Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μέτρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο μέτρα = verses ⇢ Look up "μέτρα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the
    353 bytes (50 words) - 13:45, 4 July 2020
  • το, Ν μετρολ. βασική μονάδα μήκους τών Ίνκα, ισοδύναμη με 9.264 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    157 bytes (22 words) - 12:52, 29 September 2017
  • in plural, dimensions, μέτρα κελεύθου the length of the way, Od.4.389; μέτρα θαλάσσης Hes.Op.648, Orac. ap. Hdt.1.47; μορφῆς μέτρα bodily dimensions, E.Alc
    37 KB (3,742 words) - 14:05, 18 April 2022
  • πάρω τα μέτρα μου, όπως μέ είχαν προειδοποιήσει» β. «τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης αποδείχθηκαν πολύ σκληρά για τον λαό») 7. φρ. α) «μέτρα και σταθμά»
    22 KB (1,480 words) - 19:10, 23 August 2021
  • Ar. and P. στίχος, ὁ, ἔπος, τό. in verse, adj.: P. ἔμμετρος. verses: P. μέτρα, τά (Plato, Lysis 205A). hexameter verses: P. ἔπη ἑξάμετρα (Plato, Leges
    628 bytes (69 words) - 08:44, 28 June 2021
  • εἰς μέτρα τιθέναι = put into metre ⇢ Look up "εἰς μέτρα τιθέναι" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English
    56 bytes (29 words) - 20:50, 3 July 2020
  • μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν = measures and weights ⇢ Look up "μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    62 bytes (31 words) - 21:25, 3 July 2020
  • («μέλλων δὲ μέγαν ἐξεγείρειν πόλεμον») 3. εξοργίζω, προκαλώ αγανάκτηση («τα νέα μέτρα εξήγειραν τους πολίτες») 4. ξεσηκώνω κάποιον εναντίον άλλου αρχ.-μσν. ανασταίνω
    943 bytes (70 words) - 12:23, 15 February 2019
  • εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα = a ship of six hundred talents burden ⇢ Look up "πλοῖον εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα" on Google (phrase search)
    77 bytes (42 words) - 17:09, 6 July 2020
  • πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα = a boat of 500 talents tonnage ⇢ Look up "πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα" on Google (phrase search) |
    70 bytes (41 words) - 17:15, 6 July 2020
  • παρεμποδίζω, ανακόπτω πορεία ή λειτουργία, σταματώ (α. «τα κυβερνητικά μέτρα δεν συγκράτησαν τον πληθωρισμό» β. «ευτυχώς συγκράτησε τον σκύλο του έγκαιρα
    3 KB (250 words) - 12:35, 29 September 2017
  • η έντασή μου (α. «χαλάρωσαν οι αντιδράσεις» β. «χαλάρωσαν τα αστυνομικά μέτρα») β) αφήνω τα μέλη του σώματός μου σε άνετη στάση. * Αναζήτηση σε: Google
    756 bytes (64 words) - 12:46, 29 September 2017
  • με περιστροφές, με πλάγιο τρόπο 2. φρ. «περιπεπλανημένα μέτρα» — αντικανονικά, παράνομα μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    2 KB (155 words) - 12:16, 29 September 2017
  • ὑπερβολικῶς ΝΜΑ, και υπερβολικά Ν με υπερβολή, πέρα από τα συνήθη ή τα κανονικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (106 words) - 12:49, 29 September 2017
  • περίπου μέτρα β) «πῆχυς τοῦ πριστικοῦ ξύλου» ή «πήχυς λιθικός» — ο πήχυς που σταθεροποιήθηκε στους μεταγενέστερους χρόνους σε μήκος 0,45 μέτρα για τη μέτρηση
    7 KB (603 words) - 20:10, 13 June 2022
  • γνωρίζω, έχω ενημερωθεί 5. «έχουν γνώση οι φύλακες» — έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους εναντίον κάθε επιβουλής 6. «κοντά στον νου κι η γνώση» — η εξυπνάδα
    2 KB (133 words) - 06:26, 29 September 2017
  • προφυλάσσομαι, λαμβάνω προφυλακτικά μέτρα, μέτρα προφύλαξης, στον ίδ., Θουκ.· με αιτ., προφυλάσσομαι ή παίρνω προφυλακτικά μέτρα, στον ίδ., Θουκ.· με αιτ., προφυλάσσομαι
    8 KB (765 words) - 12:10, 20 April 2021
  • αποστάσεων ίση με το 1/10 του ναυτικού μιλίου ή 182, 20 μέτρα, στην πράξη όμως λαμβανόμενη ίση με 200 μέτρα, κν. γουμενιά 2. (παλαιότερα) το χιλιόμετρο 3. επάγγελμα
    5 KB (418 words) - 12:31, 29 September 2017
  • — κρίσιμη στιγμή που για την αντιμετώπισή της πρέπει να ληφθούν έκτακτα μέτρα β) «είμαι σε κατάσταση» — είμαι σε θέση, μπορώ να γ) «η κατάσταση έφθασε
    4 KB (317 words) - 07:22, 29 September 2017
  • επινοώ κάτι το νέο, κάτι το άγνωστο, κάνω εφεύρεση (α. «ἐφεῡρε δ' ἄστρων μέτρα», Σοφ. β. «ο Έντισον εφεύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα» γ. «εφευρίσκω τρόπο υπεκφυγής»)
    1 KB (81 words) - 16:20, 12 January 2021
  • ορισμένη μετρική μονάδα (α. «το οικόπεδο μετρήθηκε και είναι 450 τετραγωνικά μέτρα» β. «τάς χώρας σφέων μετρήσας κατά παρασάγγας», Ηρόδ.) 2. υπολογίζω, εκτιμώ
    8 KB (580 words) - 20:30, 26 March 2021
  • μέτρον, τό. put into metre, verb transitive; P. ἐντείνειν (acc.) (Plato), εἰς μέτρα τιθέναι (acc.) (Plato). ⇢ Look up "metre" on Perseus Dictionaries | Perseus
    371 bytes (36 words) - 09:15, 10 December 2020
  • πόδια και ισούται με 1609,344 μέτρα β. «ρωμαϊκό[ν] μίλι[ον]» — μονάδα μήκους που ήταν ισοδύναμη με 1.620 γιάρδες ή 1.482 μέτρα γ. «διεθνές ναυτικό μίλι» —
    2 KB (123 words) - 07:27, 29 September 2017
  • σύμβολο km, ίση προς χίλια μέτρα 2. φρ. «τετραγωνικό χιλιόμετρο» μετρολ. μονάδα επιφάνειας, ίση προς χίλια τετραγωνικά μέτρα, που χρησιμοποιείται για την
    1 KB (102 words) - 12:53, 29 September 2017
  • μέτρα καὶ μέρη σταθμῶν = weights and measures ⇢ Look up "μέτρα καὶ μέρη σταθμῶν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    62 bytes (31 words) - 21:25, 3 July 2020
  • στολίστηκε β) «κουτί μού ήρθε» — έγινε όπως το ήθελα, τελείως κατάλληλο, στα μέτρα μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυτίον (υποκορ. του κύτος, το), με κώφωση (-υ- > -ου-), πρβλ
    976 bytes (70 words) - 13:50, 23 August 2021
  • δηλαδή μπορούν να προσβληθούν με τακτικά ένδικα μέσα β) «προσωρινά μέτρα» (πολ. δικ.) μέτρα αποτροπής ερίδων, διενέξεων, συγκρούσεων και βιαιοπραγιών ή πιθανολογούμενου
    2 KB (179 words) - 12:24, 29 September 2017
  • ἀντίποινα) ποινή 1. ανταπόδοση κακού, αντεκδίκηση, τιμωρία 2. καταπιεστικά μέτρα που παίρνει ένα κράτος για παράνομες πράξεις άλλου κράτους με σκοπό να το
    544 bytes (47 words) - 06:55, 29 September 2017
  • που μελετά τα κατάλληλα για τη διατήρηση της υγείας ατομικά και ομαδικά μέτρα β) το σύνολο τών αρχών και τών μεθόδων που εφαρμόζονται για τη διατήρηση
    3 KB (246 words) - 12:49, 29 September 2017
  • παροιμ. «όσο θέλεις φούσκωνέ τα, με το ζύγι θα τά πάρω» — έχω πάρει τα μέτρα μου, δεν θα μέ εξαπατήσεις. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (247 words) - 12:56, 29 September 2017
  • worth its weight in silver, adj.: V. ἰσάργυρος. weights and measures: V. μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν (Euripides, Phoenissae 541; cp. Ar. Aves 1040-1041). leaden
    2 KB (194 words) - 16:39, 24 March 2022
  • P. and V. μέτρον, τό. measures and weights: V. μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν (Euripides, Phoenissae 541; cf. Ar., Av. 1040-1041). criterion: P. and V. κανών
    3 KB (241 words) - 13:35, 14 October 2021
  • τὰς δαπάνας ταῖς προσόδοις», Ξεν.) 2. ευαρμονίζω («ἡ ποίησις λόγῳ μέλη καὶ μέτρα καὶ ῥυθμοὺς ἐναρμόσασα», Πλούτ.) 3. φρ. «ἐφαρμόζω ἐπί τινος» — είμαι αρμόδιος
    3 KB (183 words) - 08:50, 27 March 2021
  • -η, -ο / ὑπεράνθρωπος, -ον, ΝΜΑ ἄνθρωπος αυτός που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα, που είναι πάνω από τις ανθρώπινες δυνατότητες (α. «υπεράνθρωπες προσπάθειες»
    1 KB (91 words) - 11:15, 14 January 2019
  • μέρος, σύναξη (α. «την Πέμπτη θα γίνει συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τα νέα μέτρα» β. «μόλις γίνει η συγκέντρωση τών στοιχείων, θα παραπεμφθεί σε δίκη») 2
    5 KB (354 words) - 12:33, 29 September 2017
  • τρόπος με τον οποίο σημαδεύεται σε ένα μουσικό έργο η έναρξη καθενός από τα μέτρα του β) «δυναμικός τονισμός» — ο τονισμός με τον οποίο ξεχωρίζεται ένας ή
    2 KB (158 words) - 12:44, 29 September 2017
  • ship of six hundred talents burden: P. πλοῖον εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα (Thuc. 4, 118). the clerk of the city came forward and read the Athenians
    2 KB (181 words) - 13:20, 14 October 2021
  • τέτοια ώστε η ορατότητα σε οριζόντια διεύθυνση να είναι μικρότερη από 1.000 μέτρα, αντάρα, καταχνιά 2. (κατ' επέκτ.) σκοτάδι, σκοτεινιά (α. «εις την ομίχλην
    3 KB (217 words) - 12:09, 29 September 2017
  • στον πληθ. τα ζύγια τα σταθμά, διάφορα μέτρα βάρους («ζύγια βενέτικα», «ζύγια πολίτικα», «ζύγια εγγλέζικα» — μέτρα βάρους με βασική μονάδα, αντίστοιχα, τη
    3 KB (217 words) - 06:35, 29 September 2017
  • αχανής 3. θαλλάσιες περιοχές που εκτείνονται σε βάθη από 2.000 ώς 6.000 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀ- στερ. + βυσσός, ποιητ. τύπος του βυθός. ΠΑΡ. αρχ. η ἄβυσσος
    830 bytes (54 words) - 21:50, 29 December 2020
  • αέρα και σε κανονικές συνθήκες ισούται με 331,4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο και στο καθαρό νερό με 1.410 μέτρα ανά δευτερόλεπτο ι) «ταχύτητα χημικής αντίδρασης»
    10 KB (753 words) - 12:57, 29 September 2017
  • 2. περιορισμός κατανάλωσης και αποφυγή άσκοπης σπατάλης ή πολυτέλειας («μέτρα λιτότητας»). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    814 bytes (67 words) - 06:45, 29 September 2017
  • στην πατρίδα του;). (II) το (AM ἐμβαδόν) νεοελλ. ο αριθμός σε τετραγωνικά μέτρα ή πήχεις που προκύπτει από τη μέτρηση της επιφάνειας αρχ. ορισμένη επιφάνεια
    887 bytes (77 words) - 14:10, 28 March 2021
  • διοικήσεως, κυρίως, ως προς την οικονομική διαχείριση 7. «έλεγχος γεννήσεων» — τα μέτρα για τον περιορισμό του αριθμού τών γεννήσεων 8. «έλεγχος βολής» — το σύνολο
    4 KB (289 words) - 06:45, 28 March 2021
  • καμάρι 4. στον πληθ. α) τα ζυγά (στην αρχ. και ως πληθ. του ζυγός, ὁ) σταθμά, μέτρα βάρους β) ως επίθ. ζυγά άρτια νεοελλ. 1. κάθε σανίδα ή σιδηρογωνία με την
    4 KB (299 words) - 19:55, 13 June 2022
  • της διοίκησης να επεμβαίνει και να παίρνει αστυνομικά ή άλλα διοικητικά μέτρα στους πανεπιστημιακούς χώρους χωρίς την άδεια τών πανεπιστημιακών αρχών.
    2 KB (147 words) - 22:03, 29 December 2020
  • πλέθρον ΝΑ, και βλέθρον και πέλεθρον Α μονάδα μήκους ισοδύναμη με 29,57 μέτρα σήμερα, η οποία κατά την αρχαιότητα ήταν ίση με 100 ελληνικούς πόδες ή 10
    1 KB (111 words) - 09:53, 23 November 2021
  • γεύματα, τροφὴ παρασκευαζομένη ἐκ σίτου, Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 385· - μέτρα σ., μέτρα διὰ τὸν σῖτον, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 5. 7, 5· μέδιμνος σ. Συλλ. Ἐπιγρ. 123
    5 KB (378 words) - 09:20, 30 November 2021
  • καρπό, καρποφορώ, παράγω καρπό 11. γνωστοποιώ, ανακοινώνω 12. (για δημόσια μέτρα) εισηγούμαι 13. (για συγγραφείς) εκδίδω, δημοσιεύω 14. παρουσιάζω, επιδεικνύω
    4 KB (245 words) - 06:29, 29 September 2017
  • -η, -ο (AM ἑξάμετρος, -ον) 1. (για στίχο) αυτός που αποτελείται από έξι μέτρα 2. (για έμμετρο λόγο) αυτός που αποτελείται από εξάμετρους στίχους («ἡ Πυθίη
    1 KB (82 words) - 08:50, 23 August 2021
  • παραγγελλόμενον προνοεῑτε», Ξεν.) 2. είμαι προνοητικός, παίρνω τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχθώ («ὥρα προνοεῖν, πρὶν ὅροις πελάσαι στρατὸν Ἀργείων», Ευρ
    2 KB (150 words) - 20:20, 13 June 2022
  • το μέτρο μήκους ίσο με μύρια μέτρα, δηλ. με δέκα χιλιάδες μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο)- + μέτρο. Η λ. μαρτυρείται από το 1816 στον Ν. Παπαδόπουλο]. * Αναζήτηση
    413 bytes (34 words) - 11:56, 29 September 2017
  • ὑφεστῶτος», Πλούτ.) νεοελλ. 1. μέσ. συνεκδ. ισχύω («δεν υφίστανται πια τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας») 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) βλ. υφιστάμενος
    6 KB (444 words) - 20:32, 13 June 2022
  • ιατρ. (για τον σφυγμό ή την αναπνοή) κανονικός 4. φρ. «συστηματικὰ μέτρα» — μέτρα που αποτελούν τέλειο σύστημα (Ηφαιστ.). επίρρ... συστηματικώς και συστηματικά
    6 KB (433 words) - 14:40, 5 April 2021
  • το, Ν 1. (τοπογρ.) αριθμός που δείχνει με ακρίβεια, σε μέτρα, το πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας ύψος ενός σημείου της επιφάνειας της Γης 2. (αεροπ
    895 bytes (72 words) - 12:59, 29 September 2017
  • εκσφενδονίζεται 2. κωνικό βαρίδι με το οποίο μετρούν το βάθος της θάλασσας μέχρι 50 μέτρα μσν.- νεοελλ. σφαίρα, βόλι νεοελλ. 1. φωτεινό ουράνιο σώμα που διαγράφει
    859 bytes (63 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ρήγματος γεωλ. ο κρημνός που σχηματίζεται από ένα τέμαχος ανυψωμένο κατά 1-10 μέτρα, το οποίο διευθύνεται κατά μήκος του ίχνους του ρήγματος γ) «κανονικά ρήγματα»
    4 KB (273 words) - 13:00, 15 February 2019
  • επιφάνεια της θάλασσας και, κατ' επέκτ., η θάλασσα (Ομ. Οδ.) β) «μέτρα υγρὰ καὶ ξηρά» — μέτρα κατάλληλα για τη μέτρηση υγρών και στερεών (Πλάτ.) γ) «ὑγρὸς
    11 KB (795 words) - 14:30, 14 January 2019
  • χρυσομηλιδών αρχ.-μσν. φρ. «ἔμμετροι ποιηταί» — αυτοί που χρησιμοποιούν συνήθη μέτρα αρχ. 1. αυτός που γίνεται με μέτρο, χωρίς υπερβολή 2. κατάλληλος 3. (για
    935 bytes (73 words) - 07:08, 29 September 2017
  • αυτοκίνητο τραβάει άνετα 120 χλμ.» β. «αυτό το πιστόλι τραβάει και στα εκατό μέτρα») 15. αγοράζω, καταναλίσκω («η Ευρώπη τραβάει πολύ λάδι») 16. (αμτβ.) α)
    7 KB (522 words) - 12:55, 29 September 2017
  • ομάδα, κόμμα ή παράταξη (α. «η μερίδα της Αριστεράς αντέδρασε στα οικονομικά μέτρα» β. «ἡ Ἀριστοδήμου μερίς», Πλάτ.) 5. συμμετοχή σε περιουσία ή σε επιχείρηση
    4 KB (305 words) - 20:27, 27 January 2022
  • και έχει πέντε ατομικά αγωνίσματα: 100 μέτρα με εμπόδια, σφαιροβολία, άλμα εις ύψος, άλμα εις μήκος και 800 μέτρα αρχ. 1. αυτός που αγωνίζεται στο άθλημα
    2 KB (153 words) - 12:25, 28 March 2021
  • Parm.8.53; μορφὴν ἀλλάξαντα Emp.137.1; μορφὰν βραχύς Pi.I.4(3).53; μορφῆς μέτρα shape and size, E.Alc.1063: periphr., μορφῆς φύσις A.Supp.496; μορφῆς σχῆμα
    32 KB (2,970 words) - 14:55, 18 June 2022
  • στίχου, ἔχων δύο μέτρα, Ἡφαιστ.· ἴδε διποδία. -η και -ος, -ο (AM δίμετρος, -ον) (μετρ.) 1. (για στίχο) αυτός που αποτελείται από δύο μέτρα ή πόδες 2. το
    2 KB (121 words) - 21:15, 29 December 2020
  • μέτρον, τό. put into metre, verb transitive; P. ἐντείνειν (acc.) (Plato), εἰς μέτρα τιθέναι (acc.) (Plato). ⇢ Look up "meter" on Perseus Dictionaries | Perseus
    1 KB (79 words) - 09:25, 10 December 2020
  • εναντίον του οποίου δεν λαμβάνονται ή δεν μπορούν να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    609 bytes (55 words) - 07:00, 29 September 2017
  • μεγάλη στρογγυλή απόχη με στεφάνη μεγάλης διαμέτρου (περίπου 2 μέτρα) και βαθύ σάκο (1,5-2 μέτρα) από λεπτότατο δίχτυ που στενεύει στο κάτω μέρος. * Αναζήτηση
    352 bytes (36 words) - 06:34, 29 September 2017
  • του γενικού επιτελείου που προβλέπει, σε όλες τους τις λεπτομέρειες, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εκτέλεση μιας επιχείρησης και για την εξασφάλιση
    7 KB (545 words) - 15:50, 25 July 2021
  • αυτός που ασχολείται ειδικά ή αυτός που είναι έμπειρος στη μετρική, στα μέτρα της ποίησης («ποίας δὲ ταῦτα καὶ πόσας καὶ τίνας ἔχει διαφοράς, δεῖ πυνθάνεσθαι
    7 KB (574 words) - 06:26, 2 August 2021
  • verses = μέτρα ⇢ Look up "verses" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    43 bytes (19 words) - 12:30, 23 May 2020
  • ένδειξη του ονομαστικού τους βάρους, βαρίδια, ζύγια νεοελλ. φρ. «έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά» — δεν είναι σταθερός στην κρίση του, δεν κρίνει αντικειμενικά
    1 KB (108 words) - 12:45, 14 January 2019
  • v. infr.), take in, hold, contain, ἓξ δ' ἄρα μέτρα χάνδανεν (sc. κρητήρ) Il.23.742; λέβης τέσσαρα μέτρα κεχανδώς ib.268; οὐκ ἐδυνήσατο πάσας αἰγιαλὸς
    16 KB (1,507 words) - 18:55, 11 January 2022
  • πίεση 2. μτφ. καταπιεστικός, καταθλιπτικός 3. εξαναγκαστικός («πιεστικά μέτρα») 4. άμεσος, επείγων, υποχρεωτικός («πιεστικές ανάγκες») 5. φρ. «πιεστικός
    1 KB (103 words) - 12:17, 29 September 2017
  • επιφάνεια της θάλασσας και, κατ' επέκτ., η θάλασσα (Ομ. Οδ.) β) «μέτρα υγρὰ καὶ ξηρά» — μέτρα κατάλληλα για τη μέτρηση υγρών και στερεών (Πλάτ.) γ) «ὑγρὸς
    45 KB (3,931 words) - 08:40, 29 May 2022
  • που κακολογεί διαρκώς τους άλλους γ) «τά θέλει όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα του» — θέλει τα πάντα να ικανοποιούν τα γούστα και τις απαιτήσεις του αρχ
    5 KB (388 words) - 13:00, 15 February 2019
  • λόρδα» ή «μέ έκοψε η πείνα» — πεινάω πολύ κα) «είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου» — είναι ακριβώς ό,τι μού ταιριάζει 15. παροιμ. ειρων. «θα μού κόψεις
    12 KB (920 words) - 06:45, 28 March 2021
  • ἀ-πάλαμος· ένα επίθ., το ἀ-θάνατος, με τα παράγωγά του, έχει ᾱ σε όλα τα μέτρα). α: (τὸ ἄλφα) альфа (1-я буква греч. алфавита): αʹ = εἷς; ͵α = 1000.
