Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μῶρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • α ou ος, ον : att. c. μωρός. μῶρος = (see also: μωρός) foolish ⇢ Look up "μῶρος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based
    165 bytes (34 words) - 13:35, 4 July 2020
  • Krüger οὕτω μωρὸς ἐξαπατώμενος. (Die Ableitung der Alten von μὴ ὁρᾶν ist unwahrscheinlich.) μωρός: -ά, -όν, Ἀττ. μῶρος (Ἀρκάδ. 69. 13), μῶρος ὡς θηλ., Εὐρ
    18 KB (1,714 words) - 09:40, 8 July 2020
  • Of persons or things: P. and V. μωρός, μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur, Cyclops 537). ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος, V. κενόφρων
    691 bytes (62 words) - 09:16, 20 May 2020
  • ἐμβρόντητος, P. ἀναίσθητος, βλακικός. foolish (of persons or things): P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and
    834 bytes (67 words) - 08:52, 20 May 2020
  • Of persons or things: P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος, V. κενόφρων. Of persons
    575 bytes (51 words) - 09:16, 20 May 2020
  • σκαιός, ἀφυής, P. ἀναίσθητος. foolish (of persons or things): P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἠλίθιος (Eur., Cyclops 537), ἀσύνετος, ἄβουλος, ἀμαθής, Ar. and
    867 bytes (70 words) - 18:05, 27 April 2020
  • Ion. -ιη, ἡ, (μῶρος)    A folly, Hdt.1.146; μωρίας πλέως S.Aj.1150, cf. 745; μωρίην ἐπιφέρειν τισί to impute folly to them, Hdt.1.131; μωρίαν ὀφλισκάνειν
    6 KB (539 words) - 13:40, 4 July 2020
  • Ar. and P. ἀνόητος, P. and V. μωρός, μῶρος, εὐήθης; see foolish. strange, odd: P. and V. ἄτοπος (Eur., Fragment). ridiculous: P. and V. γέλοιος, Ar. and
    615 bytes (54 words) - 09:16, 20 May 2020
  • επίθ. ή επίρρ.) τόσο πολύ (α. «καλὸς, οὕτω», Ομ. Ιλ. β) «οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῑν ἐρᾷ», Σοφ.) 4. (με μειωτική δύναμη) απλώς μόνο 5. εκ του προχείρου
    2 KB (214 words) - 12:12, 29 September 2017
  • μωραίνω: μέλλ. -ᾰνῶ, ἀόρ. ἐμώρᾱνα, (μῶρος)· - εἶμαι μωρός, ἀνόητος, Εὐρ. Μήδ. 614, Ξεν., κτλ.· φέρομαι ὡς μωρός, ἀνοηταίνω, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 4, 5· - μετ’
    9 KB (811 words) - 17:55, 4 July 2020
  • δή τι ἐοῦσα πικρή, ἣ… κιρνᾷ (i. e. ὥστε κιρνᾶν) Hdt.4.52; οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ S.Ant.220; τίς δ' οὕτως ἄνους ὃς… ; Ar. Ach.736, cf. D.8.44;
    47 KB (4,933 words) - 11:35, 8 July 2020
  • το (Μ μωρόν) βλ. μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    75 bytes (14 words) - 11:56, 29 September 2017
  • -ια, -ιο (AM ἠλίθιος, -ία, -ον, Α και δωρ. τ. ἀλίθιος, -ία, -ον) ανόητος, μωρός, βλάκας αρχ. 1. μάταιος, ανωφελής, μηδαμινός, άσκοπος («βέλος ἠλίθιον σκήψειεν»
    939 bytes (75 words) - 07:16, 29 September 2017
  • κλητικής φλύαρε (για το φαινόμενο αυτό πρβλ. και μοχθηρός: μόχθηρος, μωρός: μῶρος, πονηρός: πόνηρος). Ωστόσο, ο τρόπος σχηματισμού της λ. παραμένει ανεπιβεβαίωτος
    9 KB (727 words) - 12:55, 8 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μωρόομαι: Παθητ., (μῶρος) γίνομαι μωρός, νωθρός, ἀτονῶ, ἐμωρώθη ἡ καρδίη, ἐγένετο νωθρά, ἠτόνησεν, Ἱππ. 562
    1 KB (87 words) - 22:40, 30 June 2020
  • -ή, -ό 1. ανόητος, μωρός 2. αφελής, απονήρευτος, απλοϊκός 3. φρ. «κάνω τον κουτό» — προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σχηματίστηκε κατ' απόσπαση
