Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δάκρυ" on this wiki. See also the other search results found.

  • στάζει, όπως το δάκρυδάκρυ πεύκινον», «το δάκρυ του πεύκου») νεοελλ. 1. πολύ μικρή ποσότητα υγρού, σταγόνα, σταλαγματιά 2. ως επίθ. δάκρυ ο καθαρός, ο
    16 KB (1,570 words) - 23:40, 29 December 2020
  • καταστάζειν δάκρυ = shed tears over ⇢ Look up "καταστάζειν δάκρυ" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    57 bytes (27 words) - 21:20, 3 July 2020
  • πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον = the flesh fell from her bones like the distillation of a pine ⇢ Look up "σάρκες δ' ἀπ' ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον"
    102 bytes (51 words) - 17:20, 6 July 2020
  • Ν ψεύτης 1. ψευδής, προσποιητός («ψεύτικος όρκος») 2. απατηλός («ψεύτικο δάκρυ») 3. πλαστός («ψεύτικη διαθήκη») 4. τεχνητός («ψεύτικο δόντι») 5. κίβδηλος
    1 KB (86 words) - 06:30, 29 September 2017
  • δάκρυα, cf. δάκρυ. δάκρυον: τό, Επικ. γεν. πληθ. δακρυόφι (-φιν), (δάκρυ),· I. 1. δάκρυ, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ. κ.λπ. 2. οτιδήποτε μοιάζει με δάκρυ ή πέφτει
    12 KB (1,415 words) - 21:15, 29 December 2020
  • δακρύω < δάκρυ, ενώ ο τ. δακρύζω < εδάκρυσα, αόρ. του αρχ. ρημ. δακρύω κατά το σχήμα επότισα-ποτίζω, εγύρισα-γυρίζω και ο τ. δακρυώνω < δάκρυ]. * Αναζήτηση
    2 KB (131 words) - 07:02, 29 September 2017
  • 8.476: hence generally, θ. κατὰ δάκρυ χέουσα shedding big tears, Il.6.496, cf. 24.9, 794, etc.; θ. δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ 2.266; θαλερώτερα δάκρυα Mosch.4
    12 KB (1,079 words) - 09:41, 30 December 2020
  • distillation from a tree: V. δάκρυ, τό, ἱδρώς, ὁ, σταλαγμός, ὁ. ⇢ Look up "gum" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    268 bytes (28 words) - 21:00, 9 December 2020
  • ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς (Eur., h.F 1354). shed tears over: V. καταστάζειν δάκρυ (gen.). Met., see lament. shed tears, weep: P. and V. δακρύειν; see weep
    2 KB (140 words) - 11:25, 10 December 2020
  • μεταφ., φρέσκος, ζωντανός, σε Σοφ., Ευρ.· χλωρὸν δάκρυ, όπως θαλερὸν δάκρυ, φρέσκο, πρόσφατο δάκρυ, σε Ευρ.· χλωρὰ μέλεα, φρέσκα, νεανικά βήματα, σε Θεόκρ
    26 KB (2,331 words) - 15:40, 31 December 2020
  • ῥίπτειν Hdt.8.53; κατώρυξέν με κατὰ τῆς γῆς κ. Ar.Pl.238; χώρει κ. A.Pr.74; κ. δάκρυ' εἰβομένη S.Ant.527 (anap.), cf. E.Fr.384; esp. of the nether world, A.Pers
    28 KB (2,677 words) - 10:25, 30 December 2020
  • -ον) αυτός που σταλάζει δάκρυα νεοελλ. (για νερό) που στάζει σαν δάκρυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + σταλάζω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    386 bytes (28 words) - 07:02, 29 September 2017
  • καταλείβω, A let flow down, shed, τί νυ δάκρυ κατείβετον Od.21.86:—Med., flow apace, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν Il.24.794; τὸ κατειβόμενον Στυγὸς
    6 KB (503 words) - 11:15, 30 December 2020
  • ἐγώ σ' ἀπ' ὄσσων ἐκβαλόντ' ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν = seeing you let fall tears from your eyes I felt pity and myself shed tears in
    136 bytes (66 words) - 18:00, 6 July 2020
  • όποιος μοιάζει στο σχήμα με δάκρυ 2. (το ουδ. πληθ.) δακρυοειδή κατηγορία σπερμάτων, όπως της αχλαδιάς, που μοιάζουν με το δάκρυ. * Αναζήτηση σε: Google
    314 bytes (32 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον ὁ αὐτ. Ἠλ. 52. 3) ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρῶ εἴς τινα δάκρυ, δηλ. πληρώνω εἰς αὐτὸν τὸν φόρον δακρύων, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 346
    10 KB (920 words) - 18:35, 31 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: ῠος, ὁ, ἡ, (δάκρυ) A of or with many tears: hence, I muchwept, lamented, Ἄρης, πόλεμος, ὑσμίνη, Il.3
    5 KB (413 words) - 17:05, 1 January 2021
  • Vielleicht ist getrennt δάκρυ χέων zu schreiben, vgl. κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 18, 428, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 6, 496, τέρεν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 3
    3 KB (256 words) - 21:20, 29 December 2020
  • (-άω) σταγόνα σταγόνα, βγάζω υγρό σαν δάκρυ («χάραξαν το πεύκο και δακρυλογά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -λογώ < -λόγος < λέγω (πρβλ. δροσολογώ, μπεκρολογώ,
    568 bytes (31 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀπομόργνυ ib.798; πεύκης ἀπὸ δάκρυ' ὀμ. v.l. in Nic.Al.547:— Med., wipe off from oneself, ἀπομορξαμένω κονίην Il.23.739; ἀπομόρξατο δάκρυ wiped away his tears
    8 KB (665 words) - 20:30, 31 December 2020
  • in Harm.p.195.10 W.): aor. A ἐστάλαξα Lyc.37, LXX Mi.2.11: I let drop, δάκρυ σ. E.Hel.633 (lyr.); σ. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς Id.Hipp. 738 (lyr
    7 KB (694 words) - 09:35, 31 December 2020
  • Od. 11, 527, auch οὔτε παρειῶν δάκρυ' ὀμορξάμενον, 530, von der Wange, wie Il. 18, 124; sp. D., Ap. Rh. 2, 242 δάκρυ δ' ὀμορξαμένω, auch ohne δάκρυα.
