Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θαρραλέος" on this wiki. See also the other search results found.

  • θάρρος. -α, -ο (AM θαρσαλέος, νεώτ. αττ. τ. θαρραλέος, -α, -ον) άφοβος, τολμηρός, γεμάτος θάρρος (α. «θαρραλέος μαχητής» β. «θαρσαλέα φωνά», Πίνδ.) αρχ. 1
    3 KB (208 words) - 20:00, 30 December 2018
  • [Seite 1187] später gew. statt des ion. u. altatt.θαρσαλέος, w. m. s.
    157 bytes (13 words) - 19:17, 2 August 2017
  • -α, -ο (ΜΑ ἀνδρεῑος, -εία, -ον) γενναίος, θαρραλέος νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ανδρείο(ν) βοτ. ο ανδρώνας του άνθους αρχ. 1. αυτός που ταιριάζει σε άνδρα
    1 KB (88 words) - 11:00, 23 December 2018
  • -ή, -ό 1. τολμηρός, θαρραλέος, ριψοκίνδυνος 2. (για πράξεις) αυτός που συντελείται μετά από τολμηρή απόφαση 3. κρίσιμος, μεγάλης σημασίας («αποφασιστική
    621 bytes (44 words) - 06:22, 29 September 2017
  • ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος 2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος αρχ. 1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες 2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας
    617 bytes (48 words) - 06:54, 29 September 2017
  • «ευγενής στην καταγωγή, γενναίος, ανδρείος» Όμ., αρχ. θρασύς «τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος», τολμηρός και ανδρείος. ΠΑΡ. γενναιότητα μσν. γενναιάζω. ΣΥΝΘ
    3 KB (218 words) - 07:01, 29 September 2017
  • «είμαι έτοιμος να κάνω ό, τι μού πεις») 3. ο τολμηρός, ο ριψοκίνδυνος, ο θαρραλέος (α. «είμαι έτοιμος για όλα» β. «τὴν τοῦ Βρασίδου γνώμην ὁρῶντες ἑτοίμην»
    8 KB (564 words) - 12:20, 15 February 2019
  • σωματοφύλακας στην υπηρεσία πλουσίων και ισχυρών 2. (ως επίθ. αρσ.) γενναίος, θαρραλέος, ανδρείος νεοελλ. πληρωμένος ταραχοποιός που ενεργεί για λογαριασμό άλλου
    910 bytes (55 words) - 11:57, 29 September 2017
  • c. θαρραλέος. (θάρσος), comp. -εώτερον: courageous, daring, bold; in bad sense, Od. 17.449.—Adv., θαρσαλέως. θαρσαλέος, -α, -ον (AM) θαρραλέος. [ΕΤΥΜΟΛ
    9 KB (733 words) - 14:05, 4 July 2020
  • μπράβο η επιδοκιμασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. bravo! < ιταλ. bravo «έξοχος, θαρραλέος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • -η, -ο (ΑΜ εύτολμος, -ον) αυτός που έχει τόλμη, ο τολμηρός, ο θαρραλέος, ο σθεναρός νεοελλ.-μσν. αποφασιστικός αρχ. επιγρ. (με κακή σημ.) θρασύς. επίρρ
    866 bytes (57 words) - 07:15, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐθαρσής, -ές) 1. αυτός που έχει πολύ θάρρος, ο θαρραλέος αρχ. 1. (για μεταφραστές) ο τολμηρός 2. ο ασφαλής, ο ακίνδυνος («αἱ δὲ φανεραὶ φυλακαὶ
    1 KB (85 words) - 07:14, 29 September 2017
  • θυμωμένος, -η, -ο α) αγριεμένος, οργισμένος β) άγριος, ανήμερος γ) ψυχωμένος, θαρραλέος αρχ. 1. (για ζώα) είμαι άγριος, ατίθασος, δυσήνιος 2. (το ουδ. της μτχ
    4 KB (288 words) - 15:20, 15 January 2019
  • άνθρωπος 2. ιερός νεκρός στον οποίο αποδίδονται μεταθανάτιες τιμές 3. θαρραλέος, ατρόμητος που φτάνει ως την αυτοθυσία για κάποιο ανώτερο σκοπό νεοελλ
    4 KB (329 words) - 06:40, 29 September 2017
  • θάνατον PLAT être plein de résolution en face de la mort. Étymologie: θαρραλέος.