    882 bytes (52 words) - 06:41, 29 September 2017
  • μωρά (Μ) επίρρ. βλ. μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 11:55, 29 September 2017
  • Works [Seite 820] ὁ, die Lichtmotte; Arist. H. A. 8, 27; Aesch. frg. 298, μῶρος πυραύστου μόρος, woraus Tzetz. zu Lycophr. 83 ein Wort machte, πυραυστουμόρος
    3 KB (227 words) - 12:40, 8 July 2020
  • laughs even when there's nothing to laugh at; γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ or γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ (Menander, Γνῶμαι μονόστιχοι 108)
    1 KB (151 words) - 09:32, 27 September 2019
  • κλητικής, όπου θα μπορούσε να έχει σημειωθεί αναβιβασμός του τόνου, πρβλ. μῶρος: μωρός, πόνηρος: πονηρός)].. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (150 words) - 12:55, 8 July 2020
  • un froid tel que l’eau gelait ; suivi d’un pron. relatif : οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ SOPH personne n’est assez fou pour désirer mourir ; suivi d’un
    13 KB (1,577 words) - 15:50, 4 July 2020
  • ζημιά») + -μωρος, που είτε πρόκειται για ΙΕ στοιχείο, δυσερμήνευτο σημασιολογικά (πρβλ. εγχεσί-μωρος, ιό-μωρος) είτε συνδέεται με το επίθ. μωρός. Αναζήτηση
    5 KB (412 words) - 19:05, 7 July 2020
  • adj. nimmt es Hesych., προικός· πονηρός. οἱ δὲ μωρός. πτωχός. Α (κατά τον Ησύχ.) α) «πονηρός, οἱ δὲ μωρός» β) «πτωχός». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. προίκα]. Αναζήτηση
    1,007 bytes (63 words) - 12:30, 8 July 2020
  • drinking-water, brackish, Th.4.26; ofsoil, Thphr. CP6.10.1, LXX Je.17.6; opp. μῶρος (insipid), Com.Adesp.596.    3 metaph., bitter, distasteful, γειτόνημα Alcm
    11 KB (970 words) - 15:10, 8 July 2020
  • μόρον), mûrier [arbre] : Ov. M. 4, 90 ; Plin. 16, 74. (1) mōrus1, a, um (μῶρος), närrisch, albern, more moro, Plaut. Men. 571 Schoell: subst., ein Narr
    1 KB (214 words) - 04:35, 28 February 2019
  • ο, η (AM βλάξ, βλακός, ο, η) μωρός, ηλίθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βλάξ φέρει επίθημα -ᾱκ-, που χρησιμοποιείται στον σχηματισμό υστερογενών παραγώγων της αττικής
    2 KB (121 words) - 15:27, 15 January 2019
  • τοῦτο πρὸς τὴν ὠτίδα, ἀλλ’ ἡμαρτημένως. ΙΙ. ἄνθρωπος εὐχερῶς ἐξαπατώμενος, μωρός, «μποῦφος», «ὦτος ὄρνεον, ὃ περὶ τὰ ὦτα ἔχει πτερύγια τοῦτο ἐπαινούμενον
    1 KB (102 words) - 14:10, 31 January 2019
  • P. βλάξ, ὁ or ἡ, or use adj., P. and V. ἄνους, ἄφρων, μῶρος; see foolish. ⇢ Look up "idiot" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    258 bytes (33 words) - 09:17, 20 May 2020
  • unsuitable: P. and V. οὐ πρέπων, οὐ προσήκων. foolish: P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἀσύνετος, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος. ⇢ Look up "inept" on Perseus
    392 bytes (37 words) - 08:58, 20 May 2020
  • P. and V. μῶρος, ἠλίθιος (Eur., Cyclops), Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος; see foolish. ⇢ Look up "idiotic" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    313 bytes (31 words) - 09:17, 20 May 2020
  • -η, -ο επιπόλαιος, μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο- + μυαλό. ΠΑΡ. νεοελλ. αλαφρομυαλιά]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    368 bytes (20 words) - 06:25, 29 September 2017
  • the spear, Il.2.692, al., Od.3.188, Cerc.6.9: Comp., with play on μῶρος, AP11.16. (-μωρος is perh. cogn. with μάρναμαι.) Abbreviations: ALL | General | Authors