    9 KB (864 words) - 12:30, 1 January 2021
  • pieces: Ar. ὠμοσπάρακτος. See rush. rent: Ar. and V. λακίς, ἡ. P. and V. δάκρυ, τό, δάκρυον, τό (Plato, b2">Tim. 83D, rare P.). tears, weeping: Ar. and
    5 KB (422 words) - 11:45, 10 December 2020
  • όρασης αρχ. εκείνος που προκαλεί δάκρυα («δακρυογόνος Άρης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -γονος < γίγνομαι. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    890 bytes (60 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (δακρῠχέω) • Morfología:v. tb. δάκρυ χέω s.u. δάκρυ 1 derramar lágrimas, llorar δαϊ<ό>φρων ... ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός alma desdichada que vierte lágrimas
    2 KB (210 words) - 11:04, 31 December 2018
  • myself shed tears in sympathy with you: V. ἐγώ σ' ἀπ' ὄσσων ἐκβαλόντ' ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν (Eur., Iphigenia in Aulis 477). ⇢ Look
    1 KB (119 words) - 11:47, 10 December 2020
  • -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (21 words) - 12:47, 29 September 2017
  • abs., Hdt.4.60; οὐδ' ἄν τι θύων οὐδ' ἐπισπένδων ἄνοις A.Fr.161; also ἐ. δάκρυ Theoc.23.38. 2. promise, pledge, Leg.Gort.4.52, 6.11:—Med., accept in pledge
    5 KB (478 words) - 09:51, 1 January 2021
  • drip, I of persons, 1 c. acc. rei, let fall in drops upon, shed over, κ. δάκρυ τινός E.Hec.760; ἀφρὸν κατέσταζ' εὐτρίχου γενειάδος Id.HF934; also of a garment
    10 KB (884 words) - 23:05, 6 January 2021
  • το (Α δακρύδιον) μικρό δάκρυ νεοελλ. 1. το σημείο συναντήσεως της πίσω δακρυϊκής ακρολοφίας και της μετωποδακρυϊκής ραφής 2. γένος κωνοφόρων φυτών 3. γένος
    698 bytes (52 words) - 07:02, 29 September 2017
  • fallen lassen, (δάκρυ) σοὶ ἀνταφῆκα, Eur. I. A. 478. ἀνταφίημι: μέλλ. -αφήσω, ἀφίνω καὶ ἐγώ, χύνω καὶ ἐγώ, ἐγώ σ’ ἀπ’ ὄσσων ἐκβαλόντ’ ἰδὼν δάκρυ… καὐτὸς ἀνταφῆκά
    2 KB (204 words) - 19:35, 31 December 2020
  • llanto = Βάκχος, δάκρυον, δάκρυ, γῶος, ἀποδάκρυσις * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    112 bytes (19 words) - 06:54, 22 August 2017
  • και κορόμπλο, το 1. ο καρπός της κορομηλιάς 2. φρ. «τρέχει το δάκρυ κορόμηλο» — κλαίει με άφθονα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < καρό-μηλον < καρυό-μηλον, με αφομοιωτική
    533 bytes (40 words) - 07:25, 29 September 2017
  • κάνω κάτι να εκχυθεί, δάκρυ' ἀναπρήσας, με δάκρυα που ξεσπούν, σε Όμηρ. ἀναπρήθω: (part. aor. ἀναπρήσας) нагнетать, выдувать: δάκρυ᾽ ἀναπρήσας Hom. залившись
    3 KB (225 words) - 18:25, 31 December 2020
  • pleurer en gémissant; II. (δάκρυ, goutte) distiller des gouttes (de résine, de gomme, etc.) en parl. des arbres. Étymologie: δάκρυ. aor. ἐδάκρῦσα, pass.
    17 KB (1,855 words) - 12:45, 6 January 2021
  • (-ωτος), ο το να δακρύζει και να γελάει κανείς ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    375 bytes (27 words) - 07:02, 29 September 2017
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    455 bytes (30 words) - 07:13, 29 September 2017
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    491 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι- + -δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    422 bytes (25 words) - 10:52, 23 December 2018
  • οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834; ᾠά hatch, Arist.HA564b8; call forth, excite, δάκρυ τινί E.Supp.770:—Med., γέλωτα ἐξαγαγέσθαι X.Cyr.2.2.15; μικρὰ ἆθλα πολλοὺς
    57 KB (6,065 words) - 17:00, 1 January 2021
  • below for lookup in third sources: = σταλάσσω, I let drop, let fall, δάκρυ Maiist.43, AP7.552 (Agath * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    2 KB (172 words) - 09:35, 31 December 2020
  • exudation from trees: V. ἱδρώς, ὁ, δάκρυ, τό, σταλαγμός, ὁ. ⇢ Look up "exudation" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    264 bytes (27 words) - 20:35, 9 December 2020
  • περνάει νήμα 2. μτφ. α) μάτι, ιδίως λαμπερό και όμορφο β) χοντρή σταγόνα από δάκρυ 3. φρ. «τα μάτια σου χάντρες να γίνουν» (ως κατάρα) να τυφλωθείς. [ΕΤΥΜΟΛ
    704 bytes (63 words) - 12:44, 29 September 2017
  • plashing, κ. δάκρυ A.Ch.152 (lyr.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1320] ές, rauschend, tönend, Aesch. Ch. 150 ἵετε δάκρυ καναχές
    2 KB (123 words) - 10:50, 30 December 2020
  • βότρυν Id.Ph.230 (lyr.); ὕδωρ σ. πέτρα Id.Hipp.122 (lyr.); esp. of tears, σ. δάκρυ Id.IA1466; ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς Id.HF1355; and metaph., κατ' ὀμμάτων
    23 KB (2,196 words) - 09:35, 31 December 2020
  • llanto βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, οὔτε κατὰ βλεφάρων θερμὰ βάλοι δάκρυα Thgn.1206, κατ' ὄσσων δ' οὐ θέμις βαλεῖν δάκρυ E.Hipp.1396, sangre μηδ'
    127 KB (13,505 words) - 13:00, 6 January 2021
  • δεῦε δὲ γαῖαν (sc. αἷμα) Il.13.655, cf. 23.220; γλάγος ἄγγεα δεύει 2.471; δάκρυ δ' ἔδευε… παρειάς Od.8.522; σπογγιὰν δεύων Hp.Loc. Hom.12: c. dat. modi,
    29 KB (2,915 words) - 00:00, 30 December 2020
  • from, or made of pine or pine wood, κορμοί E.Hec.575; λαμπάς S. Tr.1198; π. δάκρυ tear of the pine, i. e. the resinous drops that ooze from it, E.Med.1200;