    5 KB (462 words) - 22:05, 29 December 2020
  • παλαιστή 8. μέτρο μήκους από 40 αρχαίους πήχεις, δηλαδή 21 περίπου σημερινά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἅπτω. ΠΑΡ. ἁμματίζω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    945 bytes (70 words) - 22:05, 29 December 2020
  • περίπου μέτρα β) «πῆχυς τοῦ πριστικοῦ ξύλου» ή «πήχυς λιθικός» — ο πήχυς που σταθεροποιήθηκε στους μεταγενέστερους χρόνους σε μήκος 0,45 μέτρα για τη μέτρηση
    28 KB (3,174 words) - 20:20, 13 June 2022
  • με κακό) μάτι» — συμπαθώ ή αντιπαθώ κάποιον από πρώτη όψη λη) «παίρνω τα μέτρα μου» — προφυλάγομαι, είμαι προσεκτικός λθ) «παίρνω απόφαση» — αποφασίζω μ)
    14 KB (1,094 words) - 18:00, 25 March 2021
  • (Hadr.), etc.:—Med., guard for oneself, πόλιν E.IA369. 2 observe closely, τὰ μέτρα Hdt.2.121.ά. 3 observe, maintain, τοὺς νόμους Pl.Lg.951b, cf. SIG1044.10
    13 KB (1,303 words) - 15:25, 20 June 2022
  • μετάδοση νοσημάτων και για αποφυγή γονιμοποίησης 2. φρ. «προφυλακτικά μέτρα» (πολ. δίκ.) μέτρα που επιδιώκουν την εξασφάλιση του αμφισβητούμενου επίδικου δικαιώματος
    3 KB (199 words) - 22:23, 30 December 2020
  • ως ουσ.) ο οκτάμετρος και το οκτάμετρο στίχος που αποτελείται από οκτώ μέτρα, δηλ. από οκτώ μετρικούς πόδες νεοελλ. αυτός που έχει μήκος, πλάτος ή ύψος
    717 bytes (54 words) - 11:13, 14 January 2019
  • -ή, -ό (Α ἀναπαιστικός, -ή, -όν) ἀνάπαιστος (για μέτρα ή στίχους) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ανάπαιστο ή αυτός που αποτελείται από αναπαίστους
    574 bytes (53 words) - 15:40, 5 January 2022
  • στρατιωτικό σύνθημα 20. αλληγορικό σημάδι 21. στον πληθ. τὰ σύμβολα τα μέτρα και σταθμά 22. νόμισμα μικρής αξίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του
    10 KB (719 words) - 12:33, 29 September 2017
  • το να δελεάζει, να πλανά και να ελκύει κάποιος τους νέους σε φατριαστικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1,002 bytes (77 words) - 06:33, 29 September 2017
  • νεοελλ. φρ. «ἐξ ἰδίων κρίνω τὰ ἀλλότρια» α) κρίνω τους άλλους με τα δικά μου μέτρα και σταθμά β) εξομοιώνω τους άλλους με τον εαυτό μου, φαντάζομαι ότι οι άλλοι
    8 KB (641 words) - 22:05, 29 December 2020
  • 2. είδος θαλασσινού μσν.-αρχ. το πέος αρχ. 1. επιβολή, δύναμη, δραστικά μέτρα εναντίον κάποιου 2. η χορδή της σφενδόνας 3. έμβολο πολιορκητικής μηχανής
    6 KB (436 words) - 16:33, 6 August 2022
  • ἐφεῦρες ὥστε μὴ θανεῖν E.Alc.699. 2 find out, discover, ἐφεῦρε δ' ἄστρων μέτρα καὶ περιστροφάς S.Fr.432.8; χρόνου διατριβάς ib.479, cf. Cratin. 140; ἴδιόν
    12 KB (1,018 words) - 09:05, 31 October 2021
  • η μετρονόμος η επιστημονική ενασχόληση με τα μέτρα και τα σταθμά, αλλ. μετρολογία, μετρογραφία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    219 bytes (23 words) - 07:38, 29 September 2017
  • μονολίσγιον και μονολίσκιν, τὸ (Μ) μέτρο χωρητικότητας ίσο με 1,174 κυβικά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- λίσγον / λίσγος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    338 bytes (26 words) - 07:39, 29 September 2017
  • το μονάδα μήκους ίση με εκατό μέτρα. Σύμβολο hm. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    118 bytes (18 words) - 07:06, 29 September 2017
  • ένα σταθερό σημείο στη μονάδα του χρόνου και μετρείται συνήθως σε κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο μσν.-αρχ. θεία δωρεά, δωρήματα του Θεού προς τους ανθρώπους
    5 KB (399 words) - 15:51, 11 January 2022
  • sources: τό,= A σταθμός 111.2, weight, IG12.301.21, 22.1627.296: pl., μέτρα . . καὶ σταθμά Gorg.Pal.30, Pl.Lg.746e; and so in gen. and dat., SIG87.12
    2 KB (144 words) - 13:25, 14 September 2021
  • ΙΙ)· ― ἐπιχειρῶ μεταβολάς, νεωτερισμούς, καινοτομῶ, μεταχειρίζομαι βίαια μέτρα, συχν. μετ’ ἀορ. ἀντωνυμ., μὴ σφῷν πέρι ν. μηδὲν Θουκ. 1. 58· ἔς τινα ν.
    10 KB (803 words) - 14:55, 31 January 2022
  • Par. Ap. Rh. 2, 158. παραποιέω: νοθεύω, κιβδηλεύω, παρ. μέτρα καὶ σταθμά, ποιῶ ψευδῆ μέτρα καὶ σταθμά, Διόδ. 1. 78· οὕτω παραποιησάμενος σφραγῖδα, κιβδηλεύσας
    6 KB (428 words) - 09:00, 29 June 2022
  • ετερόμετρος (στην ποίηση) η διαφορά τών μέτρων τών στίχων, στίχοι με διαφορετικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    234 bytes (25 words) - 07:13, 29 September 2017
  • σημείο» αστρον. κάθε σημείο στο διάστημα στο οποίο συμβαίνει να εξισώνονται τα μέτρα τών διανυσμάτων, αλλά δεν συμπίπτουν απαραίτητα οι διευθύνσεις και οι φορές
    21 KB (1,551 words) - 20:20, 13 June 2022
  • 10.26. II journey, voyage, by land or water, ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου Od.4.389; οὐκ ἄν πω χάζοντο κελεύθου would not have halted from
    24 KB (2,374 words) - 16:55, 14 January 2022
  • Αμερική και είναι τα μεγαλύτερα επιζώντα τρωκτικά, φθάνοντας σε μήκος τα 1,25 μέτρα, γνωστά με την κοινή ονομασία καπυμπέρα ή κάρπινχο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ
    793 bytes (59 words) - 12:48, 29 September 2017
  • το οποίο μετρείται από το πλοίο το βάθος της θάλασσας μέχρι τα 50 περίπου μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scandaglio «βολίδα, όργανο για μέτρηση του βάθους τών θαλασσών»]
    496 bytes (43 words) - 12:29, 29 September 2017
  • συμφέροντα) αυτός που δεν επιβάλλεται, δεν γίνεται μέσω δικαστηρίου («εξώδικα μέτρα») 2. (για έγγραφα) αυτός που κοινοποιείται με δικαστικό κλητήρα («εξώδικη
    754 bytes (60 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ο 1. αυτός που ασχολείται με τα μέτρα και τα σταθμά 2. συγγραφέας μετρολογικών πραγματειών. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέτρο + -λόγος. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο
    515 bytes (39 words) - 07:27, 29 September 2017
  • e. in prose, opp. ἐν ποιήμασι = in poetry, Pl.Lg.811d; τὰ χύδην, opp. τὰ μέτρα, Arist. Rh.1409b7. III abundantly, AP9.316 (Leon.), Hp.Ep.3; [ἁ] χύδαν .
    8 KB (773 words) - 16:01, 28 July 2022
  • for lookup in third sources: [ῐ], ον, of verses, A consisting of three μέτρα; i. e. in iambics, trochaics, and anapaestics, of three συζυγίαι (of two
    6 KB (525 words) - 13:05, 31 December 2020
  • aceite ξέστης ἐληρ(ός) inscr. en una mesa de medidas oficiales IGBulg.2.695, μέτρα <ἐ>ληρά τε καὶ ο<ἰ>νηρά Robert, OMS 2.1339 (Focea, imper.) •subst. ἡ ἐ. medida
    389 bytes (52 words) - 12:29, 21 August 2017
  • δεκατιάζω 4. μετρώ ανά δέκα 5. μετρώ, καταμετρώ 6. φρ. «δεκάτιζε τα λόγια σου» — μέτρα τα λόγια σου, μην πολυλογείς. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκατος. Η λ. μαρτυρείται από το
    774 bytes (61 words) - 07:03, 29 September 2017
  • ἀφνεοῖσι δόμοισιν Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 96· ὀξύβαφον Κρατῖν. ἐν «Πυτίνῃ» 8· μέτρα οἰν., μέτρα οἴνου, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 5. 7, 5. ΙΙΙ. ἐπὶ χωρῶν, ὁ ἔχων ἄφθονον οἶνον
    6 KB (454 words) - 20:10, 13 June 2022
  • θηρίον Τυφῶνος -ώτερον Pl.Phdr.230a; -ωτάτη ἡ ἐν ὅπλοις τάξις X.Lac.11.5; μέτρα μολπᾶς Simm.26.20; πεσσῶν μορφαί E.IA197 (lyr.). Adv. -κως D.H.Th.54: neut
    7 KB (588 words) - 17:24, 30 May 2022
  • 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προσωδία 2. φρ. «προσωδιακά μέτρα» — τα μέτρα που βασίζονται στην ποσότητα τών συλλαβών, σε αντιδιαστολή προς τα
    1 KB (101 words) - 18:50, 11 January 2022
  • προσόδοις X.Ages.8.8; τοὺς λόγους τοῖς προσώποις D.H.Lys.13; λόγῳ μέλη καὶ μέτρα καὶ ῥυθμούς, Plu.2.769c, cf. Orph.A.1001; apply, τι ἐπί τι Arist.APo.75b4;
    14 KB (1,165 words) - 13:35, 25 April 2022
  • ορισμένα μέτρα, συνήθως μέσα σε ορισμένα χρονικά πλαίσια, διότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί θα εφαρμοστούν σε βάρος του εξαναγκαστικά μέτρα, ακόμη και
    2 KB (114 words) - 12:43, 29 September 2017
  • ἀποψηφισάμενοι μὲν κύριοι, καταψηφισάμενοι δὲ οὐ κύριοι», Αριστοτ.) 3. λαμβάνω μέτρα εναντίον κάποιου («καταψηφιζόμενος ὧν ἐκεῖνος οὐδὲν ἐφρόντιζεν», Πλούτ.)
    2 KB (156 words) - 20:00, 13 June 2022
  • Κλεοφῶντος π. Αἰσχίν. 75. 3· ἴδε ἐν λ. προαίρεσις 3· ― περιληπτικῶς, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζει ἡ κυβέρνησις, τῇ πολιτείᾳ καὶ τοῖς ψηφίσμασι Δημ. 254
    22 KB (2,183 words) - 08:50, 27 May 2022
  • δένδρα που υπερβαίνουν σε ύψος τα 90 μέτρα και τών οποίων η διάμετρος στο επίπεδο του εδάφους μπορεί να φτάσει τα 10 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν
    820 bytes (73 words) - 12:28, 29 September 2017
  • χρησιμοποιούν για να μετρούν την ποσότητα του γάλακτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα + μέτρα, η < μετρώ, υποχωρητικά]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    420 bytes (28 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ὀλιγόμετρος, -ον (Μ) αυτός που αποτελείται από λίγα μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + -μετρος (< μέτρον)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    412 bytes (26 words) - 12:08, 29 September 2017
  • μετροποιῶ, -έω (Α) μετροποιός 1. κατασκευάζω κάτι με μέτρα, με μέτρημα 2. στιχουργώ, κατασκευάζω στίχους. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    255 bytes (24 words) - 07:39, 29 September 2017
  • -ή, -ό (για μέτρα, πολιτική κ.λπ.) αυτός που αποβλέπει στο να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό, την πληθωρική κυκλοφορία του χαρτονομίσματος. * Αναζήτηση σε:
    283 bytes (29 words) - 06:55, 29 September 2017
  • ΝΜΑ χωλίαμβος αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χωλίαμβο («χωλιαμβικά μέτρα»). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    226 bytes (25 words) - 06:16, 29 September 2017
  • το όργανο που μέτρα το μέγεθος της ενεργού ισχύος σε κυκλώματα συνεχούς ή εναλλασσόμενου ρεύματος σε βατ, κιλοβάτ και μεγαβάτ. * Αναζήτηση σε: Google
    269 bytes (29 words) - 07:00, 29 September 2017
  • πρώτους χρόνους, από οκτώ χρονικά σημεία. Επίρ. οκτασήμως (Α) κατά οκτάσημα μέτρα («ἐστιχούργησε ὀκτασήμως, ἤτοι κατά δοχμίους»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτα- (βλ. λ.