    6 KB (673 words) - 15:37, 8 July 2020
  • γέλων; gen. pl. γελώτων) 1) смех (ἄσβεστος Hom.; πολύς Xen.; ἰσχυρός Plat.; μῶρος Plut.): γέλωτα (γέλων) παρέχειν Hom., Xen., τιθέναι Eur., κινεῖν Xen., ποιεῖν
    26 KB (2,600 words) - 22:15, 7 July 2020
  • al ignorante ἔ. περὶ τοῦτο γέγονας Pl.Phlb.17e, cf. Thphr.Sens.48, op. μῶρος S.OT 436. 3 op. la cobardía animoso, con presencia de ánimo ὅσον περιῆν Λάχητος
    16 KB (1,586 words) - 16:54, 8 July 2020
  • προ-σέληνοι). βεκκεσέληνος: ирон. стародавний, т. е. простецкий, простоватый (μῶρος καὶ β. Arph.; λῆρος Plut.). [A word coined from the story about βέκος in
    3 KB (261 words) - 22:00, 7 July 2020
  • Works [Seite 126] ὁ (κοέω), Ar. Equ. 264, schaafsinnig, Schol. προβατώδης, μῶρος καὶ εὐήθης. ἀμνοκῶν: ὁ, (κοέω) ὁ ἔχων νοῦν προβάτου, «προβατόμυαλος», ἠλίθιος
    2 KB (117 words) - 16:01, 1 July 2020
  • τῆς ἀμφιβόλου καταλήξεως -μωρος, ἴδε ἰόμωρος). [ῡ ἐν δακτυλικῷ στίχῳ]. ος, ον : qui ne cesse d’aboyer. Étymologie: ὑλακή, μωρός. -ον, ΜΑ αυτός που διαρκώς
    2 KB (172 words) - 11:55, 30 June 2020
  • λόγια και υπερβολικές περιποιήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. gaglioffo «αχρείος, μωρός, ουτιδανός, ανίκανος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    531 bytes (40 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ο ανόητος, μωρός, ξεκουτιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. του ξεκουτιαίνω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    214 bytes (18 words) - 12:06, 29 September 2017
  • δεν συγκρίνεται μαζί του. [ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός, κατά το σχήμα εχθρός: έχθρα, μωρός: μώρα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1,017 bytes (77 words) - 12:42, 29 September 2017
  • βραδέως. επίρρ... οξυμώρως με οξύμωρο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + μωρός (πρβλ. δριμύ-μωρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (72 words) - 12:09, 29 September 2017
  • μωροῦμαι, -όομαι (Α) μωρός 1. καθίσταμαι μωρός, νωθρός, αδρανής, εμβρόντητος, μένω με ανοιχτό το στόμα 2. (η μτχ. παρακμ. ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ μεμωρωμένα
    392 bytes (37 words) - 18:59, 24 October 2020
  • μωροφανής, -ές (Α) 1. ολοφάνερα μωρός 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μωροφανές ολοφάνερη μωρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -φανής (< θ. φαν-, πρβλ. ἐ-φάνην
    672 bytes (41 words) - 12:01, 29 September 2017
  • -η, -ο ο μωρόπιστος. ( [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + πιστεύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    291 bytes (18 words) - 11:57, 29 September 2017
  • από έλλειψη πείρας ή από ακρισία, αφελής, άκριτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + πιστός (πρβλ. αξιό-πιστος, καλό-πιστος). Η λ. μαρτυρείται από το 1860
    558 bytes (40 words) - 11:57, 29 September 2017
  • ὁ ἐκτρεπόμενος ἢ πλανώμενος τὰς φρένας, ἄφρων, μωρός, μάντις Σοφ. Ἠλ. 473· ὁ ἔξω φρενῶν, παράφρων, μωρός, Λατ. demens, Πλάτ. Νόμ. 649D· π. ἔπος Εὐρ. Ἱππ
    3 KB (224 words) - 17:30, 1 July 2020
  • μωροκᾰκοήθης: -ες, μωρὸς ἅμα καὶ κακοήθης, Προκόπ. ΙΙΙ. 56, 14. μωροκακοήθης, -ες (Α) μωρός και συνάμα κακοήθης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + κακοήθης.