    3 KB (316 words) - 15:50, 1 January 2021
  • 430 (Crin.):—poet. Adj. A soft, delicate, in Hom. mostly in neut., τέρεν δάκρυ Il.3.142, al.; τέρενα φύλλα 13.180, Od.12.357; τέρεν' ἄνθεα ποίης 9.449,
    9 KB (839 words) - 17:00, 1 January 2021
  • το (AM δάκρυον) βλ. δάκρυ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 07:03, 29 September 2017
  • δακρυοεξηρημένος, -η, -ον (Μ) αυτός που συνοδεύεται από δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + εξηρημένος (μτχ. παρακμ. του εξαιρούμαι]. * Αναζήτηση σε: Google |
    382 bytes (26 words) - 07:02, 29 September 2017
  • -ή, -ό ο δακρυϊκός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ. Η λ. μαρτυρείται από το 1836 στον Δ. Α. Μαυροκορδάτο]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    261 bytes (25 words) - 07:03, 29 September 2017
  • ἀνταφίημι (Α) αφίημι 1. ρίχνω, πετώ κι εγώ κάτι 2. φρ. «δάκρυ ἀνταφίημι» — δακρύζω και εγώ με τη σειρά μου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    272 bytes (29 words) - 06:55, 29 September 2017
  • (για πράγμα) χύνω υγρό σαν δάκρυ, σταλαγματιά σταλαγματιά. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (17 words) - 07:02, 29 September 2017
  • -α, -ο όποιος φέρνει ή προκαλεί δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -φόρος < φέρω. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στον Αλεξ. Κατακουζηνό]. * Αναζήτηση σε: Google
    393 bytes (29 words) - 07:02, 29 September 2017
  • το ασήμαντο, χωρίς αξία δάκρυ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ή που συνοδεύεται με πολλά δάκρυα («ἀριδάκρυος γόος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    452 bytes (33 words) - 06:21, 29 September 2017
  • lágrima = δάκρυον, δάκρυ, δάκρυμα * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    70 bytes (17 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ἀντικείμενον δακρύων, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 7. 169. ΙΙ. ὅπερ κλαίων τις χύνει, δάκρυ, Αἰσχύλ. Πέρσ. 134, Εὐρ. Ἀνδρ. 92, κατὰ πληθ. ατος (τό) : 1 larmes, pleurs;
    3 KB (313 words) - 21:12, 29 December 2020
  • γλῠκύδακρυς: -υ (δάκρυ), αυτός που προκαλεί γλυκά δάκρυα, σε Ανθ. γλυκύδακρυς: υ, gen. υος исторгающий сладкие слезы (Ἔρως Anth.). δάκρυ causing sweet
    1 KB (113 words) - 20:55, 29 December 2020
  • force, ib.4.2.20, cf. An.5.2.1; ἁθρόῳ στόματι with one voice, E.Ba.725; ἁ. δάκρυ one flood of tears, Id.HF489; ἁ. λόγος a flood of words, Pl.R. 344d; ἁθρόους
    20 KB (1,858 words) - 16:48, 31 December 2020
  • Α', Β' -or- «ξύλο» στο οποίο παραμένει ανεξήγητη η απουσία του -d- (πρβλ. δάκρυ). Ανάγεται στην ΙΕ ρίζα dor-w- που απαντά με τη μορφή dr-ew στα δένδρον,
    35 KB (3,371 words) - 12:50, 6 January 2021
  • δακρυβρυσοπόταμον, το (Μ) δάκρυ που τρέχει σαν ποτάμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + βρυσοπόταμον. Πρόκειται για σύνθετη λ. που πλάστηκε από τον συντάκτη του έργου
    517 bytes (36 words) - 06:26, 29 September 2017
  • δακρύων, ἀξιοθρήνητος, Λουκ. Β. Πρ. 14. ης, ες : lamentable. Étymologie: δάκρυ, -ωδης. -ες 1 lacrimoso ἐς ὄμματα δ. ἀπόστασις ἔρχεται Hp.Coac.553, ὀφθαλμοί
    3 KB (279 words) - 21:18, 29 December 2020
  • out like milk, press out, ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἄμελξε γάνος AP9.645 (Maced.); δάκρυ ἠλέκτροιο D.P.293. III drink, αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμέλξω Theoc.23.25,
    18 KB (1,715 words) - 17:18, 31 December 2020
  • 13. ΙΙ. παθ. μὴ κλαυθείς, μὴ θρηνηθείς, Σοφ. Ἀντ. 881. 2) περὶ οὗ οὐδέν δάκρυ ἐχύθη, τρόπαια, Πλουτ. Τιμολ. 37. ος, ον : I. qui ne pleure pas; II. 1
    6 KB (578 words) - 16:35, 31 December 2020
  • Fest. p. 68 Müll.; I v. the letter D), ae, f. dacru-ma, kindred with Gr. δάκρυ; Sanscr. asru for dasru; Goth. tah-ja; Engl. tear; Germ. Zaehre; cf. the
    7 KB (1,020 words) - 21:40, 27 February 2019
  • ἱδρὼς εἴβεται ἐκ λαγόνων Ap. Rit. 2, 664. – Med. = act., Soph. Ant. 523 κάτω δάκρυ' εἰβομένη. εἴβω: Ἐπ. (χάριν τοῦ μέτρου) ἀντὶ τοῦ λείβω, στάζω, ἀφίνω νὰ
    7 KB (643 words) - 01:40, 30 December 2020
  • exudation from trees = ἱδρώς, δάκρυ, σταλαγμός ⇢ Look up "exudation from trees" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    84 bytes (25 words) - 19:20, 22 May 2020
  • Ἰλ. Α. 349. υς, υ; accompagné de larmes abondantes. Étymologie: ἀρι-, δάκρυ. (ἀρίδακρῠς) -ῠ • Prosodia: [ᾰρῐ-] • Morfología: [gen. -υος] 1 abundante
    3 KB (199 words) - 21:10, 31 December 2020
  • ἐπίδακρυς, -υ (AM) δακρυσμένος, κλαμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    260 bytes (17 words) - 06:34, 29 September 2017
  • (Α) αυτός που έχει στα μάτια του λαμπερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αἰόλος + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    315 bytes (23 words) - 22:45, 29 December 2020
  • Luc.Lex.4. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 362] (δάκρυ), der eben geweint hat, od. weinen will, Eur. Med. 903; Luc. Lexiph. 4.