    231 bytes (21 words) - 19:58, 9 August 2017
  • -ή, -ό, Ν 1. πονόψυχος, καλόψυχος 2. θαρραλέος, τολμηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + κατάλ. -ερός (πρβλ. βροχ-ερός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    383 bytes (25 words) - 06:29, 29 September 2017
  • μεγαλοκάρδιος, -ία, -ον (Μ) θαρραλέος, γενναίος. επίρρ... μεγαλοκαρδίως (Μ) μεγαλόκαρδα, μεγαλόψυχα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    243 bytes (20 words) - 07:36, 29 September 2017
  • -εῖα, ύ θηλ. θρασέα χάριν τοῦ μέτρου, Φιλήμ. Γάμ. 4∙ (ἴδε ἐν τέλ.)∙ - θαρραλέος, τολμηρός, γενναῖος, Λατιν. audax, Ὁμηρικὸν ἐπίθετον τοῦ Ἕκτορος, Ἰλ. Θ
    17 KB (1,531 words) - 17:50, 4 July 2020
  • μωαμεθανός μοναχός που ζει φτωχικά συνήθως μαζί με άλλους σε τεκέ 2. θαρραλέος («τα λέει σαν δερβίσης») 3. άνθρωπος που δεν εργάζεται και περνάει ξεκούραστα
    635 bytes (47 words) - 07:03, 29 September 2017
  • (I) -η, -ο (ΑΜ εὔψυχος, -ον) γενναιόψυχος, ανδρείος, θαρραλέος, εύτολμος, αποφασιστικός, γενναιόκαρδος, λεοντόκαρδος αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔψυχον η
    1 KB (71 words) - 13:38, 8 January 2019
  • ητος (ἡ) : confiance, hardiesse. Étymologie: θαρραλέος.
    111 bytes (6 words) - 19:58, 9 August 2017
  • τις σκέψεις κάποιου (Ηρόδ.) ζ) «μέγα φρονῶ» i) έχω υψηλό φρόνημα, είμαι θαρραλέος (Ομ. Ιλ.) ii) (με κακή σημ.) είμαι αλαζόνας, επαίρομαι (Σοφ.) iii) (για
    5 KB (374 words) - 12:55, 29 September 2017
  • virt. mor. 6. – Advb., Sp., wie Hdn. 4, 3, 7. θῡμοειδής: -ές, εὔθυμος, θαρραλέος, ζωηρός, Λατ. animosus, ἀντιτίθεται τῷ ἄθυμος, Ἱππ. π. Ἀέρ. 288, Πλάτ.
    6 KB (418 words) - 13:25, 3 July 2020
  • ο 1. θαρραλέος, παληκαράς 2. άνθρωπος φιλόνικος, καβγατζής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αραβοτουρκ. adam. ΠΑΡ. αντάμικος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    384 bytes (22 words) - 06:55, 29 September 2017
  • η (Α θαρσαλεότης, -ότητος, νεώτ. αττ. τ. θαρραλεότης) θαρραλέος θάρρος, τόλμη, ανδρεία, γενναιότητα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    222 bytes (22 words) - 07:17, 29 September 2017
  • εὐκάρδιος, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει γενναία καρδιά, ο θαρραλέος, ο τολμηρός 2. (για ίππο) σφριγηλός, θυμοειδής 3. ο καλός για το στομάχι 3. αυτός που
    738 bytes (51 words) - 07:14, 29 September 2017
  • πέρδικας 3. μτφ. φρ. «το λέει η περδικούλα του» — το λέει η καρδιά του, είναι θαρραλέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    395 bytes (38 words) - 12:16, 29 September 2017
  • Alex. Trall.Febr.4. εὐκάρδιος: -ον, (καρδία) ἔχων γενναίαν καρδίαν, θαρραλέος, εὔτολμος, Λατ. egregie cordatus, Σοφ. Αἴ. 364· καρτερικός, Φιλ. 535, κτλ
    4 KB (270 words) - 13:55, 4 July 2020