    1,018 bytes (51 words) - 11:57, 29 September 2017
  • -ον, Α μωρός ο κάπως μωρός, κουτούτσικος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    106 bytes (16 words) - 12:54, 29 September 2017
  • Ἱκέτ. 511, πρβλ. Ἀγ. 608, 834· λόγοι Εὐρ. Ἀνδρ. 287. ΙΙΙ. = ἄφρων, ἀνόητος, μωρός, Αἰσχύλ. Θήβ. 874· φρενῶν δυσφρόνων ἁμαρτήματα Σοφ. Ἀντ. 1261. - Ἐπίρρ. -όνως
    6 KB (527 words) - 16:05, 4 July 2020
  • ημισφαιρίου 2. «ετήρησε σιγήν ιχθύος» — δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει αρχ. 1. μωρός, ανόητος, ηλίθιος 2. στον πληθ. οἱ ἰχθύες η αγορά όπου πωλούσαν ψάρια, ψαραγορά
    4 KB (332 words) - 07:19, 29 September 2017
  • amiti ‘jurar’, gr. ὀμόσω, aaa. emiz ‘violento’; en grado ø/P gr. μῶται, μῶρος, lat. moueo, gr. ἀμεύσασθαι; en gr. ø/ø gr. ὄμνυμι, ἀμύνω. (ἀμφιβάλλω)
    38 KB (3,850 words) - 14:35, 14 July 2020
  • μάτταβος, -ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) ο μωρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. της αρχαίας προφορικής γλώσσας με επίθημα -βος (πρβλ. κάννα-βος, σκόλυ-βος), πιθ. από μάτη,με εκφραστικό
    1 KB (134 words) - 18:40, 8 July 2020
  • ὁ βλεννὸς καὶ μωρός, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἰθίτας: «μωρὸς» Ἡσύχ.