    2 KB (159 words) - 22:55, 31 December 2020
  • Εὐρ. Ἱκέτ. 773, Ἡρ. Μαιν. 98. οος, οον; qui fond en larmes. Étymologie: δάκρυ, ῥέω. -ον que deja correr lágrimas δι' ὄσσων νᾶμ' ἔχων δακρύρροον manteniendo
    2 KB (138 words) - 21:20, 29 December 2020
  • below for lookup in third sources: in Pass., A well up, ὑπεξέχυτ' αὐτίκα δάκρυ A.R.3.705: metaph. in Act., get rid of, φθόνους καὶ ζηλοτυπίας Plu.2.78e
    2 KB (133 words) - 13:50, 1 January 2021
  • Dsc.1.68.8, Luc.Gall.6. I c. acc. rei, wipe off, ἀφρόν τ' ἀπέψη E.l.c.; δάκρυ AP5.65 (Rufin.), cf. Nonn. D.8.205:—Med., wipe or rub off from oneself, τι
    7 KB (681 words) - 20:55, 31 December 2020
  • Trag.Adesp.2 (= S.Fr.185). II ruined, lost: hence, unhappy, wretched, ἵετε δάκρυ καναχὲς ὀλόμενον ὀλομένῳ δεσπότᾳ A.Ch.152; in lit. sense, ἃ πλείστους ἔκανεν
    8 KB (665 words) - 16:12, 1 January 2021
  • ότι σ' αυτή συγκεντρώνονταν τα δάκρυα όσων θρηνούσαν τον νεκρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -δοχος < δέχομαι. Η λ. μαρτυρείται στον Δ. Πληθωνίδη]. * Αναζήτηση σε:
    815 bytes (60 words) - 06:37, 29 September 2017
  • βγάζει ούτε σταγόνα νεοελλ. ο υδατοστεγής μσν. ο άφθονος, ο ατέλειωτος (για δάκρυ). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    332 bytes (33 words) - 06:25, 29 September 2017
  • έργα) εκείνος που προκαλεί εύκολη, ρηχή συγκίνηση στο κοινό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + βρέχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στον Νικολ. Ι. Σαρίπολο]. * Αναζήτηση
    653 bytes (53 words) - 07:02, 29 September 2017
  • σταλάσσω [στάζω?] aor. ἐστάλαξα. doen druppelen, in druppels laten vallen:; δάκρυ tranen Eur. Hel. 633; uitbr. abs.. αἰμιτύβιον στάλασσον druipende zakdoek
    418 bytes (45 words) - 08:44, 1 January 2019
  • σταγόνα σταγόνα (α. «του στάλαξε φαρμάκι στο κρασί του» β. «ἀνεπτέρωκα καὶ δάκρυ σταλάσσω», Ευρ. γ. «μὴ σταλάζετε σταλάζοντες», ΠΔ) 2. (αμτβ.) στάζω, πέφτω
    4 KB (283 words) - 19:27, 7 July 2020
  • bones like the distillation of a pine: V. σάρκες δ' ἀπ' ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον (Eur., Medea 1200). ⇢ Look up "distillation" on Perseus Dictionaries
    516 bytes (54 words) - 20:20, 9 December 2020
  • direction. On the u-stem cf. μῶλυ, μίσυ, σῶρυ (Chantr. Form. 119), also δάκρυ = resin (Peripl. M. Rubr. 30). 2. Meaning: πόα τις θεοῖς θυομένη H. Origin:
    3 KB (299 words) - 20:30, 29 December 2020
  • προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ Θεόδ. Πρόδρ. 8. σ. 377. ἐξαποστάζω (Μ) αποστάζω, κάνω κάτι να στάζει, χύνω («τὸ προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ», Θ. Πρόδρ.). * Αναζήτηση
    538 bytes (43 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ὀμόργνυμι (Α) (συν. στο μέσ.) σφουγγίζω, σκουπίζω («χερσὶ παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὀ-μόργ-νυμι (πρβλ. στόρνυμι), με προθεματικό
    2 KB (153 words) - 12:01, 29 September 2017
  • κέκλῃται S.Fr.711; β. συμβαλεῖν, κοιμᾶν ὕπνῳ, A.Ag.15, Th. 3; of weeping, δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν Od.17.490, cf. 23.33; of death, λύειν β. S.Ant
    11 KB (1,134 words) - 20:25, 29 December 2020
  • 6: (ἡμέρα):—A on, for or during the day, οὔ κεν ἐφημέριός γε βάλοι κατὰ δάκρυ παρειῶν Od.4.223; by day, opp. μετὰ νύκτας, στάθμα Pi.l.c. 2 for a day only
    9 KB (770 words) - 10:10, 1 January 2021
  • δακροχυσία, η (Μ) ροή δακρύων. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + χύσις < χέω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    291 bytes (18 words) - 06:26, 29 September 2017
  • -ή, -ό δάκρυ 1. όποιος δακρύζει εύκολα 2. όποιος προκαλεί δάκρυα («δακρυτερό μοιρολόι»). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    203 bytes (22 words) - 07:02, 29 September 2017
  • Α 1. αναβλύζω, ξεπηδώ («τὸ δὲ ὑπεξέχυτ' αὐτίκα δάκρυ», Απολλ. Ρόδ.) 2. μτφ. απαλλάσσομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἐκχέω «χύνω έξω»]. * Αναζήτηση σε: Google
    419 bytes (29 words) - 12:58, 29 September 2017
  • «ἀκριτόδακρυς Τάνταλος» (Ανθ. Παλ. 5, 235). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἄκριτος + -δακρυς < δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    441 bytes (27 words) - 22:50, 29 December 2020
  • του να κλάψει, που χύνει δάκρυα με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάγκη + -δακρυς < δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    418 bytes (31 words) - 06:52, 29 September 2017
  • το δάκρυ σαν κρύσταλλο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    72 bytes (13 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ἐξαποχέομαι (Μ) (μόνο μέσ.) χύνομαι από κάπου («ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῑτο δάκρυ», Τζέτζ.). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    183 bytes (20 words) - 07:09, 29 September 2017
  • καταθρηνέω, beweinen, beklagen. adv. de haut en bas, d’où 1 en bas ; κατὰ δάκρυ χέουσα IL laissant tomber une larme, κὰδ δέ οἱ ὕδωρ χεῦαν IL ils versèrent
    149 KB (16,535 words) - 10:45, 10 January 2021
  • -ηδόν id. (D. P., Aret.) and the ἅπ. λεγ. καναχής (A. Ch. 152 [lyr.], of δάκρυ), καναχός (Nic. Th. 620; of βάτραχοι), both first from καναχέω; καναχισμός
    9 KB (919 words) - 10:35, 10 January 2021
  • polvo negro Anacr.71.5, ἀθρόῳ στόματι con clamor unánime E.Ba.725, ἀθρόον δάκρυ un torrente de lágrimas E.HF 489, ἀθρόον πῦρ una compacta masa de fuego Diog
    7 KB (881 words) - 13:35, 4 July 2020
  • dat. pers., τόξον δέ οἱ ἔκπεσε χειρός Il.15.465 ; θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ fell from his eyes, 2.266 : abs., fall out, 23.467 ; fall down, of trees
    53 KB (5,441 words) - 16:25, 1 January 2021
  • ὑπὸ καύματος Hes.Op.588, cf. D.P.966, αὐαλέος ψαφαρῷ χροΐ Nonn.D.26.104, δάκρυ Q.S.14.392, αὐαλέοις ὄμμασι AP 5.280 (Antiphil.), ἄρτος Androm.103, κόγχος