  • εὐτολμότερον ἅψασθαι Plut. Sol. 14. εὔτολμος: -ον, ὁ ἔχων πολλὴν τόλμην, θαρραλέος, εὐτόλμῳ ψυχᾶς λήματι Σιμωνίδ. 140 (199)· ἀπ. εὐτ. φρενὸς Αἰσχύλ. Ἀγ. 1309·
    4 KB (358 words) - 13:46, 4 July 2020
  • εμψυχώνω, ενθαρρύνω 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) ψυχωμένος, -η, -ο γενναίος, θαρραλέος μσν. παθ. ψυχοῡμαι, -όομαι ριζώνω σαν φυτό και αντλώ ζωή («εἰς ἐμένα ἐψυχώθη
    963 bytes (78 words) - 06:16, 29 September 2017
  • εὖ, θάρσος. -ές (ΑΜ εὐθαρσής, -ές) 1. αυτός που έχει πολύ θάρρος, ο θαρραλέος αρχ. 1. (για μεταφραστές) ο τολμηρός 2. ο ασφαλής, ο ακίνδυνος («αἱ δὲ
    5 KB (427 words) - 13:50, 4 July 2020
  • ἔνθυμος, -ον (Α) θυμός εμψυχωμένος, θαρραλέος, ζωηρός, σφριγηλός. επίρρ... ἐνθύμως πρόθυμα, εγκάρδια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    263 bytes (21 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ἀλκήεις, -εσσα, -εν (Α) ἀλκή 1. γενναίος, πολεμικός, θαρραλέος 2. στιβαρός, δυνατός, ισχυρός 3. καρτερικός, ανθεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    300 bytes (25 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ροπή, τάση για κάτι 8. αυτός που έχει ετοιμότητα πνεύματος 9. τολμηρός, θαρραλέος 10. απελπισμένος, μανιώδης, παράφορος 11.0 αφιερωμένος στη μνήμη κάποιου
    9 KB (736 words) - 17:30, 1 July 2020
  • «φοροῦσεν ἀνδρικά», vestem virilem, Διογ. Λ. 3. 46. ΙΙ. ἀνδρεῖος, γενναῖος, θαρραλέος, Ἡρόδ. 7. 153, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ., ἔτι δὲ καὶ γυνή, ὡς, δεῖ τὴν γυναῖκα
    17 KB (1,520 words) - 15:00, 4 July 2020
  • μαχητικός 1. η ιδιότητα του μαχητικού, το να είναι κανείς ορμητικός ή θαρραλέος στη μάχη, η διάθεση ή θέληση για μάχη 2. μτφ. αγωνιστική διάθεση, τόλμη
    672 bytes (56 words) - 07:36, 29 September 2017
  • ντερβίσικος, -η, -ο δερβίσης Ι. 1. αυτός που ανήκει ή ταιριάζει σε δερβίση 2. ο θαρραλέος II. επίρρ. δερβίσικα 1. με τρόπο που ταιριάζει σε δερβίση 2. θαρραλέα.
    371 bytes (38 words) - 07:03, 29 September 2017
  • προσφώνηση αγαπημένου προσώπου) αγάπη μου β) «το λέει η καρδούλα του» — είναι θαρραλέος, τολμηρός γ) «άπτει η καρδούλα μου» — βρίσκομαι σε ταραχή, σε έξαψη δ)
    2 KB (123 words) - 07:22, 29 September 2017
  • καὶ προθύμως, Xen. Hipparch. 8, 21. εὔψῡχος: -ον, (ψυχὴ) ἔχων θάρρος, θαρραλέος, εὔτολμος, γενναῖος, γενναιόψυχος, Λατ. animosus, Αἰσχύλ. Περσ. 394, Εὐρ
    5 KB (364 words) - 13:50, 4 July 2020
  • θαρρευτός, -ή, -ό [Μ θαρρετός, -ή, -ό(ν)] θαρρώ 1. αυτός που έχει θάρρος, θαρραλέος, τολμηρός 2. ενθαρρυντικός («θαρρετό σημάδι», Φαλιέρ.) νεοελλ. 1. θρασύς
    2 KB (115 words) - 12:30, 15 February 2019
  • d’un grand courage. Étymologie: μέγας, θάρσος. μεγαθαρσής, -ές (Α) πολύ θαρραλέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα- + -θαρσής (< θάρσος), πρβλ. κυνο-θαρσής, πολυ-θαρσής]