    367 bytes (13 words) - 11:21, 5 August 2017
  • ο ακατάληπτος αρχ. 1. αυτός που δεν καταλαβαίνει, που δεν σκέπτεται 2. μωρός, ανόητος 3. απερίσκεπτος, αστόχαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + διανοοῦμαι
    851 bytes (55 words) - 06:33, 29 September 2017
  • 9, Μανέθων 4. 446. ος, ον : qui tient un langage insensé. Étymologie: μωρός, λέγω³. -α, -ο (ΑΜ μωρολόγος, -ον, Μ και μωρόλογος, -η, -ον) αυτός που
    2 KB (112 words) - 22:29, 30 June 2020
  • μωροπλούσιος: -ον, ὁ, πλούσιος μωρός, Ἰω. Μόσχος 3097Β. μωροπλούσιος, -ον (Μ) ανόητος πλούσιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + ανόητος]. Αναζήτηση σε:
    459 bytes (27 words) - 12:01, 29 September 2017
  • -η, -ον (Μ) αυτός που λέει ανοησίες, που φλυαρεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -λαλος (< λαλῶ), πρβλ. μεγαλό-λαλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    467 bytes (28 words) - 11:55, 29 September 2017
  • μωροκόπελο, τὸ (Μ) ανόητο παιδί. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + κοπέλι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    316 bytes (19 words) - 12:01, 29 September 2017
  • μωρολόγι, τὸ (Μ) ανόητη φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -λογι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    316 bytes (19 words) - 12:01, 29 September 2017
  • μωρολωλός, -ή, -όν (Μ) κάπως ξεμωραμένος, ξεκουτιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + λωλός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    355 bytes (21 words) - 12:01, 29 September 2017
  • σκέπτομαι με ανόητο, ασύνετο τρόπο, σκέπτομαι κουτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + νοῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    406 bytes (26 words) - 12:01, 29 September 2017
  • -η, -ο (AM ἄσοφος, -ον) ο μωρός, ο ανόητος, ο επιπόλαιος αρχ. (για πράξη ή έκφραση) ο άστοχος, ο άκριτος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    247 bytes (29 words) - 06:21, 29 September 2017
  • (Μ) αυτός που θαυμάζει ασήμαντα πράγματα, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + θαυμάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    389 bytes (24 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ο μωρόσοφος, μωρός που παριστάνει τον σοφό. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Ν. Κοντόπουλου]. Αναζήτηση σε: Google
    311 bytes (29 words) - 12:06, 29 September 2017
  • ὁλόμωρος, -ον (Μ) εντελώς μωρός, μωρότατος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    106 bytes (15 words) - 12:01, 29 September 2017
  • Étymologie: μωρός, σοφός. -η, -ο (Α μωρόσοφος, -ον) μωρός που νομίζει ότι είναι σοφός ή πολυμαθής, ενώ είναι χωρίς κρίση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + σοφός
    2 KB (122 words) - 16:18, 1 July 2020
  • réputation ; πρός τινος, entendre dire par qqn qch de soi ; μιαιφόνος ESCHL, μῶρος SOPH avoir la réputation d’un meurtrier, d’un fou; II. écouter, prêter l’oreille
    34 KB (3,549 words) - 18:35, 7 July 2020
  • Hesych. παράμωρος: -ον, σχεδὸν μωρός, Ἡσύχ. ἐν λ. ἀκκός. -ον, Α (κατά τον Ησύχ.) σχεδόν μωρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    908 bytes (46 words) - 08:35, 1 July 2020
  • = μωρός, Rhinth.23. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 861] ὁ, für σανυρός, = σάννας, Rhinth. bei Hesych. σάννορος: «μωρός, παρὰ