    4 KB (364 words) - 19:55, 29 December 2020
  • 5. 236. υς, υ ; gén. υος; qui pleure abondamment. Étymologie: ἄκριτος, δάκρυ. (ἀκρῐτόδακρυς) -υ que llora innumerables lágrimas Τάνταλος AP 5.236 (Paul
    2 KB (106 words) - 17:05, 31 December 2020
  • like εἴβω (q.v.), let flow, shed, δάκρυα λ. Il.13.88, 658, Od.5.84, 16.214; δάκρυ λ. A. Th.51; ἐκ δ' ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα (δία cod. M) Id.Eu.54; δι'
    22 KB (2,174 words) - 13:45, 30 December 2020
  • 1474 Hec. 1044; vgl. Dem. 47, 63 u. Pol. 5, 25, 3. – Milder, fallen lassen, δάκρυ Od. 19, 362; Eur. Ion 924 u. öfter. Bes. – 3) ἔπος, ein Wort fallen lassen
    60 KB (6,219 words) - 12:40, 16 January 2021
  • larmes en parl. d’un homme ivre, dont les yeux sont humides. Étymologie: δάκρυ, πλόος. swim with tears; of effect of intoxication on the eyes, Od. 19
    2 KB (207 words) - 21:25, 29 December 2020
  • Π. παραρτ. 98. ής, ές : qui se complaît dans les larmes. Étymologie: δάκρυ, χαίρω. (δακρῠχᾰρής) -ές 1 que se complace en el llanto, Ἀΐδας GVI 1154
    2 KB (184 words) - 21:20, 29 December 2020
  • την παπαρούνα) αυτός που έχει το σπέρμα στην κεφαλή («μήκωνος κεβληγόνου δάκρυ») 2. φρ. «κεβλήγονος Ἀτρυτώνη» — η Αθηνά, που γεννήθηκε από την κεφαλή του
    2 KB (144 words) - 12:25, 30 December 2020
  • Acut.42, φλέγματα Pl.Ti.86e, cf. 65e, χυμοί Praxag.Cous 22, cf. Phylotim.9, δάκρυ Call.Fr.313, ἱδρώς Thphr.Sud.4. 2 salado, salobre del mar y aguas minerales
    4 KB (407 words) - 00:00, 1 January 2021
  • distillation from a tree = δάκρυ, ἱδρώς, σταλαγμός ⇢ Look up "distillation from a tree" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    84 bytes (27 words) - 19:05, 22 May 2020
  • που προκαλεί ή συνοδεύεται από δάκρυα («πόνοι δακρυσταγείς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -σταγής < στάζω (πρβλ. αιμοσταγής)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    692 bytes (45 words) - 07:03, 29 September 2017
  • Fishes s. πλῶτα); but δακρυπλώειν (τ 122) not denomin. from *δακρυ-πλώς, but after δάκρυ χέων, χέουσα built as univerbation; cf. Leumann Hom. Wörter 36
    11 KB (1,275 words) - 14:40, 14 July 2020
  • 403c, Plu.2.7b, Varro Sat.Men.350 •c. inf. ἀμουσία τοι μηδ' ἐπ' οἰκτροῖσιν δάκρυ στάζειν E.Fr.407, cf. Pl.Ly.206b •c. gen. ἀ. ἤθους Ph.1.484. II 1falta de
    4 KB (360 words) - 17:35, 31 December 2020
  • shed tears over = καταστάζειν δάκρυ ⇢ Look up "shed tears over" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    66 bytes (24 words) - 11:55, 23 May 2020
  • Works [Seite 519] τό, dim. zum vorigen, Medic. δακρύδιον: τό, ὑποκορ. τοῦ δάκρυ· ― παρὰ μεταγεν. ἰατρ., εἶδος καθαρτικοῦ κόμμεως, ὁ ὀπὸς τῆς σκαμμωνίας,
    1 KB (101 words) - 21:20, 29 December 2020
  • pine, κλαίουσα τέτηκα Il.3.176; τήκετο χρώς Od.19.204; τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης ib.208; ἐν νούσῳ . . δηρὸν τηκόμενος 5.396; τ. νούσῳ Hdt.3.99, cf
    26 KB (2,418 words) - 16:00, 1 January 2021
  • φρ. «δακρυόεν γελάσασα» — αφού χαμογέλασε με δάκρυα στα μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -όεις (πρβλ. αιετόεις, αιματόεις, ακρυόεις)]. * Αναζήτηση σε: Google |
    7 KB (662 words) - 17:00, 1 January 2021
  • 1216; ὕπνος ἐπ' ὄσσοις κίδναται, Eur. Hec. 916; ἐμοὶ κατ' ὄσσων ὡρμήθη δάκρυ, Med. 906 (ὄσσε nur Aesch. Pers. 1021 Eur. Troad. 1314); so auch sp. D.,
    8 KB (828 words) - 16:35, 1 January 2021
  • έναν τόπο 2. κρύβομαι κάτω από κάτι («ἐν τε γὰρ ὀφθαλμοῑς... ὑποικεῑ [ενν. δάκρυ]», Απλ.) 3. (η μτχ. αρσ. πληθ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) ὑποικοῡντες (κατά τον
    467 bytes (45 words) - 12:53, 29 September 2017
  • gota = δάκρυ * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    30 bytes (15 words) - 07:07, 22 August 2017
  • ἰδνοῡμαι, -όομαι (Α) 1. κάμπτομαι, λυγίζω («ὁ δ' ἰδνώθη, θαλερόν δε οἱ ἔκπεσε δάκρυ», Ομ. Ιλ.) 2. (για τη μήτρα) συσφίγγομαι, συστέλλομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδνός ή
    712 bytes (60 words) - 07:18, 29 September 2017
  • сострадание своей превратной судьбой; 2) жалостный, жалобный, горестный (λόγοι, δάκρυ Eur.; ὄψ Soph.). οἰκτρός, ή, όν οἶκτος I. pitiable, in piteous plight,
    10 KB (768 words) - 15:38, 1 January 2021
  • «δακρυσμένος» Λουκ. Ἐνύπν. 4. υς, υ ; gén. υος; plein de larmes. Étymologie: ἐν, δάκρυ. -υ que llora, lleno de lágrimas de pers., I.AI 1.291, Luc.Somn.4 •de la
    1 KB (114 words) - 11:20, 1 January 2021
  • κολῳὸν ἐλαύνειν prolong, keep up the brawl, Il. 1.575. 4 ἐξ ὄσσων ἐς γαῖαν ἐ. δάκρυ E.Supp.96. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 790]
    109 KB (11,569 words) - 12:55, 6 January 2021
  • in extent, Hdt.2.13:—hence perh. metaph., τὸ ἔργον ἀ. Arist.EN1106a16; ἀ. δάκρυ E.HF489. 4 concede, allow, c. inf., suffer or allow a person to do, ἀ. τισὶ
    52 KB (5,313 words) - 20:10, 31 December 2020
  • τοῦτο… γέρας οἶον ὀϊζυροῖσι βροτοῖσι, κείρασθαί τε κόμην βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, cf. 24.46, Il.23.46; πολύν σοι βοστρύχων πλόκαμον κεροῦμαι
    39 KB (3,882 words) - 12:25, 30 December 2020
  • 1 qui ne pleure pas; 2 qui ne fait pas verser de larmes. Étymologie: ἀ, δάκρυ. ᾰδακρυς    1 without tears ἄδακρυν νέμονται αἰῶνα (O. 2.66) (ἄδακρῠς)
    4 KB (325 words) - 00:05, 1 January 2021
  • γίνεται αιτία για δάκρυα, που προκαλεί δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. πολύ-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (119 words) - 14:25, 31 December 2020
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, ΜΑ γεμάτος δάκρυα, ένδακρυς. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. περί-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    951 bytes (62 words) - 12:39, 29 September 2017
  • [Seite 1344] richtiger getrennt κατὰ δάκρυ χέων geschrieben. καταδακρυχέων: ουσα, ἐσφαλμένος τρόπος γραφῆς τοῦ κατὰ δάκρυ χέων.