    2 KB (82 words) - 22:15, 30 June 2020
  • ἀγηνορῶ (-έω) (Α) ἀγήνωρ είμαι ανδρείος, θαρραλέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    130 bytes (16 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ληματιῶ, -άω (Α) [[[λήμα]] (II)] έχω τόλμη, είμαι θαρραλέος, αποφασιστικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    163 bytes (19 words) - 07:32, 29 September 2017
  • εὐτολμῶ, -έω (Α) εύτολμος είμαι τολμηρός, θαρραλέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    132 bytes (16 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐθαρσῶ, -έω (Α) ευθαρσής έχω θάρρος, είμαι εύτολμος, θαρραλέος («καὶ πυλῶν ἐπ' ἐξόδοις μίμνοντες εὐθαρσεῑτε», Αισχύλ,). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    263 bytes (25 words) - 07:14, 29 September 2017
  • διάφ. γραφ. ἐν Θουκ. 7. 77· ἴδε θράσος. θαρσύς, -εῖα, -ύ (Α) τολμηρός, θαρραλέος. επίρρ... θαρσέως και θαρσέα (Μ) 1. με θάρρος, θαρραλέα 2. υπερβολικά
    835 bytes (70 words) - 21:48, 31 December 2018
  • ιταλ. bravare «περιαυτολογώ, κάνω τον καμπόσο» < ιταλ. bravo «έξοχος, θαρραλέος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    451 bytes (27 words) - 12:00, 29 September 2017
  • τε καὶ ἀρτίπος», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. γεμάτος ψυχικό και ηθικό σθένος, θαρραλέος (α. «σθεναρή στάση» β. «σθεναρή αντίσταση») 2. το αρσ. ως ουσ. σθεναρός
    5 KB (354 words) - 15:15, 4 July 2020
  • θηλ. μαχητίς, -ίδος ή μαχῆτις -ιδος) 1. αυτός που μάχεται με ανδρεία, ο θαρραλέος ή ορμητικός πολεμιστής («Τυδεύς τοι μικρὸς μὲν ἔην δέμας, ἀλλὰ μαχητής»
    4 KB (290 words) - 19:21, 29 June 2020
  • μερίδα κρέατος, στον ίδ. 2. αυτός που διαθέτει υψηλό φρόνημα, ορμητικός, θαρραλέος, γενναίος, ζωηρός· τὸ νεανικώτατον, η πιο τολμηρή, η πιο θαρραλέα πράξη
    13 KB (1,009 words) - 16:10, 4 July 2020
  • πράγματος, ἄγος Αἰσχ. Εὐμ. 168· ἄκρη Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 740· - παρὰ Πλάτωνι, θαρραλέος, γενναῖος, ἀνδρεῖος, γενναίους τε καὶ βλ. τὰ ἤθη Πολ. 535Β· βλ. γε τὴν
    14 KB (1,407 words) - 13:50, 4 July 2020
  • εμφανίζεται επίσης στη λέξη ἀρετή, η πρώτη ιδέα της ανδρείας (vir-tus), είμαι θαρραλέος, γενναίος στο πόλεμο) [ᾰ σε Όμηρ., εκτός από κλητ. Ἆρες· σε Αισχύλ. μακρό
    15 KB (1,360 words) - 13:45, 4 July 2020
  • («οἵαις ἐν πολέμοισι μάχαις τλάμονι ψυχᾷ παρέμεινε», Πίνδ.) 3. τολμηρός, θαρραλέος («ὧδέ τε θαρσαλέοι και τλήμονες», Ομ. Ιλ.) 4. (με κακή σημ.) παράτολμος
    13 KB (1,010 words) - 16:04, 4 July 2020
  • ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος 2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος αρχ. 1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες 2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας
    8 KB (685 words) - 15:28, 1 July 2020
  • willenskräftig, entschlossen, VLL. ληματίας, ὁ (Α) [[[λήμα]] (II)] θαρραλέος, αποφασιστικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    723 bytes (35 words) - 15:54, 1 July 2020
  • κλίση για μάχη ή διάθεση για πόλεμο, φιλοπόλεμος, πολεμοχαρής 3. γενναίος, θαρραλέος, ορμητικός, αγωνιστικός 4. το θηλ. ως ουσ. η μαχητική (ενν. τέχνη) η τέχνη
    4 KB (322 words) - 10:50, 1 July 2020
  • 68.357A. Source: ἀπότολμος -η, -ο (AM ἀπότολμος, -ον) 1. τολμηρός, θαρραλέος 2. ριψοκίνδυνος 3. ικανός μσν.- νεοελλ. επίρρ. απότολμα 1. με θάρρος 2
    1 KB (96 words) - 00:15, 30 June 2020
  • θῦμός. ἀγήνωρ: [ᾰ], -ορος, ὁ, ἡ (ἄγαν, ἀνήρ), ποιητ. επίθ., ανδρείος, θαρραλέος, ηρωικός, σε Ομήρ. Ιλ.· με αρνητική σημασία, ξεροκέφαλος, ισχυρογνώμων
    6 KB (490 words) - 23:45, 29 June 2020
  • -ον, ὑπερμέτρως θαρραλέος, παράτολμος, Γεώργ. Ἀλεξ ἐν Βίῳ Ἰω. Χρυσ. σ. 232, κλ. -ον, Μ πάρα πολύ εύψυχος, εξαιρετικά γενναίος, θαρραλέος, παράτολμος, γενναιόκαρδος
    671 bytes (40 words) - 12:16, 29 September 2017
  • λαμβάνει περιοριστική σημασία, ὥς τις θαρσαλέος ἐσσί, κάπως θαρραλέος, δηλ. πολύ θαρραλέος, σε Ομήρ. Οδ.· δυσμαθής τις, τύπος ανθρώπου που δεν μαθαίνει
    80 KB (7,499 words) - 16:00, 4 July 2020
  • «ευγενής στην καταγωγή, γενναίος, ανδρείος» Όμ., αρχ. θρασύς «τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος», τολμηρός και ανδρείος. ΠΑΡ. γενναιότητα μσν. γενναιάζω. ΣΥΝΘ
    21 KB (1,886 words) - 15:00, 5 July 2020
  • wie Od. 13, 387; u. in späterer Prosa, wie Plut. πολυθαρσής: -ές, λίαν θαρραλέος, εὐθαρσής, μένος Ἰλ. Ρ. 156, Ὀδ. Ν. 387. ής, ές : plein de confiance
    2 KB (144 words) - 15:56, 1 July 2020
  • θαρσήεις: εσσα, εν, = θαρσαλέος, Νόνν. Δ. 13. 562. θαρσήεις, -εσσα, -εν (Α) θαρραλέος, ανδρείος, γενναίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θάρσος + κατάλ. -ήεις (πρβλ. διν-ήεις,
    1 KB (57 words) - 06:35, 29 September 2017
  • «είμαι έτοιμος να κάνω ό, τι μού πεις») 3. ο τολμηρός, ο ριψοκίνδυνος, ο θαρραλέος (α. «είμαι έτοιμος για όλα» β. «τὴν τοῡ Βρασίδου γνώμην ὁρῶντες ἑτοίμην»
    30 KB (2,708 words) - 15:55, 4 July 2020
  • κύμανση υδάτινης επιφάνειας, ανατρίχιασμα, ρίγος» + επίθημα -αλέος (πρβλ. θαρραλέος, νυστ-αλέος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (257 words) - 16:00, 1 July 2020
  • Source: ἀλκήεις ἀλκήεις, -εσσα, -εν (Α) ἀλκή 1. γενναίος, πολεμικός, θαρραλέος 2. στιβαρός, δυνατός, ισχυρός 3. καρτερικός, ανθεκτικός. Αναζήτηση σε:
    3 KB (264 words) - 11:15, 29 June 2020
  • confident, relying upon (τινί), Il. 13.823. θάρσυνος, -ον (Α) 1. θαρραλέος («Τρώων δέ πόλις ἐπί πᾱσα βέβηκε θάρσυνος», Ομ. Ιλ.) 2. (με δοτ.) αυτός
    2 KB (152 words) - 14:30, 30 June 2020