    1 KB (77 words) - 19:10, 7 July 2020
  • -ον, ὁ μωρὸς ἅμα καὶ κακός, Πρόκλ. Παράφρ. Πτολ. σ. 223. μωρόκακος, -ον (Α)·, μωρός και συνάμα κακός, μωροκακοήθης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + κακός]
    965 bytes (48 words) - 12:01, 29 September 2017
  • πρόταση (α. «πρέσβεις ἄγουσα, οἵπερ φράσωσιν», Θουκ. β. «οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος, ὃς θανεῑν ἐρᾷ», Σοφ.) 5. συχνά και αντί του οίος («μαθὼν ὅς εἶ φύσει», Σοφ
    9 KB (767 words) - 11:40, 9 January 2019
  • παροδική απώλεια σκέψης και αντίληψης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρά, θηλ. του επιθ. μωρός, με αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. νεκρός, -ά, -όν: νέκρα, ψυχρός, -ά, -όν:
    851 bytes (60 words) - 11:40, 9 January 2019
  • βραδέως. επίρρ... οξυμώρως με οξύμωρο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + μωρός (πρβλ. δριμύ-μωρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (204 words) - 16:30, 2 July 2020
  • που εκδηλώνει τη φιλοδοξία του με ανόητες ενέργειες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + φιλόδοξος. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Εφημερίς]. Αναζήτηση
    537 bytes (37 words) - 12:01, 29 September 2017
  • qui tient un langage insensé. Étymologie: μωρολόγος. from a compound of μωρός and λέγω; silly talk, i.e. buffoonery: foolish talking. μωρολογιας, ἡ (μωρολόγος)
    2 KB (230 words) - 22:35, 30 June 2020
  • , μὴ ἔχοντι νοῦν, ὁ αὐτ. Φαίδων 80B. ΙΙ. ὁ μὴ ἐννοῶν, ἀνόητος, ἠλίθιος, μωρός, Λατ. amens, ineptus, Ἡρόδ. 1. 87., 8. 24· ὦ ἀνόητοι Ἀριστοφ. Λυσ. 572· ὦνόητε
    12 KB (1,217 words) - 15:15, 8 July 2020
  • οἰκείως entgegenstehend, roh. ἀμᾰθής: -ές, (μαθεῖν) ἀγράμματος, ἀδίδακτος, μωρός, βλάξ, (ἴδε ἐν λ. ἀμαθία), Ἡρόδ. 1. 33. καὶ συχν. παρ’ Ἀττ. ἀπὸ τοῦ Εὐρ.
    17 KB (1,557 words) - 14:20, 8 July 2020
  • глупый = ἠλίθιος, ἀλίθιος, βληχώδης, ἀβέλτερος, σκαιός, ἀφυής, μέλεος, μωρός, μῶρος, ἠλέματος, ἀλέματος, παχύδερμος, παχύς, ἐμπληκτικός, λάρος, κενός Look
    342 bytes (52 words) - 17:35, 18 October 2019
  • κλητικής, όπου θα μπορούσε να έχει σημειωθεί αναβιβασμός του τόνου, πρβλ. μῶρος: μωρός, πόνηρος: πονηρός)].. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    968 bytes (81 words) - 12:53, 29 September 2017
  • ἄσκεπτος, ἀπερίσκεπτος, ἄβουλος, ἄσκοπος, ἀφρόντιστος, ἄνοος, ἄνους, μωρός, μῶρος, ἀγνώμων, ἀνοήμων, ἀνόητος, ἔμπληκτος, μάταιος, θερμουργός, μανικός,
    898 bytes (76 words) - 17:40, 18 October 2019
  • ἀσυλλόγιστος, ἀσύννοος, ἀσύννους, παράλογος, ἀδιανόητος, ἄνοος, ἄνους, μωρός, μῶρος, ἀγνώμων, ἀνοήμων, ὀλιγόφρων, ἀνόητος, ἔμπληκτος, ἄλογος Look up in:
    558 bytes (60 words) - 18:15, 18 October 2019
  • παραλελυμένα ἔχουσα τὰ ἤθη, Ἀρχίλ. 17. 2) ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἁπλοϊκός, ἀνόητος, μωρός, βλάξ, «κουτὸς» (πρβλ. τὸ ἀρχ. Ἀγγλ. seely πρὸς τὸ Ἀγγλο - Σαξον. sœlis,
    10 KB (807 words) - 11:52, 3 October 2020
  • - οὕτω καὶ ἀντὶ τοῦ ὥστε, ἡγουμένου τῶν οὕτω, ὧδε, κτλ., οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος. ὃς θανεῖν ἐρᾷ (ἀντὶ ὥστε ἐρᾶν) Σοφ. Ἀντ. 220, πρβλ Ἡρόδ. 4. 52 (καὶ αὐτόθι
    96 KB (12,715 words) - 17:54, 8 July 2020
  • ἄφρονα κούρην Ἰλ. Ε. 875, πρβλ. 761, Αἰσχύλ. Εὐμ. 377, Σοφ. Ἠλ. 941· ἢ μωρός, ἀνόητος, Λατ. amens, Ἰλ. Γ. 220, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 208, κτλ.· φρένας ἀφρ.