    304 bytes (17 words) - 10:35, 5 August 2017
  • βᾰρύδακρυς: -υ (δάκρυ), αυτός που χύνει δάκρυα πόνου και οδύνης, σε Ανθ. βαρύδακρυς: υ, gen. υος горько рыдающий (ἀηδών Anth.). δάκρυ weeping grievously
    1 KB (104 words) - 20:15, 29 December 2020
  • Chrm.162c, Men.Sam.112; (γυναῖκε) A.Pers. 190; ἱππικὸν δρόμον S.El.754; δάκρυ A.Ag.204 (lyr.); ὀργήν, θυμόν, ὕβριν, etc., S.El.1011, OC874, E.Ba.555 (lyr
    77 KB (7,307 words) - 10:50, 10 January 2021
  • κτένι» — η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο μσν. 1. ανωμαλία του εδάφους 2. δάκρυ 3. κρίσιμη στιγμή 4. φρ. «δένω κόμπο» — συναντιέμαι, σμίγω αρχ. 1. (κατά
    21 KB (1,821 words) - 12:46, 6 January 2021
  • -ές 1 que fluye a borbotones ὕδωρ Call.Fr.317, αἷμα Nic.Th.307, ἀστεγὲς δάκρυ prob. f.l. App.Anth.3.198 •neutr. como adv. τὰ δ' ἔρρεεν ἀσταγές y éstas
    3 KB (217 words) - 23:11, 31 December 2020
  • 206, Ἰλ. Μ. 158· ψιάδας κ. ἔραζε Π. 459· κατὰ δάκρυ χέουσα Ἰλ. Α. 413, Γ. 142, κτλ.· θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέων Εὐρ. Ι. Α. 40· καὶ Παθ., δάκρυσί μου βλέφαρα
    22 KB (2,035 words) - 23:03, 6 January 2021
  • ἔκ τινος, κρήνης δὲ δίκην ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῖτο δάκρυ Τζέτζ. Ἱστ. 3. 327. derramar ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῖτο δάκρυ Tz.H.3.330.
    828 bytes (51 words) - 08:35, 1 January 2021
  • να πέφτουν απ' τα μάτια («πάθεα... βαρέα δακρυοπετῆ», Αισχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + -πετής < πίπτω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (115 words) - 21:18, 29 December 2020
  • του να κλάψει, που χύνει δάκρυα με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάγκη + -δακρυς < δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (87 words) - 18:15, 31 December 2020
  • ἔξω Men.Pk.332. 2 carry out a corpse for burial, ἐξέφερον θρασὺν Ἕκτορα δάκρυ χέοντες Il.24.786, cf. Hdt.7.117, Antipho 6.21 (Pass.), etc.; also, cause
    63 KB (6,322 words) - 16:30, 1 January 2021
  • θρήνο για να ηρεμήσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + κατάλ. -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    853 bytes (62 words) - 06:36, 29 September 2017
  • λεγόμενου ψυχρού φωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο)- + -γόνος (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, τεκνο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    897 bytes (60 words) - 13:00, 29 September 2017
  • 3. τροπή σε θ, όπως ψεῦδος, ψύθος, 4. τροπή σε λ, όπως δαήρ, Λατ. levir, δάκρυ lacryma, δασύς λάσιος, 5. τροπή σε σ, όπως ὀδμή, ὀσμή, ἴδμεν, ἴσμεν, 6. μερικές
    4 KB (456 words) - 06:20, 1 January 2019
  • (wolven) is de kaak rood van het bloed Il. 16.159; τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης haar fraaie wangen werden vochtig, terwijl zij tranen stortte Od
    3 KB (304 words) - 19:10, 30 December 2020
  • Antipho 3.4.2; ὀνείδη Pl. Lg. 762a; εὐσέβειαν ἐκ πατρὸς οἴσῃ S. El. 969; δάκρυ πρὸς τῶν κλυόντων A. Pr. 638; ἀπό τινος βοσκάν Id. Eu. 266 (lyr.); ἐξ ἀνανδρίας
    209 KB (23,178 words) - 10:55, 10 January 2021
  • («ἐπεδάκρυσε τῇ μνήμῃ τοῦ Λύσιδος», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δακρύω (< δάκρυ)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    392 bytes (24 words) - 07:11, 29 September 2017
  • ἐξαποστάζω (Μ) αποστάζω, κάνω κάτι να στάζει, χύνω («τὸ προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ», Θ. Πρόδρ.). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    219 bytes (23 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ἐλεεινότατον, σε Δημ. 2. αυτός που δείχνει οίκτο, συμπονετικός, ἐλ. δάκρυον, δάκρυ θλίψης, σε Ομήρ. Οδ.· οὐδὲν ἐλεεινόν, κανένα αίσθημα οίκτου, σε Πλάτ. II
    15 KB (1,432 words) - 16:55, 6 January 2021
  • ος, ον : qui dégoutte de larmes, qui épanche des larmes. Étymologie: δάκρυ, στάζω. (δακρῠσίστακτος) -ον que derrama lágrimas δακρυσίστακτον ἀπ' ὄσσων
    2 KB (140 words) - 21:20, 29 December 2020
  • [Seite 374] = -κτί, adv. zum folgenden, λείβων δάκρυ, στένων, Soph. O. C. 1253. 1642; ἐχώρει τὰ δάκρυα Plat. Phaedr. 117 c.
    237 bytes (21 words) - 19:07, 2 August 2017
  • ή που συνοδεύεται με πολλά δάκρυα («ἀριδάκρυος γόος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (101 words) - 17:20, 31 December 2018
  • savia de plantas = δάκρυ * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    30 bytes (17 words) - 07:20, 22 August 2017
  • -ον) 1. αυτός που δεν στενάζει («Ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ», Δ. Σολωμός «ἄκλαυτος, ἀστένακτος» — χωρίς κλάματα και στεναγμούς, Ευρ.)
