλέγω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    257 bytes (22 words) - 06:55, 29 September 2017
  • Ra.1072. (Α ἀνταγορεύω) 1. αγορεύω εναντίον κάποιου, αποκρίνομαι στην απολογία εναγόμενου 2. αντικρούω, αντιλέγω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (163 words) - 19:15, 31 December 2020
  • ἀπολογέομαι. -η, -ο (ΑΜ εὐαπολόγητος, -ον) αυτός που εύκολα επιδέχεται απολογία (επομένως και αθώωση), αυτός για τον οποίο απολογείται κάποιος εύκολα,
    2 KB (135 words) - 17:40, 23 August 2021
  • εκ τών προτέρων με προσωπική απόφαση, πριν να ακούσω την κατηγορία ή την απολογία 2. φρ. α) «προκαταγιγνώσκω τινὸς φόνον» — αποφασίζω εκ τών προτέρων εναντίον
    8 KB (732 words) - 21:35, 30 December 2020
  • -η, -ο (ΑΜ εὐαπολόγητος, -ον) αυτός που εύκολα επιδέχεται απολογία (επομένως και αθώωση), αυτός για τον οποίο απολογείται κάποιος εύκολα, αυτός τον οποίο
    821 bytes (53 words) - 17:35, 23 August 2021
  • πληθ. αναζήτηση 8. (αττ. δίκ.) επαγγελία (ενν. δοκιμασίας) κλήση ρήτορα σε απολογία, γιατί δημηγόρησε δημόσια, χωρίς να έχει δικαίωμα 9. (γενικά) κλήση. *
    15 KB (1,556 words) - 09:41, 4 May 2022
  • the vine, κλῆρος (κλᾶρος) lot, κλῶμαξ heap of stones (s. vv.), ἀπόκλωμα. ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον H. - Quite doubtful Κλαζομεναί PlN (Anatolia), acc. to Fraenkel
    4 KB (435 words) - 18:35, 8 July 2020
  • λόγο» — αδικαιολόγητα γ. «χὠ λόγος καλὸς προσῆν», Σοφ.) 12. λογοδοσία, απολογία (α. «δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν για τις πράξεις μου» β. «λόγον...
    186 KB (17,548 words) - 15:35, 20 June 2022
  • σιτίσεως στο Πρυτανείο καθ' όλη την διάρκεια της θητείας τους. Ο Σωκράτης στην απολογία του αντέτεινε αντί της θανατικής του καταδίκης την σίτισή του στο Πρυτανείο
    34 KB (3,551 words) - 08:00, 27 May 2022
  • αναισθησιολογία, αναλογία, ανθολογία, ανομολογία, αντιλογία, απεραντολογία, απολογία, αργυρολογία, αρχαιολογία, αστειολογία, αστρολογία βαττολογία, βοτανολογία
    12 KB (494 words) - 11:20, 19 December 2018

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)