    754 bytes (50 words) - 12:08, 29 September 2017
  • η λινή, πλαστική ή μεταλλική ταινία βαθμονομημένη σε μέτρα, εκατοστόμετρα και χιλιοστόμετρα που χρησιμοποιείται ως όργανο μέτρησης μήκους. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέτρο
    611 bytes (42 words) - 15:15, 23 August 2021
  • ζωολ. γένος καρχαριών που το μήκος τους κυμαίνεται από τρία έως τέσσερα μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. odontaspis < ὀδούς, ὀδόντος + ασπίς]
    454 bytes (32 words) - 12:07, 29 September 2017
  • παράσταση και ερμηνεία κάθε πραγματικότητας σύμφωνα με ανθρώπινα σχήματα και μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    453 bytes (44 words) - 06:20, 29 September 2017
  • 40) κόμπον μὴ φθονεραῖσι φέρειν γνώμαις (I. 1.45) ἀγαπᾶται, μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων, μέτρα δὲ καὶ κατέχων i. e. purposefully (I. 6.71) Ἐλπίς, ἃ μάλιστα
    2 KB (225 words) - 06:22, 10 January 2019
  • the iambic verse of Hipponax, with a spondee in the last place, σκάζοντα μέτρα AP7.405 (Phil.). (Cf. Skt. kháñjati 'limp', Germ. hinken.) * Abbreviations:
    14 KB (1,295 words) - 15:35, 20 June 2022
  • Nu.404; ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν A.Th.696; ὀμμάτων ξ. κόραι E.Or. 389; μέτρα ξ. τε καὶ ὑγρά dry and liquid measures, Pl.Lg.746d; ὕλη αὔη καὶ ξ. ib.761d;
    31 KB (2,737 words) - 09:55, 9 January 2022
  • ειδική εγκατάσταση σωληνοειδούς μορφής, μήκους έως και 200 μέτρα και διαμέτρου έως 7 μέτρα, μέσα στην οποία υφίσταται φρύξη το τσιμέντο κατά την τρίτη
    449 bytes (43 words) - 12:46, 29 September 2017
  • που πραγματεύεται για τους ρυθμούς και για τα μέτρα ή αυτός ο οποίος περιγράφει τους ρυθμούς και τα μέτρα, ο ρυθμολόγος νεοελλ. αυτός που γράφει ή συνθέτει
    748 bytes (54 words) - 13:25, 25 August 2021
  • 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προσωδία 2. φρ. «προσωδιακά μέτρα» — τα μέτρα που βασίζονται στην ποσότητα τών συλλαβών, σε αντιδιαστολή προς τα
    800 bytes (64 words) - 12:23, 29 September 2017
  • τα οποία ενσωματώνονται στις τιμές τών εισιτηρίων ι) «υγειονομικά μέτρα» — τα μέτρα που παίρνει το κράτος για την προφύλαξη του λαού από νόσους οι οποίες
    4 KB (284 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ισοδύναμη με 11,26 τετραγωνικά μέτρα. (II) το, Ν άκλ. μετρολ. κινεζική μονάδα επιφάνειας ισοδύναμη με 6.754 τετραγωνικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    402 bytes (36 words) - 12:25, 10 January 2019
  • Ποιητ. 9. 2, πρβλ. 6, 26· ἔμμ. ποιηταί, οἱ μεταχειριζόμενοι τὰ συνήθη ὁμαλὰ μέτρα, δηλ. τὰ ἐπικὰ καὶ τραγικά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς λυρικούς, Δημ. 1391. 17
    11 KB (995 words) - 19:00, 11 January 2022
  • γης ισοδύναμη με 1.000 τετραγωνικά μέτρα 2. φρ. «παλαιό στρέμμα» — μονάδα επιφάνειας ίση με 1.270 τετραγωνικά μέτρα αρχ. 1. συνεστραμμένο κλώσμα, κλωστή
    3 KB (269 words) - 18:50, 25 March 2021
  • Ν μετρολ. ιαπωνικό μέτρο επιφάνειας ισοδύναμο με 99 περίπου τετραγωνικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    4 KB (363 words) - 09:00, 31 December 2020
  • Authors & Works [Seite 595] ἡ. das Umdrehen, Umkreisen; ἐφεῦρε δ' ἄστρων μέτρα καὶ περιστροφάς, Soph. frg. 379, ὀστράκου, Plat. Rep. VII, 521 (vgl. ὄστρακον);
    6 KB (479 words) - 20:15, 13 June 2022
  • traders, BGU1237 (iii/ii B.C.). 2 like a petty trader, knavish, cozening, κ. μέτρα φιλεῦσα AP9.229 (Marc. Arg.); ὕθλος Porph.Chr. 49. Adv. καπηλικῶς ἔχειν =
    6 KB (526 words) - 15:32, 9 November 2021
  • μεγάλης σημασίας («μνημειώδες έργο») 3. οτιδήποτε ξεπερνά τα συνηθισμένα μέτρα ή τους συνηθισμένους κανόνες, τεράστιο, κολοσσιαίο («μνημειώδες σφάλμα»)
    937 bytes (66 words) - 07:39, 29 September 2017
  • ὑπερασπίζω ἐμαυτὸν ἢ λαμβάνω ἐκ τῶν προτέρων μέτρα πρὸς ἄμυναν, Θουκ. 3. 12. 2) μετ’ αἰτ., λαμβάνω τοιαῦτα μέτρα ἐναντίον τινός, ἀποκρούω ἐκ τῶν προτέρων,
    4 KB (353 words) - 16:40, 9 May 2021
  • be prolonged, continue, Luc.Am.25, Eun.Hist.p.260 D.; ἡδονῆς παρέλκοντα μέτρα Luc.Am.21. 2 to be redundant, περιττὰ καὶ παρέλκοντα Ph.1.227, cf. Phld.D
    18 KB (1,699 words) - 18:45, 11 January 2022
  • ὑπερβολικῶς ΝΜΑ, και υπερβολικά Ν με υπερβολή, πέρα από τα συνήθη ή τα κανονικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (258 words) - 08:41, 5 August 2022
  • διαιρούμενη σε 4 παλαιστές ή σε 16 δακτύλους, η οποία ισοδυναμεί με 0, 3083 μέτρα νεοελλ. 1. βοτ. το βασικό τμήμα ενός εμβρύου σποριοφύτου ή σποριογόνου σώματος
    19 KB (1,325 words) - 16:36, 26 March 2021
  • , 272. 19· συνηθέστερον ἐν τῷ πληθ., τὰ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως λαμβανόμενα μέτρα, πολιτική, Πλάτ. Νόμ. 945D, Ἰσοκρ. 156A· τῶν τοιούτων π. οὐδὲν πολιτεύομαι
    14 KB (1,246 words) - 06:24, 24 July 2022
  • αντιμετωπίζει τις χρηματικές της υποχρεώσεις χωρίς να προσφεύγει σε έκτακτα μέτρα, όπως είναι η αναγκαστική ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή η σύναψη
    4 KB (271 words) - 12:26, 29 September 2017
  • διατρέχω, διέρχομαι 5. (για πλανήτες) φθάνω, εισέρχομαι κάπου 6. παίρνω νομικά μέτρα εναντίον κάποιου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    899 bytes (61 words) - 07:11, 29 September 2017
  • disputar fervorosa o acaloradamente διὰ μέτρα τῆς γῆς Chrys.M.55.560.
    106 bytes (12 words) - 12:24, 21 August 2017
  • ο (Μ ἀφοπλισμός) η αφαίρεση των όπλων νεοελλ. 1. τα μέτρα που επιβάλλονται στο τέλος μιας ένοπλης σύρραξης από τους νικητές στους ηττημένους 2. η προοδευτική
    540 bytes (49 words) - 07:00, 29 September 2017
  • μονάδα μήκους, το ένα όγδοο του εμπορικού πήχη, που ισοδυναμούσε με 0,0825 μέτρα 2. φρ. «δεν το κουνάει ρούπι» — δεν μετακινείται από τη θέση του. [ΕΤΥΜΟΛ
    471 bytes (41 words) - 12:26, 29 September 2017
  • που διαφέρει κατά τόπους («αγγλική λεύγα» 3. ναυτικά μίλια, δηλ. 5.556,6 μέτρα). [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λεύγα < λατ. leuga και leuca «γαλατικό μέτρο χιλίων πεντακοσίων
    599 bytes (48 words) - 07:32, 29 September 2017
  • απόσταση 1.000 μέτρων και κατά το οποίο χρονομετρούνται τα τελευταία 200 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    295 bytes (32 words) - 12:31, 29 September 2017
  • πυρηνική φυσική για την μέτρηση πολύ μικρών αποστάσεων, ισοδύναμης με 10-15 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. fermi, από το όνομα του μεγάλου Ιταλού φυσικού Enrico Fermi]
    666 bytes (52 words) - 12:55, 29 September 2017
  • μια ευρεία ζώνη θαλάσσιου πυθμένα, από την ακτή μέχρι βάθος 100 έως 200 μέτρα 2. διεθν. δίκ. ζώνη παράκτιου κράτους που περιλαμβάνει τον βυθό και το υπέδαφος
    2 KB (131 words) - 12:54, 29 September 2017
  • weights and measures, Hdt.6.127:— hence Adj. φειδώνειος or φειδώνιος, α, ον, μέτρα Arist.Ath.10.2, Fr.480, Thphr.Char.30.11, Str.8.3.33 (Poll. l. c. connects
    5 KB (441 words) - 13:50, 31 December 2020
  • Σύνταγμα διατάξεις» γ. «προβλέπειν θανάτου μνημόσυνον», επιγρ.) αρχ. παίρνω μέτρα εναντίον κάποιου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (283 words) - 14:00, 18 April 2022
  • προετοιμάζομαι ετοιμάζω τον εαυτό μου για κάτι, παίρνω εκ τών προτέρων τα αναγκαία μέτρα, κάνω τις απαραίτητες ενέργειες (α. «προετοιμάζομαι για τις εξετάσεις» β
    6 KB (526 words) - 14:05, 18 April 2022
  • με τους ιδιαίτερα αυστηρούς νόμους. Αντίστοιχα "Δρακόντεια μέτρα" ονομάζονται τα αυστηρά μέτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πλούταρχος είπε ότι οι νόμοι του Δράκοντα
    4 KB (542 words) - 12:05, 14 January 2022
  • κτλ. -η, -ο / πεντάμετρος, -ον, ΝΑ 1. αυτός που αποτελείται από πέντε μέτρα ή από πέντε πόδες 2. το αρσ. ως ουσ. ο πεντάμετρος (ενν. στίχος) (μετρ.)
    3 KB (193 words) - 19:47, 30 December 2020
  • και το μέσο πλάτος της 3,4 χλμ. Η επιφάνεια της λίμνης, για μέση στάθμη 37 μέτρα, έχει έκταση 70,8 τετ. χλμ. αντιστοιχώντας σε συνολικό μήκος οχθογραμμής
    4 KB (409 words) - 06:45, 16 September 2021
  • αποτέλεσμα του προάγω, πρόοδος, βελτίωση, ανάπτυξη («η κυβέρνηση εξετάζει τα μέτρα που θα συντελέσουν στην προαγωγή του εκπαιδευτικού συστήματος») νεοελλ. 1
    5 KB (399 words) - 17:23, 12 July 2021
  • & Works η (ΑΜ μετρολογία) νεοελλ. 1. έρευνα, μελέτη, πραγματεία για τα μέτρα και τα σταθμά 2. η επιστήμη που ασχολείται με τις κάθε είδους μετρήσεις μσν
    1 KB (100 words) - 15:10, 23 August 2021
  • τελειότητα Gr.Nyss.Eun.1.316, διακολοβοῦσαν ἢ ὑπερτείνουσαν τὰ ὡρισμένα μέτρα τῆς φύσεως Gr.Nyss.Eun.2.180, cf. 190.
    279 bytes (27 words) - 12:06, 21 August 2017
  • put into metre = εἰς μέτρα τιθέναι ⇢ Look up "put into metre" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    66 bytes (25 words) - 11:30, 23 May 2020
  • a boat of 500 talents tonnage: P. πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα (Thuc. 4, 118). ⇢ Look up "tonnage" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    321 bytes (33 words) - 15:05, 10 December 2020
  • de joie ou de douleur. 2ion. c. ἰά¹. ῐή, ἰέ    a ἰή. λτ;ἰὴγτ; ἰῆτε νῦν μέτρα παιηόνων ἰῆτε, νέοι (supp. e. Σ G-H.) (Pae. 6.121)   &nbnbsp;b ἰὴ ἰέ. ἰὴ
    5 KB (446 words) - 09:18, 30 November 2021
  • ή απαραίτητος («ενδείκνυται νά...», [και γ' πληθ.] «δεν ενδείκνυνται τα μέτρα που ανακοινώθηκαν») αρχ. δηλώνεται φανερά ότι... ΙΙΙ. (μτχ. παθ παρακμ.)
    3 KB (209 words) - 19:55, 13 June 2022
  • γιγάντιο αειθαλές δέντρο που ξεπερνά τα 100 μέτρα ύψος, ενώ η περιφέρεια του κορμού στη βάση μπορεί να φθάσει τα 30 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ
    971 bytes (73 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τοὺς οἰκέτας X.Oec.14.4; εἰς λόγους D.19.97; εἰς ἀπέχθειαν Plb.16.38.1; εἰς μέτρα ἐ. χρησμούς Philostr.VA6.11; τὴν ἀπάδουσαν εἰς τὸ μέλος Id.Im.2.1; τοῖς ἀνθρωπίνοις
    13 KB (1,380 words) - 16:12, 20 June 2022
  • τὸ ἄγριον, ἡ ἀγριότης, ὁ αὐτ. Κρατ. 394Ε· ἐς τὸ ἀγριώτερον, εἰς τραχύτερα μέτρα, Θουκ. 6, 60. 3) ἐπὶ πραγμάτων, περιστάσεων, κτλ., τραχύς, σκληρός, δεσμά
    21 KB (2,109 words) - 16:10, 20 June 2022
  • restored in Hom., cf. δεκάχειλοι, δεκάχιλοι:—a thousand, Hom. only in neut., χ. μέτρα, πυρά, Il.7.471, 8.562; πρῶθ' ἑκατὸν βοῦς δῶκεν, ἔπειτα δὲ χίλι' ὑπέστη (sc
    16 KB (1,685 words) - 07:55, 3 August 2022
  • del fuego, luz apagarse, extinguirse πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα Heraclit.B 30, διὰ τί βροντᾷ; διὰ τὸ ἀποσβέννυσθαι τὸ πῦρ ἐν
    10 KB (992 words) - 12:40, 20 April 2021
  • ἡ • Alolema(s): lacon. -ά Ar.Lys.984 I 1cambio, paso de una cosa a otra μέτρα τε καὶ σταθμὰ συναλλαγῶν εὐπόρους διαλλαγάς (εὑρών) Gorg.B 11a.30, de las
    8 KB (788 words) - 15:25, 20 June 2022
  • Ν μετρολ. αραβική μονάδα επιφανείας, ισοδύναμη προς 4.200 τετραγωνικά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. feddan]. * Αναζήτηση σε:
    333 bytes (29 words) - 12:41, 29 September 2017
  • μουσική σύνθεση 2. η ρυθμολογία αρχ. το να γράφει ή να σημειώνει κανείς τα μέτρα, τους ρυθμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρυθμός + -γραφία]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    525 bytes (38 words) - 12:27, 29 September 2017
  • γιγάντιων σκαραβαίων της Αμερικής που το μήκος τους μπορεί να φθάσει τα 12 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    196 bytes (25 words) - 07:36, 29 September 2017
  • -έομαι, Α εὐλαβοῦμα προφυλάγομαι και από άλλους, παίρνω πρόσθετα μέτρα φύλαξης. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    180 bytes (20 words) - 20:25, 13 June 2022
  • άκλ. μετρολ. κινεζική μονάδα επιφάνειας, ισοδύναμη με 0,169 τετραγωνικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    191 bytes (21 words) - 12:43, 29 September 2017
  • -ή, -όν, Α ιωνικός (για τα μέτρα τών Ανακρεόντειων ποιημάτων) σαν ιωνικός, όμοιος με ιωνικό. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    196 bytes (24 words) - 12:14, 29 September 2017
  • η (Γεωπ.) ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τα μέτρα προστασίας τών αμπελιών από φυτικά και ζωικά παράσιτα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    248 bytes (27 words) - 06:51, 29 September 2017
  • εξαγνίζω. (II) ἐξαγιάζω (Α) 1. εξετάζω, δοκιμάζω, ζυγίζω με σταθμά 2. παθ. (για μέτρα και σταθμά) είμαι καθορισμένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    441 bytes (37 words) - 13:00, 8 January 2019
  • ἡ, Α ιδιαίτερη αγάπη για τα μέτρα, για τους στίχους. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -μετρία]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    297 bytes (23 words) - 13:00, 29 September 2017
  • -αία, -ον, Μ αυτός που περιέχει τρία μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + μέτρον + κατάλ. -αῖος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    335 bytes (22 words) - 12:58, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. μετρολ. γαλλική μονάδα μήκους ισοδύναμη προς 1,949 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    165 bytes (20 words) - 12:57, 29 September 2017
  • το, Ν μετρολ. πολωνική μονάδα μήκους που είναι ισοδύναμη με 0, 288 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    167 bytes (22 words) - 12:32, 29 September 2017
  • άκλ. μετρολ. ιαπωνική μονάδα επιφάνειας, ισοδύναμη με 3,306 τετραγωνικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    196 bytes (21 words) - 12:43, 29 September 2017
  • τὰ, Μ μέτρα διανομής σιτηρεσίου σε στρατιώτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλίτια «συσσίτια» + κατάλ. -ιανά, ουδ. πληθ. του -ιανός]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    359 bytes (25 words) - 12:55, 29 September 2017
  • οι μικρά παγόβουνα με ύψος λίγα μόνο μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    182 bytes (23 words) - 12:12, 29 September 2017
  • Α ὑπερυψῶ (για τον Ιησού Χριστό) αυτός που υψώθηκε πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    185 bytes (24 words) - 12:59, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. μετρολ. α) κινεζική μονάδα μήκους ισοδύναμη με 3,6 μέτρα β) ταϊλανδική μονάδα βάρους ισοδύναμη με 1,2 χιλιόγραμμα. * Αναζήτηση σε: Google |
    272 bytes (29 words) - 12:43, 29 September 2017
  • (AM θάμνος, Α και θάμνος, ή) (θοτ.) ξυλώδες φυτό με ύψος το πολύ ώς τρία μέτρα, χωρίς κεντρικό κορμό και με βλαστό ο οποίος χαρακτηρίζεται από έντονη διακλάδωση
    8 KB (739 words) - 13:10, 14 September 2021
  • παντὸς εἴδους μέτρα, Διογ. Λ. 7. 31. πάμμετρος, -ον (Α) το θηλ. ως ουσ. ἡ πάμμετρος (ενν. βίβλος) βιβλίο που περιέχει στίχους με κάθε είδους μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (90 words) - 16:34, 30 December 2020
  • συνεπάγεται διαταραχή της εξωτερικής ισοτιμίας τους ε) «νομισματική πολιτική» — τα μέτρα που λαμβάνονται από μια κυβέρνηση για τον επηρεασμό της οικονομικής δραστηριότητας
    3 KB (253 words) - 12:03, 29 September 2017
  • ἀντιδιέστειλε δὲ τὴν ὁμωνυμίαν Στραβ. 457· ἀντιδιέστειλε γὰρ ἐκεῖνος ἀπὸ ῥυθμῶν τὰ μέτρα Λογγίνου Ἀποσπ. 3. 5: -Μέσ., ἀντ. πρός τινα Διον. Ἁλ. περὶ Θουκ. 32. ΙΙ.