  • πανθαρσής: -ές, καθ’ ὑπερβολὴν εὐθαρσής, Μανέθων 2. 171. -ές, Α εξαιρετικά θαρραλέος, πολύ γενναίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + -θαρσής (< θάρσος), πρβλ. πολυ-θαρσής]
    1 KB (45 words) - 08:40, 1 July 2020
  • τρομαγμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτοία / πτόα «τρομάρα, φόβος» + επίθημα -αλέος (πρβλ. θαρραλέος, κερδ-αλέος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    982 bytes (41 words) - 10:52, 29 June 2020
  • που χαρακτηρίζεται από ορισμένη ιδιότητα», πρβλ. φρικαλέος, ρωμαλέος, θαρραλέος, λυσσαλέος, φευγαλέος κ.ά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (181 words) - 11:00, 19 December 2018
  • θρασύς, Ἡσύχ.· καὶ ἀφάρυμος = ἄτολμος, ὁ αὐτ. -ή, -όν, Α τολμηρός, θαρραλέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    630 bytes (31 words) - 12:59, 29 September 2017
  • die Leichensteine, Ep. ad. 721 bl App. 2441. εὐψῡχέω: εἶμαι εὔψυχος, θαρραλέος, Ἐπιστ. π. Φιλ. β΄, 19, Πολυδ. Γ΄, 135. ΙΙ. εὐψύχει, χαῖρε, συνήθης ἐπιγραφὴ
    4 KB (346 words) - 12:40, 1 July 2020
  • (I) ἀδεής, -ές (Α) 1. αυτός που δεν φοβάται κάτι, άφοβος, θαρραλέος 2. που δεν προκαλεί ανησυχία ή άγχος, ασφαλής, σίγουρος 3. που δεν προξενεί φόβο, ο
    2 KB (106 words) - 13:50, 8 January 2019
  • Μεσαιωνικής και Νέας, το οποίο χαρακτηρίζει το β' συνθετικό με τις σημασίες: α) θαρραλέος, τολμηρός, ανδρείος πρβλ. θρασύπονος αρχ. θρασύβουλος, θρασύγυιος, θρασυεργός
    1 KB (74 words) - 06:36, 29 September 2017
  • H.Catech.12.14. Source: ἔνθυμος ἔνθυμος, -ον (Α) θυμός εμψυχωμένος, θαρραλέος, ζωηρός, σφριγηλός. επίρρ... ἐνθύμως πρόθυμα, εγκάρδια. Αναζήτηση σε:
    1 KB (94 words) - 16:20, 29 June 2020
  • 10.205. -εσσα, -εν, ΜΑ, και δωρ. τ. τολμάεις Α (για πρόσ. και πράγμ.) θαρραλέος, ριψοκίνδυνος (α. «οἷς τολμῆεν τὸ φρόνημα», Παλαιολ. Μιχ. β. «τολμάεις
    4 KB (258 words) - 23:20, 29 June 2020
  • 3, 2. θαρσητικός, νεώτ. αττ. τ. θαρρητικός, -ή, -όν (Α) θάρσος πολύ θαρραλέος, γεμάτος θάρρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (58 words) - 15:24, 28 June 2020
  • muthig, περιθαρσέες ἀλκῇ, Ap. Rh. 1, 152. 195. περιθαρσής: -ές, λίαν θαρραλέος, εὐθαρσής, ἔχων πεποίθησιν εἰς ἑαυτόν, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 152, 195· - θαρσήεις
    1 KB (70 words) - 08:55, 1 July 2020
  • Pol. 18, 20, 12. θῡμικός: -ή, -όν, (θυμὸς) γενναιόψυχος, τολμηρός, θαρραλέος, ὁρμητικός, θ. καὶ ὀξύθυμοι οἱ νέοι Ἀριστ. Ρητ. 2. 15, 5· ἐπὶ τοῦ κυνός
    4 KB (300 words) - 15:52, 1 July 2020
  • discr. ad. at am. 34. ἀποθρᾰσύνομαι: μέλ. -ῠνοῦμαι, ἀποθ., εἶμαι λίαν θαρραλέος ἢ τολμηρός, ἀποτολμῶ τὰ πάντα, Δημ. 1047. 14· μεταγεν. τύπος τοῦ ἀποθαρρύνομαι
    2 KB (185 words) - 16:30, 9 January 2019