    818 bytes (64 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ἄδακρυς (-υος), -υ (Α) δάκρυ 1. αυτός που δεν δακρύζει ή δεν δάκρυσε, ο χωρίς δάκρυα, αδάκρυτος 2. αυτός που δεν προξενεί δάκρυα 3. αυτός για τον οποίο
    911 bytes (79 words) - 06:31, 29 September 2017
  • αυτός που προκαλεί ίκτερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + -γονος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, καπνο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    393 bytes (23 words) - 07:18, 29 September 2017
  • -ο κολλαγόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόλλα + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (20 words) - 07:24, 29 September 2017
  • ὁ, Α υδρορρόη. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)- + -ρόος (< ῥέω), πρβλ. δακρύ-ρροος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    331 bytes (20 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ηλεκτρισμό, ο ηλεκτροπαραγωγός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεκτρο- + -γονος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    439 bytes (25 words) - 06:36, 29 September 2017
  • Φ. 3. 13, 2. -οῶ; seul. prés. et impf. fondre en larmes. Étymologie: δάκρυ, ῥέω. I intr. 1 derramar lágrimas, llorar c. suj. de pers. δακρυρροεῖ δύστηνος
    4 KB (384 words) - 21:25, 29 December 2020
  • (Α) ικτεριώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + κατάλ. -(ο)εις, (πρβλ. αλγιν-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    379 bytes (24 words) - 07:19, 29 September 2017
  • (lyr.); τερμίαν ἁμέραν S.Ant.1330 (lyr.); ὕπνον Id.Ph.638; χαράν E.Fr.174; δάκρυ Id.Alc.1081. 7 bear up, φελλοὶ δ' ὥς. ἄγουσι δίκτυον A.Ch.506. 8 carry far
    127 KB (13,655 words) - 10:45, 10 January 2021
  • δακρυογόνος: заставляющий лить слезы (эпитет Арея) Aesch. δακρυογόνος -ον [δάκρυ, γίγνομαι] tranen opwekkend.
    1 KB (92 words) - 21:30, 29 December 2020
  • person or thing : 1 c. acc. pers., ὀδυρομένη φίλα τέκνα Il.2.315 ; Ἕκτορα δάκρυ χέοντες ὀδύροντο 24.714, cf. S.OC1439, Ant. 693 : less freq. c. acc. rei
    15 KB (1,436 words) - 16:30, 1 January 2021
  • prompt à pleurer. Étymologie: ταχύς, δάκρυ. -υ, Α αυτός που δακρύζει εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταχυ- + -δάκρυς (< δάκρυ), πρβλ. πολύ-δακρυς]. * Αναζήτηση σε:
    2 KB (118 words) - 12:35, 31 December 2020
  • Ἱκ. 71. υς, υ ; gén. υος; aux larmes sans fin. Étymologie: ἄπειρος², δάκρυ. -υ que no conoce el llanto καρδία A.Supp.71. ἀπειρόδακρυς, -υ (Α) αυτός
    1 KB (112 words) - 20:05, 31 December 2020
  • βροχής στο έδαφος σε μικρή απόσταση από τη βάση του τοίχου. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + ροή (πρβλ. υδρορρόη)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    510 bytes (40 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Click links below for lookup in third sources: A f.l. for ἀσταγής, δάκρυ App.Anth.3.198. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works v. ἀσταγής
    789 bytes (47 words) - 23:20, 31 December 2020
  • δάκρη: Pind. pl. к δάκρυ.
    66 bytes (5 words) - 18:11, 31 December 2018
  • сырой (ἄνεμος Hom.; γῆ Xen.; ξύλον NT); 3) текучий (ὕδωρ Hom.; ῥέεθρα Soph.; δάκρυ Eur.); 4) водный, морской (κέλευθα Hom.); 5) водяной (θῆρες Anth.); 6) дождливый
    45 KB (3,931 words) - 13:35, 1 January 2021
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (91 words) - 12:30, 1 January 2021
  • δακρυότιμος, -ον (Α) εκείνος του οποίου τον θάνατο τιμούν με δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + τιμή. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (75 words) - 21:20, 29 December 2020
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, ΜΑ αυτός που χύνει πολλά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + δάκρυ (πρβλ. βαρύ-δακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (71 words) - 20:40, 30 December 2020
  • Βόσπορος (Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + επίθημα -όεις (πρβλ. βοτρυ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    879 bytes (62 words) - 07:20, 29 September 2017
  • από τους κροτάφους στο πηγούνι), σε Αριστοφ.· πολιὸν δάκρυον ἐμβαλών, το δάκρυ ενός γέροντα, σε Ευρ. β) μεταφ., γκριζομάλλης, σεβάσμιος, στον ίδ. II. όπως
    22 KB (2,063 words) - 15:45, 1 January 2021
  • κάποιον αρχ. θρηνώ μαζί με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + δακρύω «δακρύζω» (< δάκρυ)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    3 KB (189 words) - 10:35, 31 December 2020
  • mi anterior audacia Pl.Chrm.155c, cf. Plu.Dem.23, ἂν λάβω ξύλον, ποήσω τὰ δάκρυ' ὑμῶν ταῦτ' ἐγὼ ἐκκεκόφθαι Men.Sam.441, c. ac. de rel. τὴν αἴσθησιν ἐκκεκομμένος
    23 KB (2,348 words) - 10:45, 10 January 2021
  • Πρίαμος ἴδοι υἱόν, Il. 24, 583, vgl. 17, 408; αὐτὰρ ὁ νόσφι ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ, seitwärts sehend, Od. 17, 304; häufig mit ἀπό verbunden, νόσφιν ἀπ' ἄλλων
    16 KB (1,559 words) - 16:15, 30 December 2020
  • («ἐπεδάκρυσε τῇ μνήμῃ τοῦ Λύσιδος», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δακρύω (< δάκρυ)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    2 KB (143 words) - 09:20, 1 January 2021
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, Μ αυτός που δακρύζει λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σύντομος + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. ἀπειρό-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    508 bytes (33 words) - 12:56, 29 September 2017
  • avergonzarse de αἰ. γυμνοῦσθαι κούρῃσιν ἐϋπλοκάμοισι μετελθών Od.6.221, ἐκβαλεῖν δάκρυ E.IA 451 •c. ac. y oración αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ... αἴ κε ... Il.6
    23 KB (2,235 words) - 19:45, 29 December 2020
  • ζῆτα II. 2 3. into θ, as ψεῦδος ψύθος. 4. into λ, as δαήρ, Lat. levir, δάκρυ lacryma, δασύς λάσιος. 5. into ς, as ὀδμή ὀσμή, ἴδμεν ἴσμεν. 6. sometimes
    8 KB (759 words) - 21:15, 29 December 2020
  • 3) ἀφίνω τι νὰ πέσῃ, ἐτέρωσε κάρη βάλεν Ἰλ. Θ. 306, πρβλ. Ψ. 697 · β. ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Ὀδ. Δ. 198, πρβλ. 114· κατὰ βλεφάρων βάλλω δάκρυα Θέογν. 1026 · κατ’
    9 KB (919 words) - 20:25, 29 December 2020
  • Όμηρ., Τραγ.· επίσης απλώς, πηγαίνω ή έρχομαι, στον ίδ. II. λέγεται για δάκρυ, φεύγω, ρέω, κυλώ από τα μάτια, σε Σοφ.· λέγεται για φήμες, εξαπλώνομαι,
    26 KB (2,428 words) - 16:30, 1 January 2021
  • einfallen, oder von Leidenschaften: ihn ergreifen, γόου δὲ μηδὲν εἰσίτω δάκρυ Soph. Tr. 1189; καί τοί μ' εἰσῄει δεῖμα Eur. Or. 1668; τὸν Ἀστυάγεα εἰσῄει
    27 KB (2,854 words) - 01:39, 30 December 2020
  • traan = δάκρυ, δάκρυμα, δάκρυον * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    74 bytes (34 words) - 12:30, 10 January 2019
  • bones like the distillation of a pine = σάρκες δ' ἀπ' ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον ⇢ Look up "the flesh fell from her bones like the distillation
    128 bytes (43 words) - 16:40, 6 July 2020
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (71 words) - 11:15, 1 January 2021
  • κλαίει πάρα πολύ και χύνει πικρά δάκρυα, δακρύβρεκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (70 words) - 19:50, 30 December 2020
  • μυδαλέον. ἐπίδακρυς, -υ (AM) δακρυσμένος, κλαμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    874 bytes (52 words) - 08:47, 1 January 2021
  • ποηυδάκρυτος. ος, ον : qui fait verser des larmes abondantes. Étymologie: πολύς, δάκρυ. -ον, Α πολύδακρυς. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (155 words) - 20:55, 30 December 2020
  • προκαλώντας τον κάματο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάματος + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    711 bytes (46 words) - 06:39, 29 September 2017
  • χιλιοστομέτρων, αλλ. βαθμός ζέσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζέση + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ηχο-γόνος. Η λ. μαρτυρείται στον Όθωνα Α. Ρουσόπουλο]. * Αναζήτηση
    805 bytes (56 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καύση τους παράγεται καπνός. [ΕΤΥΜΟΛ. < καπνός + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, σεισμο-γόνος. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρηγ. Χαντσερή].