    3 KB (268 words) - 19:20, 31 December 2020
  • τη δύναμη, την ικανότητα ή την εξουσία να καταστέλλει (α. «κατασταλτικά μέτρα» β. «κατασταλτική πολιτική» γ. «κατασταλτικός νόμος») νεοελλ. κατευναστικός
    2 KB (156 words) - 09:20, 30 November 2021
  • χαλκῷ ἡ θάλασσα», Ιπποκρ.) νεοελλ. 1. η επιφάνεια της θάλασσας («ύψος 500 μέτρα πάνω από τη θάλασσα») 2. θαλασσοταραχή, τρικυμία («είχαμε θάλασσα στο ταξίδι
    29 KB (3,019 words) - 08:28, 29 May 2022
  • 2.59, cf. S.E.P. 3.155:—Med., Placit.5.2.3:—Pass., τὰ ἀνειδωλοποιούμενα μέτρα patterns conceived in the mind, Longin.14.1. * Abbreviations: ALL | General
    3 KB (255 words) - 09:00, 29 June 2022
  • εξαγνίζω. (II) ἐξαγιάζω (Α) 1. εξετάζω, δοκιμάζω, ζυγίζω με σταθμά 2. παθ. (για μέτρα και σταθμά) είμαι καθορισμένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (122 words) - 11:00, 31 January 2021
  • νώτα» — επιτίθεμαι ύπουλα από πίσω γ) «καλύπτω τα νώτα μου» μτφ. παίρνω μέτρα για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχομένου, κάθε απρόβλεπτης ενέργειας εναντίον
    4 KB (302 words) - 11:35, 14 January 2019
  • περίπου πόδια νεοελλ. αγγλικό μέτρο μήκους ίσο με δύο γιάρδες, δηλ. 1,83 μέτρα αρχ. 1. χωρομετρική ράβδος, 9¼ βασιλικές σπιθαμές 2. (κατά τον Ηρόδ.) «αἱ
    2 KB (203 words) - 11:26, 5 January 2021
  • χρησιμεύει για τη μέτρηση του οίνου («οὐ γὰρ πανταχοῦ ἴσα τὰ οἰνηρὰ καὶ σιτηρὰ μέτρα», Αριστοτ.) 7. (για χώρα) αυτός που παράγει οίνο, οινοπαραγωγός («Χίος οἰνηρά»
    2 KB (128 words) - 20:10, 13 June 2022
  • συγκρίνομαι γ) κατορθώνω να μετρηθεί κάτι δ) προμηθεύω σύμφωνα με ειδικά μέτρα 11. (η μτχ. ουδ. μέσ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ παραμετρούμενον αυτό προς το οποίο
    1 KB (115 words) - 18:57, 24 October 2020
  • una fórmula PMag.3.437, ἐν ἔπεσι ἑξαμέτροις Hdt.7.220, cf. Pl.Lg.810e, (μέτρα) Arist.Po.1449a27, Demetr.Eloc.1, αἰνιγμάτων ἑξαμέτρων ποιήτρια D.L.1.89
    5 KB (461 words) - 16:00, 23 August 2021
  • ἀνέρχομαι, φθάνω μέχρι σημείου τινός, ἐπὶ ὕψους, πυραμίδα ... ἐς τὰ ἐκείνου μέτρα οὐκ ἀνήκουσαν Ἡρόδ. 2. 127· αἱμασιὴν... ὕψος ἀνήκουσαν ἀνδρὶ ἐς τὸν ὀμφαλὸν
    17 KB (1,839 words) - 15:45, 20 June 2022
  • ευθύγραμμων τμημάτων, πράγμα που έχει ως συνέπεια να διατηρούνται τα μήκη, τα μέτρα τών γωνιών και τα εμβαδά (α. «συμμετρία ως προς σημείο» β. «συμμετρία ως
    12 KB (992 words) - 19:00, 25 March 2021
  • measures and weights = μέτρα… καὶ μέρη σταθμῶν ⇢ Look up "measures and weights" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    79 bytes (26 words) - 10:05, 23 May 2020
  • ἐκ τριῶν μέτρων, Γραμμ. ἡ, Μ τρίμετρος το να αποτελείται κάτι από τρία μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    254 bytes (27 words) - 12:53, 29 September 2017
  • Ν 1. ναυτ. μονάδα εκτοπίσματος πλοίων ισοδύναμη με 1,132 ή 2,83 κυβικά μέτρα, ανάλογα με τη χώρα που χρησιμοποιεί τη μονάδα αυτή 2. μετρολ. α) ισπανική
    857 bytes (65 words) - 12:48, 29 September 2017
  • από τη βραχονησίδα Παξιμάδα, νοτιοανατολικά της Ρόδου και έχει βάθος 4.452 μέτρα, ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (403 words) - 12:42, 15 May 2021
  • (catodon) της οικογένειας φυοητηρίδες, γιγάντιου οδοντοκήτους, μήκους έως και 18 μέτρα, μιας ογκώδους φάλαινας με μικρά ζυγά πτερύγια σαν κουπιά, με τεράστιο κεφάλι
    4 KB (430 words) - 08:02, 29 April 2022
  • [Seite 867] ἡ, Verbindung von sechs μέτρα, Sp. ἑξαμετρία, η (Μ) εξάμετρος σύνδεση έξι μέτρων. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    245 bytes (24 words) - 07:09, 29 September 2017
  • weights and measures = μέτρα καὶ μέρη σταθμῶν ⇢ Look up "weights and measures" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    76 bytes (26 words) - 12:40, 23 May 2020
  • αυτός που φέρνει αποτέλεσμα με τη δράση του, αποτελεσματικός («δραστικά μέτρα») 2. (για φάρμακο) δυνατό, ισχυρό («δραστικό φάρμακο») 3. δραστήριος αρχ
    6 KB (526 words) - 19:53, 13 June 2022
  • συνωμοσία ή στον συνωμότη 2. μτφ. μυστικός, κρυφός 3. φρ. «συνωμοτικά μέτρα» — μέτρα που αποσκοπούν στην τήρηση της μυστικότητας ενός χώρου ή μιας δραστηριότητας
    1 KB (103 words) - 14:35, 5 April 2021
  • for lookup in third sources: ον, (θείνω) A bruised in a mill, εἴκοσι… μέτρα μυληφάτου ἀλφίτου ἀκτῆς Od. 2.355, cf. A.R.1.1073, Lyc.578. * Abbreviations:
    2 KB (159 words) - 06:58, 3 October 2021
  • ἐξεριθεύεσθαι τοὺς νέους, δελεάζειν, πλανᾶν καὶ ἑλκύειν αὐτοὺς εἰς φατριαστικὰ μέτρα, Πολύβ. 10. 22, 9. Πρβλ. ἐριθεία, ἀνερίθευτος. briguer, intriguer. Étymologie:
    4 KB (306 words) - 17:45, 22 May 2021
  • dagegen erwarten, Thuc. 3, 12. ἀνταναμένω: ἀναμένω ἀντὶ νὰ λάβω δραστήρια μέτρα, μετ’ ἀπαρ., Θουκ. 3. 12. part. ao. ἀνταναμείνας; attendre de son côté
    2 KB (134 words) - 19:30, 31 December 2020
  • που είναι φτιαγμένος από πολλά μέτρα, απ' όπου άφθονος, πλούσιος, σε Ευρ., Αριστοφ. II. αυτός που εμπεριέχει πολλά μέτρα, σε Αθήν. πολύμετρος -ον [πολύς
    3 KB (203 words) - 21:12, 30 December 2020
  • προτέρων, προαναγγέλλω, προειδοποιώ (α. «η κυβέρνηση προαγγέλλει νέα φορολογικά μέτρα» β. «προηγγέλθη δὲ αὐτοῖς καὶ ή ἐπιβολή τῶν σιδηρῶν χειρῶν», Θουκ.) νεοελλ
    3 KB (224 words) - 12:30, 28 March 2021
  • ἔφανας Ἰσθμίοις ὑμετέρας ἀρετὰς ὕμνῳ διώκειν (I. 4.3) ἀγαπᾶται μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων, μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71) τερπνὸν ἐφάμερον διώκων ἕκαλος ἔπειμι
    58 KB (6,021 words) - 15:25, 20 June 2022
  • βιατὰς νόημα τοῦτο φέρων (P. 6.29) πρίν τις εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα (Pae. 1.3) πτάμεναι νοήματι πρὸς Ἀφροδίταν (sc. γυναῖκες) fr. 122. 5. pl
    11 KB (1,089 words) - 08:29, 29 May 2022
  • Πελοποννησιακού πολέμου), επιτροπή που είχε εκλεγεί προκειμένου να προτείνει μέτρα για τη μεταβολή του πολιτεύματος, σε Θουκ. συγγρᾰφεύς: έως ὁ 1) летописец
    6 KB (534 words) - 11:41, 1 June 2022
  • grains of sand escape counting Pi.O.2.98; οἶδα δ' ἐγὼ ψάμμου τ' ἀριθμόν καὶ μέτρα θαλάσσης = grains of sand I reckon and measure the spaces of ocean Orac.
    10 KB (1,001 words) - 15:50, 20 June 2022
  • συντήρηση 2. αυτός που γίνεται για συντήρηση, για προφύλαξη («συντηρητικά μέτρα») νεοελλ. 1. μτφ. α) οπαδός του συντηρητισμού β) (γενικά) άνθρωπος με παλαιές
    4 KB (277 words) - 12:20, 20 April 2021
  • κέρδος και «απολιπόν ή αποδράν κέρδος») το κέρδος που σύμφωνα με τα υπάρχοντα μέτρα αναμενόταν αλλά εξαιτίας παραλήψεως υπαλλήλου χάθηκε. * Αναζήτηση σε: Google
    375 bytes (37 words) - 06:27, 29 September 2017
  • μονάδα μετρήσεως επιφανειών ίση με δέκα βασιλικά στρέμματα (10.000 τετρ. μέτρα), έκταση που ισοδυναμεί με τετράγωνο πλευράς εκατό μέτρων. * Αναζήτηση σε:
    341 bytes (33 words) - 07:07, 29 September 2017
  • οχυρωματικά έργα 2. εκείνος που δεν είναι εξασφαλισμένος με τα κατάλληλα νομικά μέτρα «ακατοχύρωτο πολίτευμα». * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    440 bytes (38 words) - 06:48, 29 September 2017
  • διθύρων, του οποίου ο τυπικός εκπρόσωπος Τridacna gigas φθάνει σε μήκος τα 1-2 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    307 bytes (35 words) - 12:57, 29 September 2017
  • -ή, -ό, / πρωτοδακτυλικός, -ή, -όν, ΝΑ (στην αρχ. μετρική) 1. (για μικτά μέτρα) αυτός που έχει δάκτυλο στην αρχή, δηλαδή _U U_U_U 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ
    777 bytes (59 words) - 12:24, 29 September 2017
  • έχει σχηματιστεί πολύ κοντά στην επιφάνεια της Γης, σε βάθη από 10 έως 1000 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. γαλλ. hypovolcanique]. * Αναζήτηση
    441 bytes (40 words) - 12:48, 29 September 2017
  • musculus, η περίφημη μπλε φάλαινα, ο γίγας τών ζώων, που φθάνει σε μήκος τα 30 μέτρα και σε βάρος τους 130 και πλέον τόννους. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ.,
    722 bytes (53 words) - 12:59, 29 September 2017
  • με μοναδικό είδος τον σομνίοσο μικροκέφαλο που το μήκος του φθάνει τα 7 μέτρα και το βάρος του σε 1 τόννο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    338 bytes (38 words) - 12:30, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που παίρνει προληπτικά μέτρα, που φυλάγεται από το κακό. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. του τύπου τερψίμβροτος < φυλάσσω + κακός (πρβλ. μνησίκακος, παυσί-κακος)]
    459 bytes (32 words) - 12:52, 29 September 2017
  • Ν συρτή (αλιευτ.) όργανο ερασιτεχνικής αλιείας, που αποτελείται από λίγα μέτρα πετονιάς, στο άκρο της οποίας είναι δεμένο μεταλλικό στιλπνό αντικείμενο
    452 bytes (42 words) - 12:47, 29 September 2017
  • ορίζεται με δικαστική πράξη να φροντίζει για το έμβρυο και να λάβει συντηρητικά μέτρα για την περιουσία του σε περίπτωση θανάτου του πατέρα κατά το διάστημα της
    389 bytes (40 words) - 06:28, 29 September 2017
  • βίον, τὸ ζῆν» — πεθαίνω αρχ. 1. καταμετρώ 2. μετρώ τις διαστάσεις, παίρνω μέτρα 3. (για χρόνο) περνώ 4. αργοπορώ 5. πορεύομαι, οδοιπορώ 6. υπολογίζω. *
    474 bytes (39 words) - 07:06, 29 September 2017
  • επιβάλλει όρια νεοελλ. 1. δεσμευτικός, κατασταλτικός («επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα») 2. φρ. «περιοριστικές κρίσεις» (λογ.) οι κρίσεις τών οποίων το κατηγορούμενο
    2 KB (122 words) - 20:05, 30 December 2020
  • που προστίθεται στο μπροστινό μέρος του καλαποδιού για να προσαρμοστεί στα μέτρα του ποδιού 2. σίδερο σε σχήμα πετάλου κάτω από τις φτέρνες τών παπουτσιών
    561 bytes (44 words) - 21:55, 29 December 2020
  • αναφέρεται στην εντόπιση, που έγινε ή γίνεται για εντοπισμό «εντοπιστικά μέτρα της επιδημίας» επίρρ... εντοπιστικώς, -ά με τρόπο που αναφέρεται στην εντόπιση
    468 bytes (42 words) - 07:09, 29 September 2017
  • η τα μέτρα που έλαβε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο για την εξάλειψη της νοοτροπίας του εθνικοσοσιαλισμού. * Αναζήτηση
    299 bytes (31 words) - 06:57, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. μετρολ. μονάδα όγκου της Λιθουανίας, ισοδύναμη με 4,077 κυβικά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. faden]. * Αναζήτηση
    338 bytes (31 words) - 12:48, 29 September 2017
  • μεγάλου δρόμωνα του οποίου ο μεγάλος ιστός, που μπορεί να φθάνει σε ύψος τα 70 μέτρα, έχει 5 έως 7 σταυρωτές κεραίες και οι άλλοι ιστοί ανάλογο αριθμό κεραιών
    523 bytes (45 words) - 12:58, 29 September 2017
  • Ophisurus serpens, απαντά και στις ελληνικές θάλασσες, φθάνει σε μήκος τα δύο μέτρα και είναι γνωστό ως φίδι της θάλασσας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    644 bytes (60 words) - 12:12, 29 September 2017
  • τών παλιρροϊκών και παράκτιων ρευμάτων και τών κυμάτων σε βάθος 5 ώς 10 μέτρα κάτω από την χαμηλή στάθμη της παλίρροιας, εξαρτώμενη από την ένταση τών
    4 KB (337 words) - 08:54, 23 May 2021
  • μακριά από την ακτινοβολούμενη περιοχή, σε απόσταση που υπερβαίνει τα τρία μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. γαλλ. teleradiotherapie < tele (<
    832 bytes (48 words) - 12:56, 29 September 2017
  • καλύμματα με σχήμα νούφαρου και διάμετρο από 30 εκατοστόμετρα ώς 2 περίπου μέτρα, τα οποία σχηματίζονται στις πολικές περιοχές. * Αναζήτηση σε: Google |
    308 bytes (31 words) - 12:12, 29 September 2017
  • -ον) 1. αυτός που δεν προνοεί, που δεν παίρνει εκ των προτέρων τα κατάλληλα μέτρα, απερίσκεπτος 2. αυτός για τον οποίο δεν έλαβε κανείς πρόνοια, απρόβλεπτος
    570 bytes (50 words) - 06:57, 29 September 2017
  • φορέματος σε σχήμα κώδωνα, με ποδόγυρο που είχε περιφέρεια μέχρι και 4 ή 5 μέτρα, υποστηριζόταν εσωτερικά με λεπτά χαλύβδινα ελάσματα και ήταν της μόδας στα
    841 bytes (58 words) - 06:41, 29 September 2017
  • χωρητικότητας δημητριακών 4. μέτρο έκτασης αγρών ίσο με 1.214 τετραγωνικά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. vascello «πλοίο (πολεμικό)»]. * Αναζήτηση σε: Google |
    582 bytes (41 words) - 06:24, 29 September 2017
  • τών ανέμων και της εξάτμισης σε ύψος που δεν υπερβαίνει τις λίγες δεκάδες μέτρα πάνω από το έδαφος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. micrometeorology
    644 bytes (54 words) - 15:13, 23 August 2021
  • γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης που βρίσκεται ένα σκάφος κατά τον πλου ή μετρά τα ύψη τών αστέρων από αεροσκάφος, διαστημόπλοιο ή κατάστρωμα πλοίου, παρά
    1 KB (89 words) - 10:01, 23 November 2021
  • Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 10, κτλ.· μέτρα ... καὶ μέρη σταθμῶν Εὐρ. Φοίν. 541, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1040, Πλάτ. Νόμ. 757Β· μέτρα ... καὶ σταθμὰ αὐτόθι 746Ε. 3)
    43 KB (3,802 words) - 15:03, 18 June 2022
  • 4.2, Act.Ap.12.4. 12 train, rear, θετὸν υἱόν AP9.254 (Phil.):—Pass., εἰς μέτρα ἥβης ἀνηγόμην IG12(7).449 (Amorgos); of plants, ἀ. ἀμπελῶνας S.(?)Fr.1010
    58 KB (5,755 words) - 15:55, 20 June 2022