  • 3. 49. μεγάτολμος, -ον (Α) αυτός που έχει μεγάλη τόλμη, ο εξαιρετικά θαρραλέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα- + τόλμη (πρβλ. παρά-τολμος)]. Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (44 words) - 07:27, 29 September 2017
  • -ο (ΑΜ εὐπαρρησίαστος, -ον) αυτός που μιλά με παρρησία, ελευθερόστομος, θαρραλέος, άφοβος αρχ. 1. αυτός για τον οποίο μπορεί κάποιος να μιλά με παρρησία
    2 KB (88 words) - 18:57, 30 June 2020
  • -η, -ο (AM ἀπότολμος, -ον) 1. τολμηρός, θαρραλέος 2. ριψοκίνδυνος 3. ικανός μσν.- νεοελλ. επίρρ. απότολμα 1. με θάρρος 2. με θράσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποτολμώ
    548 bytes (37 words) - 06:57, 29 September 2017
  • Μεθώνης ἐπίσκ. σ. 72, ἔκδ. Ἀνδρ. Δημητρακοπούλου. θρασύτολμος, -ον (ΑΜ) θαρραλέος και τολμηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρασυ- + -τολμος (< τόλμη), πρβλ. ά-τολμος, παρά-τολμος]
    1 KB (48 words) - 10:48, 3 July 2020
  • tapfer sein, Aesch. frg. 97. εὐλημᾰτέω: (λῆμα) ἔχω καλὴν διάθεσιν, εἶμαι θαρραλέος, φαιδρός, «εὐληματεῖ· λήματος καὶ ἀνδρείας εὖ ἔχει. Αἰσχύλος Κερκύονι σατυρικῷ»
    1 KB (50 words) - 12:50, 1 July 2020
  • σκληρόν, θαρραλέον, ἀπτόητον, Θεόδοτ. ἐν Παλ. Διαθ. -ον, Α (κυρίως μτφ.) θαρραλέος, απτόητος («υἱοὶ σκληροπρόσωποι και στερεοκάρδιοι», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < σκληρός
    1 KB (57 words) - 14:25, 3 July 2020
  • Θερσίμαχος κ.ά.), ενώ η λ. θάρσος ως β' συνθετικό με τη μορφή -θαρσής. ΠΑΡ. θαρραλέος, θαρρώ, αρχ. θαρσήεις. ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) αρχ.-μσν. θαρσοποιώ μσν. θαρσοποιός
    21 KB (1,975 words) - 15:35, 4 July 2020
  • όσο μπορεί να γίνει, μέσα σε περιορισμένες δυνατότητες μσν.- νεοελλ. 1. θαρραλέος, γενναίος 2. (για όρκο) σταθερός, ισχυρός 3. (για ομιλία, λόγο) βροντερός
    45 KB (5,131 words) - 16:00, 4 July 2020
  • Α. 92, κτλ.· - ἐπὶ κακῆς σημασίας (πρβλ. θράσος), εἶμαι ὑπὲρ τὸ δέον θαρραλέος, εἶμαι θρασύς, ὕβρει θ. Θουκ. 2. 65· ἄνευ νοῦ, μάτην θ. Πλάτ. Μένωνι 88Β
    19 KB (1,780 words) - 17:45, 4 July 2020
  • уверенный = πιστός, ἀτρεκής, βέβαιος, ἀπτώς, θαρσαλέος, θαρραλέος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    142 bytes (42 words) - 05:40, 14 October 2019
  • -ο (ΑΜ εὐπαρρησίαστος, -ον) αυτός που μιλά με παρρησία, ελευθερόστομος, θαρραλέος, άφοβος αρχ. 1. αυτός για τον οποίο μπορεί κάποιος να μιλά με παρρησία
    875 bytes (57 words) - 06:34, 29 September 2017
  • (ἐπιτίθεμαι), έτοιμος προς επίθεση, θηρίοις, σε Ξεν.· επιχειρηματικός, τολμηρός, θαρραλέος, στον ίδ. ἐπιθετικός: 1) всегда готовый к нападению, рьяный (ὁ κύων ἐ
    4 KB (305 words) - 15:37, 1 July 2020
  • Κάτο προκινδῡνεύω: μέλ. -σω, διακινδυνεύω πριν από τους άλλους, είμαι θαρραλέος στον πρώτο κίνδυνο, είμαι αυθεντικός στη βιαιότητα της μάχης, σε Θουκ.