    734 bytes (54 words) - 06:38, 29 September 2017
  • dud. hacer cesar ἀγκόπασον μητ[έρ' ἐμὴν δακρύ] ων haz que mi madre ponga fin a sus llantos, GVI 1249.14 (Itano II/I a.C.) (ap.crít.).
    193 bytes (28 words) - 11:44, 21 August 2017
  • 2 ὑποικοῦντες, = γείτονες, Poll. 6.113. II lie hidden, ἐν ὀφθαλμοῖς ὑ. δάκρυ APl.4.111 (Glauc.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite
    2 KB (135 words) - 14:25, 1 January 2021
  • (Α) ικτεριώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + κατάλ. -(ο)εις, (πρβλ. αλγιν-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    506 bytes (32 words) - 07:19, 29 September 2017
  • dif. de παραθαλάσσιος Plu.l.c., στάσεις ἐνόδιοι σκηνῶν Plu.Ant.9, εἰνόδιον δάκρυ παρερχομένων lágrima junto al camino derramada por los pasajeros ante un
    12 KB (1,360 words) - 10:45, 10 January 2021
  • myself shed tears in sympathy with you = ἐγώ σ' ἀπ' ὄσσων ἐκβαλόντ' ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν ⇢ Look up "seeing you let fall tears
    171 bytes (61 words) - 16:50, 6 July 2020
  • celui qui parle, « celui-ci, celui-là » : καί ποτέ τις εἴπῃσιν, ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν, Ἕκτορος ἥδε γυνή IL et l’on dira en te voyant verser des larmes :
    56 KB (5,796 words) - 12:40, 16 January 2021
  • παρειῶν δάκρυον ἧκε χαμᾶζε, ließ auf die Erde fallen, Od. 16, 191; ἵετε δάκρυ Aesch. Ch. 150. Vgl. ἐκ δ' ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμᾶζε, ließ das Schwert
    68 KB (6,742 words) - 17:05, 1 January 2021
  • ἔνδακρυς, Ἡσύχ. -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    899 bytes (51 words) - 14:30, 1 January 2021
  • θυγατρο- (< θυγάτηρ, πρβλ. γεν. θυγατρ-ός) + -γόνος (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, δρυο-γόνος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (79 words) - 10:01, 30 December 2020
  • καρπογόνον η καρπογονία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρπός (Ι) + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος ζωο-γόνος)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (90 words) - 10:45, 30 December 2020
  • ηερο-, ιων. τ. αερο- (< αήρ, πρβλ. ιων. γεν. ηέρος) + καταλ. -όεις, πρβλ. δακρυ-όεις, κυματ-όεις]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (374 words) - 11:35, 1 January 2021
  • ἀρχῆς ἔχον τὸ δίγαμμα δαϝήρ· πρβλ. Σανσκρ. dêvâ, dêvaras· Λατ. lēvir (πρβλ. δάκρυ lacrima)· Ἀγγλο - Σαξ. tâcor· Παλαιο - Γερμ. zeihhur· Σλαυ. deveri). 1adv
    115 KB (12,436 words) - 16:45, 1 January 2021
  • θρήνο για να ηρεμήσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + κατάλ. -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    5 KB (424 words) - 16:30, 1 January 2021
  • < νέκταρ, -αρος + -σταγής (< θ. σταγ- του στάζω, πρβλ. σταγ-ῆναι), πρβλ. δακρυ-σταγής, μυρο-σταγής]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (88 words) - 16:05, 30 December 2020
  • είναι γεμάτος βούρλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρύον + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις, οθρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (71 words) - 10:02, 30 December 2020
  • κρατά λαμπάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαμπάς, -άδος + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (72 words) - 13:40, 30 December 2020
  • Βόσπορος (Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + επίθημα -όεις (πρβλ. βοτρυ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (283 words) - 16:35, 1 January 2021
  • da←man (δῆγμα)· Γοτθ. tah-ja (σκορπίζω), dis-tah-eins (διασπορά)· πρβλ. δάκρυ). Δαγκάνω· ἐπὶ κυνῶν, δακέειν μὲν ἀπετρωπῶντο λεόντων Ἰλ. Σ. 585· ἐπὶ τοῦ
    4 KB (379 words) - 21:20, 29 December 2020
  • ηερο-, ιων. τ. αερο- (< αήρ, πρβλ. ιων. γεν. ηέρος) + καταλ. -όεις, πρβλ. δακρυ-όεις, κυματ-όεις]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (71 words) - 07:16, 29 September 2017
  • + -χαρής (< θ. χαρ-, πρβλ. ε-χάρ-ην, αόρ. του χαίρω), πρβλ. αιμο-χαρής, δακρυ-χαρής]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (80 words) - 12:25, 30 December 2020
  • μητιόεντα», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μῆτις (Ι) + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (239 words) - 15:25, 30 December 2020