  • Rh. 4, 1565. conocer, aprender Ἀπίδα καὶ πέλαγος Μινώιον A.R.4.1565, μέτρα μακρῆς χθονὸς ἐξεδάησαν Man.6.469, λόγον ὃν παρὰ σεῖο ... ἐξεδάην AP 8.133
    471 bytes (47 words) - 12:00, 21 August 2017
  • καταβύθιση τους 4. φρ. α) «οικονομικοί αυτόματοι σταθεροποιητές» (οικον.) τα μέτρα που λαμβάνονται και οι μεταβλητές που χρησιμοποιούνται στην οικονομική πολιτική
    2 KB (130 words) - 12:31, 29 September 2017
  • σ. 7· ― φιλομετρία, ἡ, Συνέσ. 62C. -ον, Μ 1. αυτός που του αρέσουν τα μέτρα, οι στίχοι 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ φιλόμετρον αγάπη για την ποίηση. [ΕΤΥΜΟΛ
    871 bytes (67 words) - 13:00, 29 September 2017
  • σταθεροποιητής 1. αυτός που συμβάλλει στην επίτευξη σταθερότητας (α. «σταθεροποιητικά μέτρα για την οικονομία» β. «σταθεροποιητικός ο ρόλος της χώρας μας στην ευρύτερη
    2 KB (162 words) - 12:31, 29 September 2017
  • νύχτας, σε Ηρόδ. (ῑ στην παραλήγουσα εκτός από τα δακτυλικά και αναπαιστικά μέτρα). αἰθρία: ион. αἰθρίη ἡ 1) чистое (безоблачное) небо, ясная погода Her
    5 KB (466 words) - 07:10, 29 August 2021
  • τέτοια ώστε η ορατότητα σε οριζόντια διεύθυνση να είναι μικρότερη από 1.000 μέτρα, αντάρα, καταχνιά 2. (κατ' επέκτ.) σκοτάδι, σκοτεινιά (α. «εις την ομίχλην
    8 KB (836 words) - 07:18, 7 November 2021
  • 239c, Phld.Mus.p.97K.; more freq. in plural, ψ. λόγοι Pl.Lg.669d; opp. τὰ μέτρα, Arist.Rh.1404b14,33: but in D.27.54 ψ. λόγος is a mere speech, a speech
    52 KB (4,802 words) - 14:53, 31 January 2022
  • («μέλλων δὲ μέγαν ἐξεγείρειν πόλεμον») 3. εξοργίζω, προκαλώ αγανάκτηση («τα νέα μέτρα εξήγειραν τους πολίτες») 4. ξεσηκώνω κάποιον εναντίον άλλου αρχ.-μσν. ανασταίνω
    10 KB (836 words) - 12:20, 9 January 2022
  • «στρατιωτική ιατρική» ιατρ. η ιατρική ως σύνολο ειδικοτήτων που ασχολούνται με τα μέτρα για τη διατήρηση, την προστασία και την αποκατάσταση της υγείας τών στρατιωτών
    18 KB (1,395 words) - 14:53, 5 April 2021
  • αντιδιαστολή με τον επιεική, ελαφρύ και τον ανώδυνο (α. «σκληρή ποινή» β. «σκληρά μέτρα λιτότητας» γ. «σκληρή ζωή» δ. «σκληρά λόγια» ε. «τοῖς δὲ συμφοραὶ σκληραὶ
    31 KB (2,624 words) - 09:56, 19 October 2021
  • έχει αναπτύξει ένα ιστιοφόρο και το οποίο μετρείται ενιαία σε τετραγωνικά μέτρα, κν. βελάγιο (α. «πρωραίο πέταγμα» β. «πρυμναίο πέταγμα») μσν.-αρχ. 1. το
    3 KB (229 words) - 20:30, 13 June 2022
  • ἀντίποινα) ποινή 1. ανταπόδοση κακού, αντεκδίκηση, τιμωρία 2. καταπιεστικά μέτρα που παίρνει ένα κράτος για παράνομες πράξεις άλλου κράτους με σκοπό να το
    4 KB (313 words) - 12:15, 9 January 2022
  • με τους ιδιαίτερα αυστηρούς νόμους. Αντίστοιχα "Δρακόντεια μέτρα" ονομάζονται τα αυστηρά μέτρα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πλούταρχος είπε ότι οι νόμοι του Δράκοντα
    8 KB (968 words) - 12:41, 14 January 2022
  • θεοπρεποῦς ἀξιώματος», Ευσ.) αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται πέρα από τα συνηθισμένα μέτρα, ο υπέρογκος (α. «λίθους τε ἄλλους εἰς ἐπισκευὴν ὑπερφυέας τὸ μέγαθος ἐκόμισε»
    3 KB (238 words) - 20:30, 13 June 2022
  • the iambic verse of Hipponax, with a spondee in the last place, σκάζοντα μέτρα AP 7.405 (Phil.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σκάζων:
    653 bytes (53 words) - 10:59, 31 January 2021
  • διπενθημιμερικός, -ή, -ον (AM) (για στίχο) αυτός που αποτελείται από δύο πενθημιμερή μέτρα, από δυόμισυ πόδες. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (112 words) - 10:11, 23 November 2021
  • ἀναχέω: μέλ. -χεῶ, χύνω, εκχέω. ἀναχέω: 1) наливать, вливать (ὕδατος εἴκοσι μέτρα Hom. - in tmesi); 2) med.-pass. разливаться (Ὠκεανὸς ἀναχεῖται Arst.; ποταμοὶ
    5 KB (412 words) - 18:35, 31 December 2020
  • ως αόρ. αντων.) α) ορισμένοι, κάποιοι («μερικοί αντέδρασαν έντονα στα νέα μέτρα») β) λίγοι, λιγοστοί μσν. 1. ορισμένος 2. λίγος 3. ιδιαίτερος, εξαιρετικός
    4 KB (323 words) - 11:40, 4 January 2021
  • under the shade of c. acc. & dat. πρίν τις εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα (Pae. 1.2) frag. στεφά]νοισι πὰν [εὐ]θαλέος ὑγιε[ίας] σκιάζετε (Pae. 6.181)
    12 KB (1,001 words) - 16:09, 8 May 2022
  • σχήματος ορθογωνίου ή τετραγώνου, διαιρετού σε κυβικά μέτρα 2. μετρώ έναν όγκο ή χώρο σε κυβικά μέτρα αρχ. παθ. κυβίζομαι πολλαπλασιάζομαι. (II) κυβίζω (Μ)
    3 KB (232 words) - 13:00, 28 March 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ον, A of thirteen μέτρα, Sch. Ar.Ach.1142. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works και τρισκαιδεκάμετρος
    992 bytes (48 words) - 13:10, 31 December 2020
  • περιπλανᾶσθαι τὸν αὐλικὸν… ᾑρημένον βίον Phld.Ind.Sto.13; περιπεπλανημένα μέτρα erratic, irregular, D.H.Dem.50. * Abbreviations: ALL | General | Authors
    4 KB (324 words) - 10:35, 10 January 2021
  • . ᾠδή Amph.Seleuc.79. 2 en estilística poco solemne κῶλον D.H.Comp.7.3, μέτρα Demetr.Eloc.189, de un término vulgar, Longin.43.1, explicación etimológica
    2 KB (220 words) - 12:45, 14 September 2021
  • έννοια της αξιόποινης πράξης, τα σχετικά με την απόπειρα και τη συμμετοχή, τα μέτρα ασφαλείας, τη μεταχείριση ανήλικων εγκληματιών, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει
    7 KB (551 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1296] ὁ, das rech te Maaß, μέτρα φυλάσσεσθαι· καιρὸς δ' ἐπὶ πᾶσιν ἄριστος Hes. O. 692, vgl. Hierax. bei Stob
    63 KB (6,140 words) - 09:17, 24 May 2022
  • συσκευή που χρησιμεύει για τη μέτρηση της έντασης μιας δύναμης 2. όργανο που μετρά τη μεγέθυνση τών διοπτρών και τών τηλεσκοπίων. * Αναζήτηση σε: Google |
    302 bytes (32 words) - 06:28, 29 September 2017
  • κόμβος» β) ναυτ. μονάδα ταχύτητας ίση με ένα ναυτικό μίλι ανά ώρα ή 0, 514 μέτρα ανά δευτερόλεπτο γ) αστρον. η τομή του επιπέδου της τροχιάς που διαγράφει
    21 KB (1,820 words) - 10:20, 30 July 2022
  • Arr.Ind.39.4, superficies τὴν γῆν ... πιστῶς I.AI 5.75 •c. ac. int. (τὰ μέτρα) ἐκμετρήσας αὐτός habiendo tomado las medidas personalmente de los monumentos
    7 KB (690 words) - 09:00, 29 June 2022
  • συνοριακής γραμμής Ρουμανίας - Σερβίας, έχει μήκος 3 χιλιόμετρα, πλάτος 162 μέτρα και κατακόρυφα τοιχώματα διά μέσου τών οποίων ρέει ο Δούναβης, δημιουργώντας
    8 KB (685 words) - 15:00, 18 June 2022
  • στην πατρίδα του;). (II) το (AM ἐμβαδόν) νεοελλ. ο αριθμός σε τετραγωνικά μέτρα ή πήχεις που προκύπτει από τη μέτρηση της επιφάνειας αρχ. ορισμένη επιφάνεια
    4 KB (316 words) - 10:10, 9 January 2022
  • ρήγματος γεωλ. ο κρημνός που σχηματίζεται από ένα τέμαχος ανυψωμένο κατά 1-10 μέτρα, το οποίο διευθύνεται κατά μήκος του ίχνους του ρήγματος γ) «κανονικά ρήγματα»
    8 KB (744 words) - 20:45, 13 June 2022
  • a. 8,9.) ο (ΑΜ μετρητής) μετρώ (για πρόσ.) αυτός που μετρά, που έχει ως επάγγελμα το να μετρά κάτι νεοελλ.) τεχνολ. συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για
    8 KB (691 words) - 11:35, 1 January 2022
  • -ον) 1. αυτός που δεν προνοεί, που δεν παίρνει εκ των προτέρων τα κατάλληλα μέτρα, απερίσκεπτος 2. αυτός για τον οποίο δεν έλαβε κανείς πρόνοια, απρόβλεπτος
    7 KB (682 words) - 15:50, 20 June 2022
  • συνοριακής γραμμής Ρουμανίας - Σερβίας, έχει μήκος 3 χιλιόμετρα, πλάτος 162 μέτρα και κατακόρυφα τοιχώματα διά μέσου τών οποίων ρέει ο Δούναβης, δημιουργώντας
    6 KB (468 words) - 15:00, 18 June 2022
  • αμιγή αναπαιστικά συστήματα, δηλ. αυτά που δεν χρησιμοποιούν κώλα με άλλα μέτρα και έχουν αμιγή και ομοιόμορφη την αττική διάλεκτο 3. (το αρσ. ως κύριο όν
    5 KB (399 words) - 15:25, 23 August 2021
  • συγγενεῖς εἰ. Basil.M.31.1393C, οὐ γὰρ ποσότητα εἰσφορᾶς ἀπαιτεῖ ὁ Θεός, ἀλλὰ μέτρα γνώμης Chrys.M.59.404, cf. Const.App.2.35.1, τὴν εἰσφορὰν ἀποδίδωσιν contribuye
    10 KB (1,100 words) - 15:40, 20 June 2022
  • [ᾱ], Pass., (ἄνω) A to be used up or wasted, πολλὰ κατάνεται Od.2.58; μέτρα κατανομένων ἐνιαυτῶν completed, Arat.464. * Abbreviations: ALL | General
    2 KB (175 words) - 11:37, 9 January 2022
  • που πραγματεύεται για τους ρυθμούς και για τα μέτρα ή αυτός ο οποίος περιγράφει τους ρυθμούς και τα μέτρα, ο ρυθμολόγος νεοελλ. αυτός που γράφει ή συνθέτει
    1 KB (98 words) - 13:30, 25 August 2021
  • ἀνακρίνω. ΝΑ ἀνακρίνω υποβάλλω κάποιον σε προανάκριση αρχ. 1. (για τα μέτρα που πρέπει να υποβληθούν στην ψήφο του λαού) εξετάζω κάτι προηγουμένως 2
    3 KB (194 words) - 12:43, 16 January 2021
  • weights and measures, Hdt. 6.127; — hence Adj. φειδώνειος or φειδώνιος, α, ον, μέτρα Arist. Ath. 10.2, Fr. 480, Thphr. Char. 30.11, Str. 8.3.33 (Poll. l.c. connects
    1 KB (121 words) - 10:58, 31 January 2021
  • καταχωρίζω ἔν τινι, Ὠριγέν. Φιλοκ. 25. σ. 92. introducir, intercalar en v. pas. μέτρα καὶ ῥυθμοὶ ... ἐγκατακεχωρισμένοι ἀδήλως versos y ritmos introducidos de
    1 KB (96 words) - 00:45, 1 January 2021
  • θεοπρεποῦς ἀξιώματος», Ευσ.) αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται πέρα από τα συνηθισμένα μέτρα, ο υπέρογκος (α. «λίθους τε ἄλλους εἰς ἐπισκευὴν ὑπερφυέας τὸ μέγαθος ἐκόμισε»
    15 KB (1,183 words) - 20:44, 13 June 2022
  • το ουδ. (π.χ. «ένδοξος, -ον») 3. (μετρ.) ο συνθεμένος από δύο καταληκτικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (157 words) - 00:45, 30 December 2020
  • πιθανή]. (III) το, Ν μετρολ. κινεζική μονάδα μήκους ισοδύναμη με 1, 79 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    12 KB (1,279 words) - 10:25, 30 July 2022
  • 1' λεπτό τόξου μέγιστου κύκλου της γήινης σφαίρας και ισούται με 1. 852 μέτρα ι) «ναυτικό φυλλάδιο» — φυλλάδιο που εκδίδεται από τις λιμενικές αρχές και
    17 KB (1,489 words) - 09:05, 31 October 2021
  • ἔχουσιν tienen el dolor que les corresponde Gr.Naz.M.37.1240A, ἐναίσιμα μέτρα Opp.H.3.636 •neutr. sg. como adv. ἐναίσιμον en el momento debido οὐδ' ἦλθον
    13 KB (1,123 words) - 17:20, 30 May 2022
  • σίτου ἢ τροφῶν, τροφοδότης, Βυζ. 2) ὑπάλληλος ἔχων ἔργον νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ μέτρα τοῦ σίτου, Ὑπερείδ. παρὰ Πολυδ. Ζ΄, 18, Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 15, 3. ― Ἴδε Κόντου
    3 KB (237 words) - 09:10, 31 December 2020
  • 2. είδος θαλασσινού μσν.-αρχ. το πέος αρχ. 1. επιβολή, δύναμη, δραστικά μέτρα εναντίον κάποιου 2. η χορδή της σφενδόνας 3. έμβολο πολιορκητικής μηχανής
    17 KB (1,413 words) - 16:58, 6 August 2022
  • ύψωμα της επιφάνειας της ξηράς, χαμηλότερο του όρους, ύψους κάτω από 300 μέτρα (α. «λόφος του Φιλοπάππου» β. «ἐπὶ λόφον τινὰ οὐχ ὑψηλὸν καὶ ἔχοντα ποταμοὺς
    25 KB (2,555 words) - 14:48, 22 July 2022
  • Ἡσύχ. (ἐνθα ὁ Κῶδ. κορυτός). κορυστός, -ή, -όν (Α) κορύσσω επιγρ. (για μέτρα) ξέχειλος, γεμάτος, σωρευτός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1,005 bytes (80 words) - 12:45, 14 September 2021
  • ως ουσ.) ο οκτάμετρος και το οκτάμετρο στίχος που αποτελείται από οκτώ μέτρα, δηλ. από οκτώ μετρικούς πόδες νεοελλ. αυτός που έχει μήκος, πλάτος ή ύψος
    1 KB (87 words) - 12:30, 1 January 2021
  • κυβικός («ὅταν ὁ τοῦ διαγράμματος ἀριθμὸς γένηται στερεός», Αριστοτ.) 5. (για μέτρα μήκους και επιφάνειας) κανονικός 6. (για ποσό) αυτός που οφείλεται σε είδος
    34 KB (3,032 words) - 15:00, 18 June 2022
  • nach Harpocr. μετῆκται ἀπὸ τοῦ τοὺς ἱστάντας τι ἢ μετροῦντας κρούειν τὰ μέτρα καὶ διασείειν ἕνεκα τοῦ πλεονεκτεῖν, also eigtl. an die Wagschale oder das
    13 KB (1,160 words) - 20:15, 13 June 2022
  • το, Ν μετρολ. ιαπωνική μονάδα μήκους ισοδύναμη με 3.926 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιαπ. ri < κινεζικό li]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    323 bytes (25 words) - 12:26, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. μετρολ. ιαπωνική μονάδα μήκους ισοδύναμη με 109 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    157 bytes (20 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ἐπιχρηματίζω (Α) επιβάλλω πρόσθετα (κυβερνητικά) μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    135 bytes (15 words) - 07:12, 29 September 2017
  • General | Authors & Works ἐπιχρηματίζω (Α) επιβάλλω πρόσθετα (κυβερνητικά) μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    631 bytes (41 words) - 09:50, 1 January 2021
  • στίχος), ἐλέγετο ὁ ἔχων τὸν τελευταῖον πόδα ἐλλιπῆ· «καταληκτικὰ (δηλ. μέτρα) ὅσα μεμειωμένον ἔχει τὸν τελευταῖον πόδα» Ἡφαιστ. σ. 25, πρβλ. βραχυκατάληκτος
    5 KB (361 words) - 12:40, 14 September 2021
  • ξενόθηλυς, -εως, ἡ (Α) (για την Παρθένο Μαρία) γυναίκα έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, γυναίκα του θαύματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + θήλυς]. * Αναζήτηση σε: Google
    586 bytes (44 words) - 11:59, 29 September 2017
  • το, Ν άκλ. ολλανδική μονάδα μήκους ίση με 3,138 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    128 bytes (19 words) - 12:27, 29 September 2017
  • νακοτάπης: -ητος, ὁ, καὶ νακοτάπητον, τό, μαλλωτὸς τάπης ὡς νάκος, λαβοῦσα μέτρα τοῦ ἔνδον τούτου χωρήματος ἡ γυνὴ εἰργάσατο καὶ ἀπέστειλε νακοτάπητας Κ.