    6 KB (588 words) - 13:55, 1 July 2020
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἐγχειρητικός: -ή, -όν, τολμηρός, θαρραλέος, ριψοκίνδυνος, σε Ξεν. ἐγχειρητικός: предприимчивый (στρατηγός Xen.)
    3 KB (174 words) - 09:30, 30 June 2020
  • наглый = ἀναιδής, ὑβριστικός, ὑπέρβιος, θαρσαλέος, θαρραλέος, λαμυρός, ἀσελγής, ὑβριστής, πλεονέκτης, θρασύς Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    245 bytes (46 words) - 01:20, 14 October 2019
  • ἀνδρήϊος, ἀνδρέϊος, ὑβριστικός, στόμαργος, ὑπέρβιος, τολμηρός, θαρσαλέος, θαρραλέος, λαμυρός, θάρσυνος, ὑβριστής, λάβρος, θρασύς, κύνεος, τλήμων, τλάμων, ἀναπεπταμένος
    467 bytes (56 words) - 01:25, 14 October 2019
  • не вызывающий беспокойства = θαρσαλέος, θαρραλέος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    66 bytes (40 words) - 10:10, 14 October 2019
  • внушающий уверенность = θαρσαλέος, θαρραλέος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    66 bytes (39 words) - 12:00, 14 October 2019
  • ἀντίτολμος, πρόθυμος, κραταιός, τολμηρός, τολμητής, θυμικός, θαρσαλέος, θαρραλέος, τόλμα, θυμώδης, θρασυμέμνων, παράβολος, ἰτητικός, θυμοειδής, θρασύς, εὔτολμος
    535 bytes (58 words) - 21:05, 14 October 2019
  • θῦμικός: -ή, -όν (θυμός), γενναιόψυχος, τολμηρός, θαρραλέος, ορμητικός, σε Αριστ.
    186 bytes (10 words) - 19:40, 30 December 2018
  • ἀνδρήϊος, ἀνδρέϊος, παραστατικός, τολμηρός, τολμητής, θυμικός, θαρσαλέος, θαρραλέος, θάρσυνος, κρατερόφρων, θυμώδης, θρασυμέμνων, παράβολος, ἰτητικός, θυμοειδής
    868 bytes (72 words) - 20:15, 13 October 2019
  • ἀγανόρε, πρόθυμος, κεδνός, ἀνδρώδης, ἄλκιμος, δαΐφρων, εὐκάρδιος, θαρσαλέος, θαρραλέος, θρασυκάρδιος, θρασύς, εὔτολμος, ἀγαθός, ἐσθλός, ἐσλός, μελάμπυγος Look
    368 bytes (52 words) - 23:00, 13 October 2019
  • [Seite 1257] od. φαρυνός, äol. = τολμηρός, θαῤῥαλέος, VLL., wahrscheinlich mit θάῤῥος, θάρσος zusammenhangend.
    237 bytes (13 words) - 19:16, 2 August 2017
  • ἔχω μεγάλα ἢ ὑψηλὰ φρονήματα, «μεγάλας ἰδέας», ἔχω μέγα θάρρος, εἶμαι θαρραλέος καὶ ὑπερήφανος, Ἰλ. Λ. 296, Ν. 156· λέγεται ἐπὶ λεόντων καὶ κάπρων ἀγρίων
    67 KB (6,739 words) - 18:05, 4 July 2020
  • Plat. Phaed. 63 c; πρὸς τὸν θάνατον Apol. 41 c, wie Luc. Demon. 6; καὶ θαῤῥαλέος Plat. Legg. II, 671 c; περί τινος, Hipp. min. 364 a; Din. 1, 93 u. Folgde
    7 KB (648 words) - 13:55, 4 July 2020
  • τολμηρός, Ἀνθ. Π. 9. 40. Ἀρείτολμος: -ον (τόλμα), πολεμοχαρής, φιλοπόλεμος, θαρραλεος, παράτολμος, σε Ανθ.
    740 bytes (25 words) - 09:20, 30 June 2020