    784 bytes (56 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ημισφαίριο και πιθανώς να έζησε στη Νότια Αμερική, είχε μήκος περίπου 4,5 μέτρα, με πλατύ κι επίπεδο σώμα και σχετικά κοντή ουρά, μακρύ και ευλύγιστο λαιμό
    2 KB (121 words) - 12:18, 29 September 2017
  • στόχος συνωμοσίας μσν.-αρχ. προετοιμάζω για κάτι, παίρνω όλα τα απαραίτητα μέτρα («κατασκευάζειν πρὸς πολεμικὴν χρείαν») αρχ. 1. εφοδιάζω με τα απαραίτητα
    40 KB (3,550 words) - 09:40, 18 June 2022
  • haltend, Il. 23, 264, ἅπαξ εἰρημ. δυωκαιεικοσίμετρος: -ον, χωρῶν εἰκοσιδύο μέτρα, τρίπους Ἰλ. Ψ. 264. ος, ον : qui contient 22 mesures (vase). Étymologie:
    2 KB (134 words) - 10:00, 20 July 2021
  • sources: A make equal, balance evenly, τινὰς πρὸς ἀλλήλους Th.8.57; ἐ. τὰ μέτρα IG22.1013.15; τοῖς ἀδελφοῖς τὸ διαφέρον Just. Nov.92.1Intr.; τὰς τῆς κράστεως
    3 KB (270 words) - 09:00, 1 January 2021
  • ευνοούν την ύπαρξη μολυσματικών εστιών σε κάποιο τόπο με κατάλληλα υγειονομικά μέτρα 2. η επαναφορά σε ικανοποιητική κατάσταση με επίλυση τών προβλημάτων και
    872 bytes (69 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ζουν βυθισμένα μέσα στην άμμο, από τα αβαθή νερά μέχρι και σε βάθη 4.000 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. scaphopoda < scapho- (< scaphoid < σκαφοειδής)
    1 KB (85 words) - 12:29, 29 September 2017
  • τις θάλασσες, από την παράκτια ζώνη μέχρ6ι την άβυσσο, δηλαδή μέχρι 7.000 μέτρα βάθος, όπου βαδίζουν στον πυθμένα κοντά στα υδρόζωα και τα βρυόζωα, τα οποία
    789 bytes (70 words) - 12:25, 29 September 2017
  • ένα άκρο τους αποικίες, μήκους κυμαινόμενο από 10 εκατοστόμετρα έως αρκετά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pyrosoma (< πυρ + σώμα). Η λ., στον
    969 bytes (71 words) - 12:25, 29 September 2017
  • ευνοούν την ύπαρξη μολυσματικών εστιών σε κάποιο τόπο με κατάλληλα υγειονομικά μέτρα 2. η επαναφορά σε ικανοποιητική κατάσταση με επίλυση τών προβλημάτων και
    872 bytes (69 words) - 07:10, 29 September 2017
  • στόμα, εφοδιασμένο με μυτερά δόντια σαν κυνόδοντες. Φθάνει σε μήκος τα 1, 8 μέτρα. Είναι σαρκοβόρο και τρέφεται με διάφορα ψάρια και Ασπόνδυλα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
    985 bytes (69 words) - 21:25, 29 December 2020
  • πολλά είδη μεγαλόσωμων ψαριών, το μήκος τών οποίων μπορεί να φθάσει και τα 8 μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου και αντιδάνειο ως προς το α' συνθετικό
    1 KB (74 words) - 14:25, 23 August 2021
  • -ή, -ό, Ν 1. ιατρ. (για θεραπευτικά μέτρα) αυτός που συνδυάζει την εφαρμογή παραγγελμάτων της υγιεινής με την εφαρμογή οδηγιών για την τήρηση ορισμένου
    1 KB (81 words) - 12:53, 29 September 2017
  • προσαρμόσει πρόσωπα και καταστάσεις στις δικές του απαιτήσεις, στα δικά του μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < Προκρούστης. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στον Ιωάνν. Ν. Βαλέτα]
    796 bytes (65 words) - 12:22, 29 September 2017
  • (Clupeoidei). Βρίσκονται σε όλα τα βάθη και σε όλες τις θάλασσες μέχρι βάθους 5.500 μέτρα και ίσως περισσότερο. Είναι σκουρόχρωμα ψάρια με μελανά πτερύγια και μοιάζουν
    698 bytes (62 words) - 06:23, 29 September 2017
  • αθλητής κατορθώνει να προπορευθεί από τους άλλους («με ντεμαράζ στα τελευταία μέτρα κέρδισε τελικά την κούρσα»), [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. demarrage < γαλλ. demarrer
    880 bytes (68 words) - 12:03, 29 September 2017
  • αὐτοῖς λέγων ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστιν», ΚΔ) 2. η σφραγίδα που έβαζαν στα μέτρα και στα σταθμά 3. διακριτικό σημάδι, παράσημο («τοῖς τῆς ἀρχῆς συσσήμοις
    1 KB (69 words) - 12:30, 28 March 2021
  • P. ἐντείνειν (Plato, Phaedo, 60D), εἰς μέτρα τιθέναι (Plato Leges 669D). ⇢ Look up "versify" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    293 bytes (28 words) - 15:40, 10 December 2020
  • ἔντεσιν ποτὶ πολὺν στρατόν (Pae. 2.74)    b    I harness ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα (O. 13.20) βοέους (v.l. βοέοις) δήσαις ἀνάγκᾳ (-ας v.l., -αις Σ) ἔντεσιν
    5 KB (516 words) - 12:30, 9 January 2022
  • (catodon) της οικογένειας φυοητηρίδες, γιγάντιου οδοντοκήτους, μήκους έως και 18 μέτρα, μιας ογκώδους φάλαινας με μικρά ζυγά πτερύγια σαν κουπιά, με τεράστιο κεφάλι
    8 KB (755 words) - 15:39, 20 June 2022
  • με διακλάσεις και κατακερματισμένα ρηξιτεμάχη που ξεπερνούν σε ύψος τα 15 μέτρα και υπέρκεινται ενός αναλλοίωτου υποβάθρου 9. μτφ. (για πρόσ.) ισχυρός, ακλόνητος
    30 KB (2,726 words) - 16:00, 20 June 2022
  • Tzetz. μονοποδιαῖος: -α, -ον, ὁ ἐξ ἑνὸς μετρικοῦ ποδὸς ἀποτελούμενος, τὰ μέτρα τὰ δισύλλαβα τὰ μονοποδιαῖα Τζέτζ. ἐν Ἀν. Κραμήρου τ. 3, σ. 319, 31· ― μονοποδιαίως
    1 KB (91 words) - 08:50, 14 March 2021
  • πώλησιν τοῦ σίτου, ἀλεύρου καὶ ἄρτου, ὥστε νὰ γίνηται αὕτη κατὰ τὰ νόμιμα μέτρα, Λυσ. 165. 35, Δημ. 467. 5, Ἀριστ. Ἀποσπ. 411, ἴδε 396˙ πρβλ. Böckh P. E
    6 KB (680 words) - 15:44, 4 June 2022
  • ἐν δέ οἱ (μοι) ἄλφιτα χεῦεν (χεῦον) ἐυρραφέεσσι δοροῖσιν· (εἴκοσι δ' ἔστω μέτρα μυληφάτου ἀλφίτου ἀκτῆς), vgl. mit 19, 197 ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον;
    13 KB (1,273 words) - 16:40, 27 July 2022
  • περίπου πόδια νεοελλ. αγγλικό μέτρο μήκους ίσο με δύο γιάρδες, δηλ. 1,83 μέτρα αρχ. 1. χωρομετρική ράβδος, 9¼ βασιλικές σπιθαμές 2. (κατά τον Ηρόδ.) «αἱ
    14 KB (1,338 words) - 09:15, 23 May 2021
  • εξέταζαν την ποιότητα των αντικειμένων που εκτίθονταν προς πώληση, έλεγχαν μέτρα και σταθμά, συνέλεγαν τα λιμενικά τέλη και εφάρμοζαν τους κανονισμούς αποστολών
    10 KB (1,070 words) - 14:55, 31 January 2022
  • καλύτερα τις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες τών κατοίκων β) «ρυθμιστικά μέτρα» (νομ.) μία από τις κατηγορίες τών ασφαλιστικών μέτρων που διατάσσονται από
    4 KB (317 words) - 12:27, 29 September 2017
  • κατοίκων (εκτίμηση 2018). Η πόλη είναι δίπλα στον ποταμό Τέμβριο (Πορσούκ), 790 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, στη Φρυγική πεδιάδα. Βρίσκεται 250 χιλιόμετρα
    2 KB (276 words) - 07:00, 16 September 2021
  • ἔνθεσιν ἀνθράκων, Ἄλεξ. ἐν «Σπονδοφόρῳ» 1. -ά, -όν relativo al carbón τὰ μέτρα ID 509.40 (III a.C.) •subst. οἱ ἀνθρακηροί los carboneros Alex.208.
    966 bytes (67 words) - 19:15, 31 December 2020
  • αριθμού στον κύβο, στην τρίτη δύναμη νεοελλ. 1. υπολογισμός όγκου σε κυβικά μέτρα 2. καλλιτεχνική τάση που εμφανίστηκε το 1906 και κατά την οποία ο πίνακας
    1 KB (112 words) - 13:14, 30 December 2020
  • ποικίλο τρόπο, πολύμορφος 2. (για στίχο) αυτός που σύγκειται από ποικίλα μέτρα 3. το ουδ. ως ουσ. το πολυσχημάτιστο(ν) η ποικιλία πολλών ρητορικών σχηματισμών
    2 KB (150 words) - 10:50, 10 January 2021
  • από τη βραχονησίδα Παξιμάδα, νοτιοανατολικά της Ρόδου και έχει βάθος 4.452 μέτρα, ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    5 KB (605 words) - 08:24, 29 May 2022
  • θάλασσας ή του εναέριου χώρου, μέσα στα εθνικά όρια, η οποία καθορίζεται από τα μέτρα που λαμβάνονται κατά την προπαρασκευή του κράτους για πόλεμο (α. «ζώνη μάχης»
    39 KB (3,577 words) - 08:40, 29 May 2022
  • παλαιστή 8. μέτρο μήκους από 40 αρχαίους πήχεις, δηλαδή 21 περίπου σημερινά μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἅπτω. ΠΑΡ. ἁμματίζω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    5 KB (441 words) - 15:52, 23 August 2021
  • einer kurzen Sylbe endigend, Gramm.; häufiger, um einen Fuß zu kurz sein, μέτρα Arist. Quint. u. A. βρᾰχῠκατάληκτος: -ον, ὁ κατὰ ἕνα πόδα βραχύς, Σχόλ
    3 KB (270 words) - 18:03, 11 January 2022
  • 2) ἀφύλακτος, Ὀππ. Ἁλ. 5. 106. ΙΙ. ἐνεργητικ., ὁ μὴ λαμβάνων προφυλακτικὰ μέτρα, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀχ. Τατ. ος, ον : (guerre) pour laquelle on n’a pas
    3 KB (238 words) - 10:30, 20 July 2021
  • int. ταῦτα ... οὐκ αὐτοσχεδιάζειν Pl.Cra.413d, πολλὰ ... αὐτοσχεδιάζει μέτρα ἡ φύσις D.H.Comp.25.17, αὐτοσχεδιάζειν ὥσπερ ἔτυχε τὰς γραφάς Them.Or.25
    8 KB (667 words) - 16:52, 1 February 2021
  • διατρέχω, διέρχομαι 5. (για πλανήτες) φθάνω, εισέρχομαι κάπου 6. παίρνω νομικά μέτρα εναντίον κάποιου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    7 KB (583 words) - 11:25, 1 January 2022
  • και το ειδικό βάρος 2. φρ. «οπτικό πυκνόμετρο» (φωτογρ.) συσκευή η οποία μετρά την πυκνότητα ενός φωτογραφικού φιλμ ή μιας φωτογραφικής πλάκας καταγράφοντας
    1 KB (75 words) - 12:24, 29 September 2017
  • -η, -ο / ὑπεράνθρωπος, -ον, ΝΜΑ ἄνθρωπος αυτός που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα, που είναι πάνω από τις ανθρώπινες δυνατότητες (α. «υπεράνθρωπες προσπάθειες»
    2 KB (162 words) - 13:50, 1 January 2021
  • 7.8) —10.)    1 in alternative questions. τίς γὰρ ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα ἢ θεῶν ναοῖσιν οἰωνῶν βασιλέα δίδυμον ἐπέθηκ; (O. 13.21) ἦῤ, ὦ φίλοι, κατ'
    59 KB (6,525 words) - 15:30, 2 August 2022
  • 52A.19 (V a.C.), 22.380.16 (IV a.C.), D.C.52.25.1, σταθμία καὶ ζυγὰ καὶ μέτρα Ph.2.368, πράγματα And.2.17, ταύτην τὴν ἀρετὴν ... δικαίως Pl.Grg.526b, πολλὰ
    7 KB (775 words) - 15:15, 1 January 2021
  • surcar ἄνω καὶ κάτω τὴν Σκυθίαν Luc.Tox.56, poét. en tm. νῆα ... ἁλὸς διὰ μέτρα θέουσαν Opp.H.1.222, διὰ πλατὺ κῦμα θέοιεν Opp.H.4.414, πέλαγος διὰ ποσσὶ
    9 KB (875 words) - 11:30, 20 April 2021
  • τρικάρανον Πτωίου κευθμῶνα κατέσχεθε fr. 51b. met., ἀγαπᾶται, μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71), but cf. Borthwick, C. Q., 1959, 23ff
    77 KB (7,312 words) - 19:20, 6 August 2022
  • ανακεφαλαιώνω, σε Ευρ., στην Μέσ. II. 1. ξαναμετρώ, μετρώ προσεκτικά, παίρνω μέτρα για, τι, σε Ηρόδ.· ἀν. ἑαυτόν, σε Αριστοφ. — Μέσ., ἀνεμετρησάμην φρένας τὰς
    10 KB (920 words) - 09:00, 29 June 2022
  • παραγγελλόμενον Ξεν. Κύρ. 4. 1, 6· ― ἐντεῦθεν ἀπολ., εἶμαι προνοητικός, λαμβάνω μέτρα προφυλακτικά, προφυλάττομαι, προσέχω, ὥρα προνοεῖν, πρὶν πελάσαι στρατὸν
    19 KB (1,891 words) - 15:30, 2 August 2022
  • Ἀποσπ. 586: καθ’ Ἡσύχ. «ἀπόμακτρα, ξύλα· τὰς σκυτάλας, ἐν αἷς ἀποψῶσι τὰ μέτρα». ου (τό) : linge pour s’essuyer en frottant. Étymologie: ἀπομάσσω. -ου
    2 KB (162 words) - 20:56, 31 December 2020
  • (como los querubines) Apoc.4.8 •c. n. de pesos, medidas, etc. ἓξ δ' ἄρα μέτρα χάνδανεν (κρητήρ) Il.23.741, στάδιοι ἓξ καὶ δύο πλέθρα Hdt.1.93, cf. SEG
    15 KB (1,720 words) - 16:15, 20 June 2022
  • αφού άλλωστε και η λ. χθών δήλωνε κάτι πάνω από τα ανθρώπινα, τα γήινα μέτρα]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    19 KB (1,727 words) - 10:25, 30 July 2022
  • υποστηρίζω κάποιον, παίρνω το μέρος του ε) «λαμβάνω μέτρα» — προνοώ για κάτι στ) «λαμβάνω τα μέτρα μου» — προφυλάσσομαι αμυντικά από ενδεχόμενο κίνδυνο
    136 KB (13,784 words) - 10:24, 30 July 2022
  • ἐλευθερίας v.l. in Plb.18.11.7; of Poets, draw inspiration, Ἔφεσον ὅθεν πῦρ οἱ τὰ μέτρα μέλλοντες τὰ χωλὰ τίκτειν μὴ 'μαθῶς ἐναύονται Call.Iamb.1.335; ἐντεῦθεν ἐ
    11 KB (1,020 words) - 14:59, 18 June 2022
  • τὴν δευτέραν τάξιν τῶν πολιτῶν· οὗτοι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι γῆν παράγουσαν 300 μέτρα ξηρῶν ἢ ὑγρῶν προϊόντων, ἵππον πολεμικὸν καὶ ἕνα κοινὸν ἵππον διὰ τὸν θεράποντα
    11 KB (1,177 words) - 20:03, 21 April 2022
  • 461.27, Diom.1.504.30. -ή, -ό (Α ἀναπαιστικός, -ή, -όν) ἀνάπαιστος (για μέτρα ή στίχους) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ανάπαιστο ή αυτός που αποτελείται
    1 KB (127 words) - 15:47, 5 January 2022
  • μιας κατάστασης, κατασταλτικός, περιοριστικός (α. «θα ληφθούν περισταλτικά μέτρα κατά τών απεργιών» β. «περισταλτική δύναμη» — η συσταλτική και διασταλτική
    3 KB (269 words) - 09:00, 23 May 2021
  • δύο μακρῶν συλλαβῶν, Δράκων σ. 59. -ο (Α δίμακρος, -ον) (για λέξεις και μέτρα) αυτός που αποτελείται από δύο μακρόχρονες συλλαβές. * Αναζήτηση σε: Google
    566 bytes (50 words) - 18:40, 31 December 2018
  • ship of six hundred talents burden = πλοῖον εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα ⇢ Look up "a ship of six hundred talents burden" on Google (phrase search)
    110 bytes (31 words) - 16:18, 6 July 2020
  • περιμένω να δω πώς θα εξελιχθεί μια κατάσταση χωρίς να παίρνω εν τω μεταξύ τα μέτρα μου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    236 bytes (28 words) - 06:55, 29 September 2017
  • στον ποιητή Ασκληπιάδη 2. (μετρ.) «ἀσκληπιάδειος στίχος» ή «ἀσκληπιάδεια μέτρα» — δωδεκασύλλαβο μέτρο με δισύλλαβη βάση, δύο χοριάμβους και έναν ίαμβο.
    444 bytes (39 words) - 06:25, 29 September 2017
  • -ον (Μ) μονοποδία (μετρ.) αυτός που αποτελείται από έναν μετρικό πόδα («τὰ μέτρα τὰ δισύλλαβα τὰ μονοποδιαῖα», Τζέτζ.). επίρρ... μονοποδιαίως (Α) κατά μονοποδία
    460 bytes (38 words) - 14:10, 28 March 2021
  • Ανατολής. (II) το, Ν άκλ. μονάδα μήκους της Ταϊλάνδης, ισοδύναμη με 40, 60 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    327 bytes (33 words) - 11:50, 9 January 2019
  • Βεκκήρου) αναφωνώ με θαυμασμό που ξεπερνά τα συνηθισμένα και φυσιολογικά μέτρα («οἱ δ' ὑπερεπῄνουν ὑπερεπύππαζόν τέ με ἅπαντες», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ-
    650 bytes (41 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ᾰκοτος    1 free from anger πρίν τις εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα (Pae. 1.3) -ον benévolo νόημα Pi.Fr.52a.3. ἄκοτος, -ον (Α) κότος ο απαλλαγμένος
    995 bytes (76 words) - 00:28, 1 January 2021
  • πρώτους χρόνους, από οκτώ χρονικά σημεία. Επίρ. οκτασήμως (Α) κατά οκτάσημα μέτρα («ἐστιχούργησε ὀκτασήμως, ἤτοι κατά δοχμίους»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτα- (βλ. λ.
    2 KB (132 words) - 12:33, 1 January 2021
  • γεωμέτρη) 2. το ουδ. ως ουσ. το δεκάμετρο μονάδα μήκους που περιέχει δέκα μέτρα αρχ. έμμετρο απόσπασμα που αποτελείται από δέκα μετρικές μονάδες («περίοδον
    1 KB (101 words) - 00:00, 30 December 2020
  • Cod.Iust.12.40.12. ο (Μ ἀφοπλισμός) η αφαίρεση των όπλων νεοελλ. 1. τα μέτρα που επιβάλλονται στο τέλος μιας ένοπλης σύρραξης από τους νικητές στους ηττημένους
    1 KB (97 words) - 23:45, 31 December 2020
  • σού φτειάξω λίγο το φουστάνι») 2. συνεκδ. βελτιώνω («τα νέα κυβερνητικά μέτρα δεν πρόκειται να φτειάξουν την κατάσταση») 3. ασχολούμαι, καταγίνομαι με
    4 KB (311 words) - 15:20, 15 January 2019
  • Étymologie: ἔμπνοος. -ας, ἡ 1 inspiración τις ἔ. δαιμόνιος ἐνεποίει σοι τὰ μέτρα una inspiración divina te infundía los versos Luc.Hes.9, ἡ αὐτοῦ (τοῦ Θεοῦ)
    2 KB (151 words) - 11:20, 1 January 2021
  • Hom., Hes., Plut.). πολύφλοισβος -ον [πολύς, φλοῖσβος] luid bruisend:. μέτρα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης de grenzen van de luid bruisende zee Hes. Op. 648
    3 KB (222 words) - 21:10, 30 December 2020
  • πενθημιμερής, η τομή έπειτα από δύομιση πόδες, όπως στα εξάμετρα και τα ιαμβικά μέτρα. πενθημῐμερής: состоящий из пяти половин, т. е. из двух с половиной частей:
    4 KB (370 words) - 12:07, 20 April 2021
  • στον νομοθέτη Δράκοντα νεοελλ. 1. πολύ αυστηρός, αμείλικτος («δρακόντεια μέτρα», «δρακόντειοι νόμοι») 2. αστρον. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αστερισμό
    3 KB (186 words) - 01:10, 30 December 2020
  • ο όργανο που μετρά τη δύναμη μυϊκής ομάδας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    104 bytes (17 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ο, Ν (ιδίως σχετικά με αθλητικά αγωνίσματα) ειδικός που μετρά την ακριβή χρονική διάρκεια μιας ενέργειας με χρονόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -μέτρης (<
    634 bytes (43 words) - 15:26, 23 August 2021
  • το όργανο που εφαρμόζεται πάνω στα γωνιομετρικά όργανα και μετρά με ακρίβεια ενός δεκάτου της μοίρας τόξα κύκλου, αλλ. κυκλικός βερνιέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοίρα
    631 bytes (39 words) - 15:25, 23 August 2021
  • but γέλων ἔθηκε συνδείπνοις caused them laughter, E.Ion1172; λόγους εἰς μέτρα τ. put them into verse, Pl. Lg.669d. 2 with an Adj. for the attributive,
    212 KB (20,900 words) - 15:30, 2 August 2022
  • και «ἀπὸ προνοίας» — για λόγους προφύλαξης (α. «από πρόνοια πήρε αυτά τα μέτρα» β. «οὐδὲν γὰρ ἐπωλεῑτο ἀπὸ προνοίας τῶν Ἐρετριῶν», Θουκ.) νεοελλ. φρ. α)
    24 KB (2,180 words) - 20:20, 13 June 2022
  • τε λύτρον εὔδοξον, ὦ νέοι, καμάτων ἀνεγειρέτω κῶμον (I. 8.1) ἰὴ ἰῆτε νῦν, μέτρα παιηόνων ἰῆτε, νέοι (Pae. 6.122) νέων δὲ μέριμναι σὺν πόνοις εἱλισσόμεναι
    51 KB (5,059 words) - 16:39, 27 July 2022
  • 344B, abs. ὣς ὁ ἀποθησαυρίζων ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ LXX Si.3.4, πρὸς τὰ μέτρα τῶν γενέσεων Vett.Val.18.12 •tb. en v. med. τοὺς μύρμηκας τὰς τροφὰς ἀποθησαυριζομένους
    5 KB (456 words) - 15:50, 20 June 2022
  • jugerum, παρόλο που αυτό ήταν περίπου δύο στρέμματα, δεκαεννιά περίπου μέτρα, σε Πλούτ. (αμφίβ. προέλ.). πλέθρον: эп. πέλεθρον τό плетр 1) мера длины
    11 KB (1,292 words) - 11:30, 1 January 2022
  • συζητά εκ των προτέρων, πληθ. πρόβουλοι. 1. οι επίτροποι που εξέταζαν τα μέτρα πριν αυτά τεθούν στην κρίση του λαού, σε Αριστοφ. κ.λπ. 2. αντιπρόσωποι από
    10 KB (982 words) - 09:05, 31 October 2021
  • 14; εἰ ἐθελήσει ὑπερβῆναι ὁ ποταμὸς ταύτῃ ib.99. 2 overstep, transgress, μέτρα Heraclit. l. c.; οὐ θέμιν οὐδὲ δίκαν Pi.Fr.1.5; νόμους τοὺς Περσέων Hdt.3
    24 KB (2,180 words) - 15:49, 13 June 2022
  • ἐπιτηροῦντα, ἀντιφυλάξατε ἑπόμενοι Πλάτ. Νόμ. 705Ε: ― Μέσ., λαμβάνω προφυλακτικὰ μέτρα κατά τινος φυλασσομένου με, φυλαττόμενον δέ σε ὁρῶ ὡς πολεμίους ἡμᾶς, καὶ
    2 KB (186 words) - 19:50, 31 December 2020
  • που συντελεί στο να μη γίνει ή να μην εκδηλωθεί κάτι (α. «πήραν προληπτικά μέτρα για να αποφύγουν δυσάρεστες εξελίξεις» β. «προληπτική λογοκρισία» — λογοκρισία
    4 KB (271 words) - 21:45, 30 December 2020
  • Beziehung auf die weinspendende Ὀπώρα. μῡριάμφορος: -ον, ὁ χωρῶν 10,000 μέτρα (ἀμφορεῖς)· Κωμ. μεταφορ., ῥῆμα μ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 521· πρβλ. μυριοφόρος, τριχοίνικος
    3 KB (196 words) - 15:55, 30 December 2020
  •    i introducing a question, progressive. τίς γὰρ ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα ἐπέθηκ; (O. 13.20) cf. (P. 4.70)    k fragg. ἐπικράνοισι γὰρ fr. 6b. d.
    110 KB (10,612 words) - 15:58, 25 May 2022
  • Ὁρατίῳ· ἐντεῦθεν μικρὰ ποιήματα γεγραμμένα εἰς τοῦτο τὸ μέτρον ἢ εἰς παρόμοια μέτρα ἐκαλοῦντο ἐπῳδοὶ Ἡφαιστ. 12. 1, ἐπῳδὰ Πλούτ. 2. 1141Α. ός, όν : I. qui
    15 KB (1,310 words) - 20:40, 13 June 2022
  • 4.263) ἔλα νῦν μοι πεδόθεν (I. 5.38) κλῦτε νῦν (Pae. 6.58) ἰὴ ἰῆτε νῦν μέτρα παιηόνων ἰῆτε, νέοι (Pae. 6.121) Δαμαίνας πα[ῖ, ἐ]να[ισίμ]ῳ νῦν μοι ποδὶ
    46 KB (5,333 words) - 15:35, 20 June 2022
  • Εὐρ. Ἱκέτ. 415· τοῖς ὀνόμασι κλ. τὰ πράγματα Αἰσχίν. 73 ἐν τέλ.· κλ. τὰ μέτρα Δημ. Φαληρ. 118· τὴν ἀλήθειαν Συνέσ. 283C, κτλ. IV. πλάττω κρυφίως ἢ μετὰ
    38 KB (3,803 words) - 08:28, 29 May 2022
  • κοτύλην Simp.in Ph.733.22 •en v. pas. ἀντιμετρεῖται γὰρ ὑπὸ τῶν μετρουμένων τὰ μέτρα Simp.in Ph.733.19, de la relación entre movimiento y tiempo, Simp.in Ph.733
    5 KB (515 words) - 19:35, 31 December 2020
  • σιτία», Ηρόδ.) 6. (η μτχ. ουδ. παρακμ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ προεισηγμένα μέτρα που εισήχθησαν προηγουμένως («οἷς μὴ ἀρέσκοιτο τὰ προεισηγμένα», Ιώσ.) 7
    7 KB (575 words) - 20:15, 13 June 2022
  • «προκελευσματικὸς ῥυθμός» — ο ρυθμός που αποτελείται από προκελευσματικούς πόδες και μέτρα δ) «προκελευσματικὸν μέτρον» — το μέτρο που αποτελείται από προκελευσματικούς
    2 KB (169 words) - 20:15, 13 June 2022
  • η σημασία της περιορίστηκε στην έννοια του «μετρώ, λαμβάνω τα κατάλληλα μέτρα» (πρβλ. γοτθ. mitan, αγγλοσαξ. metan και λ. μέδιμνος)]. * Αναζήτηση σε:
    17 KB (1,554 words) - 16:40, 27 July 2022
  • πυρόσβεσης, με ισχυρή αντλία, μεγάλο μήκος εύκαμπτων σωλήνων, συνήθως περί τα 300 μέτρα, και με βυτίο νερού για χρήση εκεί όπου δεν υπάρχει υδροδότηση, με προσαρμοσμένη
    2 KB (133 words) - 12:25, 29 September 2017
  • σφοδρότητος τοῦ ἀνέμου, Θουκ. 2. 84˙ πολλαὶ ἀντιφυλακαί, πολλὰ προφυλακτικὰ μέτρα, Δίων Κ. 77. 2. ῆς (ἡ) : action de veiller à ne pas se heurter mutuellement
    2 KB (155 words) - 19:40, 31 December 2020
  • a boat of 500 talents tonnage = πλοῖον… εἰς πεντακόσια τάλαντα ἄγον μέτρα ⇢ Look up "a boat of 500 talents tonnage" on Google (phrase search) | Google
    113 bytes (29 words) - 16:20, 6 July 2020
  • links below for lookup in third sources: ον, A consisting of thirty-eight μέτρα, Sch. Ar.Pax153. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὀκτωκαιτριακοντάμετρος
    1 KB (51 words) - 12:21, 1 January 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ή, όν, A traditional, μέτρα PHib.1.87.13 (iii B. C.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    574 bytes (41 words) - 19:15, 30 December 2020
  • γαῖαν τρίχα δασσάμενοι Pi.O.7.75 •hacer el cómputo, establecer ἁλὸς διὰ μέτρα δάσαντο han establecido las medidas del mar Opp.H.1.11. διαδατέομαι (Α)
    6 KB (560 words) - 00:15, 30 December 2020
  • αναφερόμενη απόσταση του αγώνα ήταν περίπου 18-24 γύρους, ή περίπου 4800 μέτρα. Η διοργάνωσή του διεξαγόταν παρόμοια με τους σύγχρονους μαραθώνιους - οι
    8 KB (892 words) - 20:49, 21 April 2022
  • γένει, αἲ γὰρ δήποτε, τέκνον, ἐπιφροσύνας ἀνέλοιο, εἴθε ποτὲ νὰ λάβῃς συνετὰ μέτρα, Ὀδ. Τ. 22· εὐδαιμονίαν Πινδ. Ν. 7. 83, πρβλ. Θέογν. 281· ἀν. κλῆρον Πλάτ
    13 KB (1,213 words) - 15:00, 31 January 2022
  • (ἡμᾶς sc.) πᾶσα κεκριμένα δύναμις (N. 6.3) εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα, ἰδὼν δύναμιν οἰκόθετον (Pae. 1.4) ]δύναμις ἀρκεῖ (ὧν σοι] e. g. supp. Snell)
    66 KB (8,000 words) - 15:30, 20 June 2022
  • χρόνους τεθεῖσα διαφέροντας Aristox.Rhyth.p.77 W., cf. Anon.Rhythm.Oxy. 9ii6; [μέτρα] προχωρεῖ ἕως λ χρόνων Aristid.Quint.1.23. * Abbreviations: ALL | General
    76 KB (7,425 words) - 14:56, 18 June 2022
  • 9.454; upholders of the natural and moral order, ἥλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν Heraclit. 94; Ἐρινύες
    23 KB (2,472 words) - 20:03, 16 September 2021
  • πενταμετραῖα: ἀσκία, χωροῦντα πέντε μέτρα, Κ. Πορφ. Ἔκθ. βασ. τάξ. σ. 463, ἔκδ. Β.
    167 bytes (14 words) - 11:07, 5 August 2017
  • ετερόμετρος (στην ποίηση) η διαφορά τών μέτρων τών στίχων, στίχοι με διαφορετικά μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    978 bytes (71 words) - 11:10, 1 January 2021
  • πολύκωλος: -ον, ὁ\/-ἔχων πολλὰ κῶλα, Δημήτρ. Φαληρ. 252. -ον, Α (για ποιητ. μέτρα και συντ. περιόδους) αυτός που αποτελείται από πολλά κώλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ-
    1 KB (70 words) - 21:05, 30 December 2020
  • μουσική σύνθεση 2. η ρυθμολογία αρχ. το να γράφει ή να σημειώνει κανείς τα μέτρα, τους ρυθμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρυθμός + -γραφία]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (86 words) - 15:08, 1 January 2021
  • General | Authors & Works [Seite 1118] ές, von sieben Halben, in der Metrik, μέτρα, die 3½ Fuß enthalten, Schol. Ar. Plut. 302 Av. 1313; caesura, die Cäsur
    4 KB (308 words) - 11:40, 23 November 2021
  • | slang.gr | Κάτο τετράγῠος: -ον (γύα), αυτός που περιλαμβάνει τέσσερα μέτρα γης, σε Ομήρ. Οδ. τετράγυος: (ᾰ) γύης площадью в один тетрагий (ὄρχατος
    3 KB (283 words) - 18:50, 11 January 2022
  • καρπό, καρποφορώ, παράγω καρπό 11. γνωστοποιώ, ανακοινώνω 12. (για δημόσια μέτρα) εισηγούμαι 13. (για συγγραφείς) εκδίδω, δημοσιεύω 14. παρουσιάζω, επιδεικνύω
    63 KB (6,321 words) - 16:15, 20 June 2022
  • εἰπεῖν δέοι, ἄνευ μηδεμιᾶς συστολῆς, Δημ, 280. 25· λαμβάνω προφυλακτικὰ μέτρα, Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 4, 3. ΙΙ. μετ᾿ αἰτ., ἔχω φροντίδα περί τινος, φυλάττομαι
    16 KB (1,398 words) - 15:30, 2 August 2022
  • έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος, το αμπερόμετρο 2. ωκεαν. α) όργανο που μετρά την ταχύτητα και τη διεύθυνση τών θαλάσσιων ρευμάτων β) όργανο για τη μέτρηση
    552 bytes (54 words) - 12:26, 29 September 2017
  • τὸν ἐμὸν αἰσχύνασ' ἁλῶ E.Hipp.420, ἐὰν δέ τις ἁλίσκηται κακουργῶν περὶ τὰ μέτρα IG 22.1013.56 (II d.C.) cf. SIG 194.7 (Anfípolis IV a.C.), προδοῦσ' ἁλώσομαι
    42 KB (4,149 words) - 15:55, 20 June 2022
  • μεγάλη ορειχάλκινη επένδυση. Τα πολεμικά όπλα τους ήταν ένα μακρύ δόρυ 2-3 μέτρα σε ύψος και ένα κοντό ( 40-50 εκ.) σιδερένιο ξίφος.Πολλές φορές, διέθεταν
    20 KB (2,088 words) - 09:40, 18 June 2022
  • conceder τᾷ κάλλος ἀφώρισε Κύπρις ἐν ἀστοῖς IKyzikos 1.516.4 (II/I a.C.), μέτρα τῇ ἀλογίᾳ ἀφορίζειν Porph.Sent.32, c. indicación de la finalidad ἀ. εἰς τὸ
    25 KB (2,362 words) - 16:00, 20 June 2022
  • παραλλαγή της φαλκός των Δακών. Η ρομφαία είχε σχήμα δρεπάνης και μήκος έως 2 μέτρα. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ιππείς. Die Romphaia (auch Romphaea oder
    12 KB (1,326 words) - 16:17, 20 June 2022
  • Κάτο τετράμετρος: [ᾰ], -ον (μέτρον), αυτός που αποτελείται από τέσσερα μέτρα, δηλ. στην ιαμβική ή τροχαϊκή ποίηση, αυτός που αποτελείται από τέσσερα δίποδα
    8 KB (760 words) - 10:53, 5 January 2022
  • ἑκστάδιος: -ον (ἕξ, στάδιον), αυτός που έχει μήκος έξι στάδια (δηλ. 1.110 μέτρα), σε Λουκ. ἑκστάδιος: равный шести стадиям Luc. ἑκ-στάδιος, ον [ἕξ, στάδιον
    1 KB (105 words) - 11:00, 1 January 2021
  • ποταμῷ τὸ ἐν τῷ φρέατι ὕδωρ· εἰσὶν οὖν ἐν τῷ τοίχῳ τοῦ φρέατος παραγραφαί, μέτρα τῶν τελείων καὶ τῶν ἄλλων ἀναβάσεων· ἐπισκοποῦντες οὖν ταύτας διασημαίνουσι
    2 KB (218 words) - 16:55, 6 January 2021
  • Phaed. 104a; n. προσαγορευτέον er moet genoemd worden:. κἂν εἴ τις ἅπαντα τὰ μέτρα μιγνύων ποιοῖτο τὴν μίμησιν... καὶ ποιητὴν προσαγορευτέον zelfs als iemand
    2 KB (173 words) - 21:50, 30 December 2020
  • συνοριακής γραμμής Ρουμανίας - Σερβίας, έχει μήκος 3 χιλιόμετρα, πλάτος 162 μέτρα και κατακόρυφα τοιχώματα διά μέσου τών οποίων ρέει ο Δούναβης, δημιουργώντας
    19 KB (1,718 words) - 15:00, 18 June 2022
  • διαιρούμενη σε 4 παλαιστές ή σε 16 δακτύλους, η οποία ισοδυναμεί με 0, 3083 μέτρα νεοελλ. 1. βοτ. το βασικό τμήμα ενός εμβρύου σποριοφύτου ή σποριογόνου σώματος
    90 KB (9,268 words) - 08:27, 29 May 2022
  • βάδιζε. μέτρει Hsch., pero cf. tb. βαίνονται ... οἱ ῥυθμοί, διαιρεῖται δὲ τὰ μέτρα, οὐχὶ βαίνεται Sch.A.Th.128. 3 c. suj. de cosa y ac. de pers. sobrevenir
    79 KB (8,403 words) - 09:59, 29 July 2022
  • διοικήσεως, κυρίως, ως προς την οικονομική διαχείριση 7. «έλεγχος γεννήσεων» — τα μέτρα για τον περιορισμό του αριθμού τών γεννήσεων 8. «έλεγχος βολής» — το σύνολο
    34 KB (3,418 words) - 16:10, 20 June 2022
  • as to a standard, Hp.VM9; ἐκεῖσε ἀ. Pl.R.484c, cf. Phdr.237d. c report, μέτρα καὶ γειτνίας καὶ ἀξίας PTeb.14.11 (ii B.C.), etc.:—Pass., ib.10.3 (ii B.C
    54 KB (5,403 words) - 15:45, 20 June 2022
  • Βεκκήρου) αναφωνώ με θαυμασμό που ξεπερνά τα συνηθισμένα και φυσιολογικά μέτρα («οἱ δ' ὑπερεπῄνουν ὑπερεπύππαζόν τέ με ἅπαντες», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ-
    2 KB (140 words) - 14:10, 1 January 2021
  • ἑνδεκάπηχυς: -υ, γεν. -εος, αυτός που έχει έντεκα πήχεις μήκος (περίπου πέντε μέτρα), σε Ομήρ. Ιλ. ἑνδεκάπηχυς: 2, gen. υος размером в одиннадцать пехиев (ок
    2 KB (192 words) - 11:00, 1 January 2021
  • ΝΑ αρχαίο περσικό μέτρο μήκους, που ισοδυναμεί με 5.243 περίπου σημερινά μέτρα νεοελλ. φρ. «απέχει παρασάγγας» — βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση ή έχει μεγάλη
    4 KB (335 words) - 20:14, 13 June 2022
  • τινα. οἱ δὲ μέτρα, ὡς κύαθοι». ίδος (ἡ) : c. μαθαλλίς. μαθαλίς, -ίδος, ἡ (Α) είδος ποτηριού ή μέτρου («μαθαλίδες ἐκπώματά τινα, οἱ δὲ μέτρα, ὡς κύαθοι»
    2 KB (184 words) - 14:45, 30 December 2020
  • πεπολιτευμένοις, νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ληφθέντα μέτρα, Δημ. 244. 20· στολὴν φοινικίδα... ταύτην νομίζω ἥκιστα... γυναικείᾳ κοινωνεῖν
    20 KB (1,942 words) - 14:00, 18 April 2022
  • siebenzehn Metris, Schol. Ar. Pax 1333. ἑπτακαιδεκάμετρος: -ον, περιέχων 17 μέτρα, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Εἰρ. 1333.
    835 bytes (41 words) - 11:05, 1 January 2021
  • -ίζεται marks with.., Ph.2.353; -ιζομένην (sc. τέχνην) βεβαιότητι τὰ παθῶν μέτρα Max.Tyr.33.9):—Pass., to be impressed upon, τὸ γεγονὸς ἐν ταῖς γνώμαις -ίσθη
    7 KB (586 words) - 08:50, 27 May 2022
  • μέτρον Ἡφαιστ. 15, 21 (;). -ή, -όν, Α προκαταλήγω (στη μελική ποίηση) τα μέτρα που έχουν στην αρχή ή στο μέσο καταληκτικούς πόδες («προκαταληκτικὸν τροχαϊκόν»
    989 bytes (69 words) - 21:40, 30 December 2020
  • Authors & Works τρισχῑλιοφόρος: -ον, ἐπὶ ὁλκάδος, ἡ χωροῦσα τρεῖς χιλιάδας (μέτρα), τῶν ὁλκάδων αἱ μέχρι τρισχιλιοφόρων Διον. Ἁλ. 3. 44. -ον, Α (για πλοίο)
    1 KB (68 words) - 13:25, 31 December 2020
  • εἰς Ἀριστοφ. Εἰρ. 974. -ον, Α αυτός που αποτελείται από τριάντα πέντε μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. πέντε καί τριάκοντα «τριανταπέντε» + -μετρος (< μέτρον),
    1 KB (74 words) - 19:55, 30 December 2020
  • («έφτασε στον βαθμό του διευθυντή») β) είμαι αρκετός, επαρκώ («φτάνουν πέντε μέτρα ύφασμα για ένα φόρεμα») 5. (το α' πρόσ. και το γ' πρόσ. εν. αορ.) έφτασα
    74 KB (7,151 words) - 15:30, 2 August 2022
  • κωμάζοντ' ἀγαναῖς χαρίτεσσιν βαστάσαι (I. 3.7) —8. ἀγαπᾶται, μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων, μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71) διαγινώσκομαι μὲν, γινώσκομαι δὲ καὶ
    127 KB (13,314 words) - 15:31, 2 August 2022
  • οὐρανομέτρης, ὁ (Α) (για τον Θεό) αυτός που μετρά τον ουρανό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουρανο- + -μέτρης (< μέτρο), πρβλ. γεω-μέτρης]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    414 bytes (27 words) - 12:11, 29 September 2017
  • μόδιος (ως τίτλος αξιωματούχου αρμόδιου για την προμήθεια σιτηρών) αυτός που μετρά δημητριακά. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    244 bytes (25 words) - 07:39, 29 September 2017
  • το όργανο που μετρά την εξάτμιση η οποία γίνεται στην ατμόσφαιρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    149 bytes (20 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ο όργανο που μετρά την πίεση τών υγρών σε κλειστό δοχείο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    133 bytes (20 words) - 07:05, 29 September 2017
  • το ναυτ. όργανο που μετρά την παρεκτροπή της πυξίδας τών σιδερένιων ή τών χαλύβδινων πλοίων. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    201 bytes (24 words) - 12:14, 29 September 2017
  • 155, σπειρομένων σταχύων δείκνυσι γενέθλην AP 9.383. 2 enseñar, explicar μέτρα ... θαλάσσης Hes.Op.648, σφιν ἀντολὰς ... ἄστρων A.Pr.458, μύθων τῶνδε ἀλήθειαν
    48 KB (4,890 words) - 15:30, 2 August 2022
  • Ἀδραστείῳ νόμῳ (N. 10.28) ἐν Ἰσθμῷ Νεμέᾳ δὲ καὶ ἀμφοῖν (I. 5.18) μέτρα μὲν γνώμᾳ διώκων μέτρα δὲ καὶ κατέχων (I. 6.71) αἰνέων Μελέαγρον, αἰνέων δὲ καὶ Ἕκτορα
    145 KB (19,573 words) - 10:21, 30 July 2022
  • ἡδονάς Plat.); 7) внушать (ἐπιθυμίαν τινὶ ἔς τινα Thuc.; μῖσος Plat.; τὰ μέτρα τινί Luc.; ὑποψίας κατ᾽ ἀλλήλων Plut.; λήθην ἢ συνήθειάν τινος ἐμπεποιηκέναι
    21 KB (2,119 words) - 15:30, 2 August 2022
  • φυλάξου! πρόσεχε, προσοχή, έχε τον νου σου 3. μέσ. παίρνω αντισυλληπτικά μέτρα, αποφεύγω τη σύλληψη κατά τη συνουσία 4. παροιμ. φρ. α) «όποιος φυλάει, φυλάει
    60 KB (5,848 words) - 07:43, 3 August 2022
  • ὀνόματων οἰκονομίαν la economía del discurso Alcid.1.25, en v. pas. τὰ δὲ (μέτρα τῶν ποιητῶν) διαλυθέντα Arist.Rh.1407a2. B tr. sin indicar separación de
    60 KB (6,630 words) - 15:25, 20 June 2022
  • ἥτις ἀφώριζε τὰ ἴδια καὶ τὰ δημόσια οἰκοδομήματα πρὸς τὰ οἰκεῖα ἑκάστου μέτρα. ὁριστής: -οῦ, ὁ, ὁ ὁρίζων διὰ σημείων τὰ ὅρια˙ ἐν τῷ πληθ., ὑπάλληλοι
    4 KB (342 words) - 13:45, 14 September 2021
  • Hal. 1, 33. τᾰνύπλεκτος: [ῠ], -ον, ἐκ μακρῶν πλεγμάτων ἀποτελούμενος, μέτρα Ἀνθ. Π. 7. 473· ἕρκος Ὀππ. Ἁλ. 1. 33. ος, ον : tendu ; aux longues tresses
    2 KB (133 words) - 12:25, 31 December 2020
  • (reparte) y Aquiles por su parte la carne distribuye, Il.9.217, ταῦτα μὲν τὰ μέτρα ἔξωθεν ... ἀτὰρ ἔσωθεν Hdt.2.175, cf. Parm.B 8.58, Emp.B 109, Pl.Tht.172c
    21 KB (2,255 words) - 10:25, 30 July 2022
  • όπου, ανάλαφρος, πεταχτός, τρεχαλητός, ῥυθμὸς κ., λέγεται για τα τροχαϊκά μέτρα, σε Δημ. κορδακικός -ή -όν [κόρδαξ] als de kordax. κορδᾱκικός: свойственный
    2 KB (178 words) - 08:44, 14 March 2021
  • είμαι ελλιπής σε κάτι ή έχω έλλειψη σε, με γεν., σε Θουκ.· λέγεται για μέτρα ή μετρικές μονάδες, ἀπὸ τεσσέρων πηχέων ἀπολείπω τρεῖς δακτύλους, μου λείπουν
    49 KB (4,836 words) - 15:55, 20 June 2022
  • νεοελλ. φρ. «ἐξ ἰδίων κρίνω τὰ ἀλλότρια» α) κρίνω τους άλλους με τα δικά μου μέτρα και σταθμά β) εξομοιώνω τους άλλους με τον εαυτό μου, φαντάζομαι ότι οι άλλοι
    50 KB (5,606 words) - 15:29, 2 August 2022
  • αναφερόμενη απόσταση του αγώνα ήταν περίπου 18-24 γύρους, ή περίπου 4800 μέτρα. Η διοργάνωσή του διεξαγόταν παρόμοια με τους σύγχρονους μαραθώνιους - οι
    4 KB (446 words) - 20:42, 21 April 2022
  • σήμερα έχει διάμετρο μισό μέτρο. Το εξερευνημένο τμήμα του έχει μήκος 50 μέτρα και κλίση 35° - 50°. Το σπήλαιο ήταν γνωστό για πολλά χρόνια ότι είχε μέσα
    14 KB (1,460 words) - 11:35, 9 January 2022
  • μτχ. ουδ. πληθ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) τὰ προπεπολιτευμένα τα προηγούμενα μέτρα μιας διοίκησης, μιας εξουσίας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    3 KB (213 words) - 20:17, 13 June 2022
  • κατοίκων (εκτίμηση 2018). Η πόλη είναι δίπλα στον ποταμό Τέμβριο (Πορσούκ), 790 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, στη Φρυγική πεδιάδα. Βρίσκεται 250 χιλιόμετρα
    3 KB (369 words) - 11:09, 6 July 2020
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο γεωμέτρης: -ου, ὁ (μετρέω), αυτός που μετρά τη γη, ειδικός στη γεωμετρία, γεωμέτρης, σε Πλάτ. γεωμέτρης: ου ὁ землемер
    3 KB (316 words) - 15:35, 7 June 2022
  • ἐπῐτῐθημι    1 put upon c. acc. & dat. τίς γὰρ ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα ἢ θεῶν ναοῖσιν οἰωνῶν βασιλέα δίδυμον ἐπέθηκ; (zeugma) (O. 13.22) ἐπὶ γὰρ
    47 KB (4,848 words) - 10:21, 30 July 2022
  • ὡσαύτως μετ’ ἀπαρ., πρ. τινι πρήσσειν ὁ αὐτ. 5. 30· πρ. μέτρον, ἐπιβάλλω μέτρα ἢ ὅρια, Αἰσχύλ. Χο. 796· - ἀκολούθως ἐπὶ πολλῶν σχέσεων, πρ. τινὶ ἀτιμίην
    65 KB (6,375 words) - 21:59, 20 July 2022
  • βούλευσα, παρακ. βεβούλευκα (βουλή). Α. I. συνεδριάζω, αποφαίνομαι, λαμβάνω μέτρα· και στους παρελθοντικούς χρόνους, έχω συλλογιστεί και επομένως, καθορίζω
    46 KB (4,785 words) - 15:31, 2 August 2022
  • το κράτος, κυβερνώμαι, σε Πλάτ., Ξεν. κ.λπ.· τὰ αὐτοῖς πεπολιτευμένα, τα μέτρα της διοίκησής τους, σε Δημ. Β. συνήθως ως αποθ., μέλ. πολιτεύσομαι· Μέσ.
    30 KB (2,713 words) - 12:25, 28 March 2021
  • 29, οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον Eu.Matt.9.17. 3 de medidas, dinero dar καλὰ μέτρα (τῷ κιθωνίῳ) αὐτῷ βαλέτωσαν que den medidas adecuadas a ésta (a la túnica)
    127 KB (13,509 words) - 15:19, 20 June 2022
  • directions, on both sides (O. 13.57) πρίν τις εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα (μετρίως Σ.) (Pae. 1.3)    d of purpose, for ἦλθε καὶ Γανυμήδης Ζηνὶ τωὔτ'
    181 KB (19,078 words) - 15:30, 2 August 2022
  • 165 aus Dinarch. μυριαγωγοῦσα ναῦς. μῡριᾰγωγέω: ἄγω, φέρω, χωρῶ 10,000 μέτρα, Δείναρχ. παρὰ Πολυδ. Δ΄, 165· - ἐκ τοῦ μῡριᾰγωγός, ον, ὅρα ἐν λ. μυριοφόρος
    909 bytes (52 words) - 14:40, 30 December 2020
  • σού φτειάξω λίγο το φουστάνι») 2. συνεκδ. βελτιώνω («τα νέα κυβερνητικά μέτρα δεν πρόκειται να φτειάξουν την κατάσταση») 3. ασχολούμαι, καταγίνομαι με
    4 KB (311 words) - 15:25, 15 January 2019
  • το γεωλ. συσκευή που περιέχει δείγμα εδάφους και μετρά την ποσότητα αποστράγγισης του νερού στη μονάδα του χρόνου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ.
    587 bytes (37 words) - 14:35, 23 August 2021
  • σε Ξεν. III. μτβ., χανδάνω, έχω χώρο για κάποιο πράγμα, χωρώ, ιδίως, για μέτρα, ὁ κρητὴρ χωρέει ἀμφορέας ἑξακοσίους, σε Ηρόδ.· ἡ πόλις οὐκ ἐχώρησεν αὐτούς
    41 KB (4,036 words) - 16:40, 27 July 2022
  • εὐρυσθενὴς εἶδ Ἀπόλλων μιν (I. 2.18) πρίν τις εὐθυμίᾳ σκιαζέτω νόημ' ἄκοτον ἐπὶ μέτρα, ἰδὼν δύναμιν οἰκόθετον (Pae. 1.3) ἀλλ οὔτε ματέῤ ἔπειτα κεδνὰν ἔιδεν (Pae
    82 KB (8,635 words) - 15:30, 2 August 2022
  • (Stat.Flacc.). βυσσομέτρης: -ου, ὁ (μετρέω), αυτός που μετρά τα βάθη της θάλασσας, που μετρά το βυθό, επίθ. των ψαράδων, σε Ανθ. βυσσομέτρης: ου adj
    1 KB (121 words) - 16:14, 9 August 2021
  • ἐμοὶ μήτε χρυσὸν ... μήτε ἄργυρον δίδου Hdt.3.140, αὐτοῖσι ... δοῦναι τὰ μέτρα les indicó las medidas Hdt.2.121α, τροφὴν ... δίδωσι τοῖσι χρωμένοις ref
    109 KB (13,240 words) - 17:48, 27 June 2022
  • τίς δὴ ποταίνιον ἔλαχε στέφανον; (O. 10.60) τίς γὰρ ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα ἐπέθηκ; (O. 13.20) τί δέ τις; τί δ' οὔ τις; (P. 8.95) [[[τίς]] ἄκρον ἑλὼν
    89 KB (12,844 words) - 15:30, 2 August 2022
  • γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης που βρίσκεται ένα σκάφος κατά τον πλου ή μετρά τα ύψη τών αστέρων από αεροσκάφος, διαστημόπλοιο ή κατάστρωμα πλοίου, παρά
    4 KB (397 words) - 10:01, 23 November 2021
  • φυσικός, έμφυτος, σύμφυτος, σε Πίνδ., Αισχύλ.· συγγενεῖς μῆνες, μήνες που μετρά ο φυσικός μου βίος, μήνες που έχουν γεννηθεί μαζί μου όσο ζω, σε Σοφ.· ομοίως
    28 KB (2,650 words) - 14:03, 18 April 2022
  • Messende, Sp. στερεομέτρης: -ου, ὁ, ὁ μετρῶν στερεά, Γαλην. ὁ, Α αυτός που μετρά στερεά σώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερεός + -μέτρης (< μέτρον), πρβλ. γεω-μέτρης]
    1 KB (61 words) - 09:40, 31 December 2020
  • σχοινοπλόκος, Κωνστ. Μανασσ. Χρον. 6708. ὁ, ΜΑ μσν. σχοινοπλόκος αρχ. αυτός που μετρά αγροτικές εκτάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < σχοῖνος + -ουργός (< ἔργον)]. * Αναζήτηση
    1 KB (60 words) - 12:06, 31 December 2020
  • ὑμέτερον κελαδεννᾷ σὺν μελιγάρυι παιᾶνος ἀγακλέος ὀμφᾷ (Pae. 5.47) ἰὴ ἰῆτε νῦν, μέτρα παιηόνων ἰῆτε, νέοι (Pae. 6.121) οὔ σε παιηόνων ἄδορπον εὐνάξομεν (Pae. 6
    821 bytes (79 words) - 14:42, 17 August 2017
  • αναφερόμενη απόσταση του αγώνα ήταν περίπου 18-24 γύρους, ή περίπου 4800 μέτρα. Η διοργάνωσή του διεξαγόταν παρόμοια με τους σύγχρονους μαραθώνιους - οι
    4 KB (528 words) - 20:41, 21 April 2022
  • - μέτρησις, εως, ἡ, Ἀλεξ. Πολύβ. παρ’ Εὐσ. ἔνθ’ ἀνωτ. ὁ, ΜΑ αυτός που μετρά με τη χρήση σχοινιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σχοῖνος + -μέτρης (< μέτρον), πρβλ. γεω-μέτρης]
    806 bytes (62 words) - 12:55, 29 September 2017
  • Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 292. οὐρανομέτρης, ὁ (Α) (για τον Θεό) αυτός που μετρά τον ουρανό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουρανο- + -μέτρης (< μέτρο), πρβλ. γεω-μέτρης]. *
    730 bytes (51 words) - 12:11, 29 September 2017
  • ὑπολογίζων, Ἰω. Χρυσ. Ὁμιλ. εἰς Ψαλμ. Ϛ΄, 38. ὁ, Α συμμετρῶ αυτός που μετρά ή υπολογίζει κάτι μετά από παραβολή και σύγκριση. * Αναζήτηση σε: Google
    641 bytes (65 words) - 12:36, 29 September 2017
  • δ' ἐν ἀνθρώποις ἴσον ἔσσεται οὐδέν (O. 8.53) τίς γὰρ ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν μέτρα ἐπέθηκ; (O. 13.20) οὔτ' ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτ ἐν θεῶν νόμοις (P. 2.43)
    194 KB (24,920 words) - 15:30, 2 August 2022
  • — ο αντίχειρας β) «μετράει με τα δάχτυλα», «ἐπί δακτύλων συμβάλλεται» — μετρά, υπολογίζει χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του γ) «ο ήλιος βγήκε τρία δάχτυλα»
    33 KB (3,072 words) - 20:00, 13 June 2022
  • μετρολ. κινεζική μονάδα μήκους ίση με το 1/3 του μιλίου, δηλ. ίση με 536 μέτρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    973 bytes (86 words) - 14:25, 23 August 2021
  • κάτοικους. Ευρισκόμενη αρκετά κάτω από το επίπεδο της θάλασσας (περίπου 260 μέτρα) 16 χλμ βορείως της Νεκράς Θάλασσας, η Ιεριχώ είναι το χαμηλότερο σημείο
    5 KB (689 words) - 16:33, 13 October 2019
  • παραλλαγή της φαλκός των Δακών. Η ρομφαία είχε σχήμα δρεπάνης και μήκος έως 2 μέτρα. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ιππείς. Die Romphaia (auch Romphaea oder
    5 KB (606 words) - 13:32, 15 April 2021
  • des aliments ; qui fait vivre. Étymologie: σῖτος, νέμω. -ον, Α αυτός που μετρά και διανέμει σιτάρι ή τρόφιμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + -νόμος]. * Αναζήτηση σε:
    2 KB (163 words) - 09:15, 31 December 2020
  • σήμερα έχει διάμετρο μισό μέτρο. Το εξερευνημένο τμήμα του έχει μήκος 50 μέτρα και κλίση 35° - 50°. Το σπήλαιο ήταν γνωστό για πολλά χρόνια ότι είχε μέσα
    12 KB (1,261 words) - 11:30, 9 January 2022
  • εξέταζαν την ποιότητα των αντικειμένων που εκτίθονταν προς πώληση, έλεγχαν μέτρα και σταθμά, συνέλεγαν τα λιμενικά τέλη και εφάρμοζαν τους κανονισμούς αποστολών
    6 KB (696 words) - 07:36, 11 January 2021

View (previous 500 | next 500) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)