    10 KB (1,056 words) - 15:35, 8 July 2020
  • Αἰσχύλ. Ἀγ. 366∙ ὁδὸς Θεόκρ. 16. 9. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἀναίσθητος, ἀνόητος, μωρός, ὡς τὸ μάταιος, Ἡρόδ. 1. 60, Εὐρ. Κύκλ. 537, Ἀριστοφ. Ἀχ. 443, κτλ.∙ τοὺς
    7 KB (586 words) - 17:05, 8 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σαλός: -ή, -όν, ἀνόητος, μωρός, ἠλίθιος, Βυζ.· (ὁ Λοβέκ. ἐν Παθ. 276, παραβάλλει τὸ σίαλος)· - ἐντεῦθεν
    2 KB (134 words) - 19:10, 7 July 2020
  • εἶμαι μωρὸς ἐπίσης, Σχόλ. εἰς Εὐρ. Φοιν. 394. Α είμαι και εγώ μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + μωραίνω «φέρομαι ανόητα, είμαι μωρός» (< μωρός «ανόητος»)]
    1 KB (72 words) - 15:25, 2 July 2020
  • mōrĭo: ōnis, m., = μωρός, I an arrant fool (post-Aug.): quidam tantae sunt fatuitatis, ut non multum a pecoribus differant: quos moriones vulgo vocant
    1 KB (190 words) - 04:35, 28 February 2019
  • οὕτω μ. ἐξαπατώμενος Xen. столь нелепо одураченный. μώρως = (see also: μωρός) foolishly, foolichly ⇢ Look up "μώρως" on Google | Wiktionary | LSJ full
    255 bytes (38 words) - 09:22, 4 July 2020
  • υπόθεση: ατάσθαλος < γεν. άτας + επίθ. θάλος, που συνδέεται με γοτθ. dwals «μωρός». Η παρουσία όμως μακρού α στο άτη δεν δικαιολογεί μια τέτοια ετυμολόγηση
    2 KB (128 words) - 11:01, 23 December 2018
  • -όν, Α 1. αυτός που λάμπει, ο λευκός 2. (κατά τον Ησύχ.) «τραυλός, κωφός, μωρός» 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ φαλός α) (κατά τον Απολλ. Σοφ.) «τὸ λάμπρυσμα τῆς περικεφαλαίας»
    7 KB (679 words) - 12:50, 8 July 2020
  • 12.965. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μωρίζω (Α) μωρός είμαι μωρός, ανοηταίνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    457 bytes (27 words) - 15:20, 2 July 2020
  • gleichsam verschnupft, dumm, νωθὴς καὶ μωρός, aus Sophron angeführt. βλεννός: -ή, -όν, σαλιάρης, μυξιάρης, μωρός, Σώφρων ἐν Α. Β. 85. -ή, -όν que babea
    933 bytes (64 words) - 14:05, 28 June 2020
  • (Α) δοχείο παλιών ανοησιών, κουτάκι με βλακείες. [ΕΤΥΜΟΛ. < Κρόνος μτφ. «μωρός, ανόητος» + θήκη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    361 bytes (24 words) - 07:26, 29 September 2017
  • ἠλαίνω (Α) (επικ. τ. αντί αλαίνω) 1. περιφέρομαι, περιπλανώμαι 2. μτφ. είμαι μωρός, ξεμωραίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ηλάσκω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    334 bytes (27 words) - 06:35, 29 September 2017
  • μωρικός, -ή, -όν (Μ) μωρός 1. χαρακτηριστικός του μωρού, του ανόητου 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μωρικόν ανοησία, μωρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    275 bytes (29 words) - 12:01, 29 September 2017
  • (Μ) φρ. «νηπιόλεκια ρήματα» — νηπιώδη, ανόητα λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < νήπιος «μωρός, ανόητος» + -λεκτος (< λέγω), πρβλ. κοινό-λεκτος]. Αναζήτηση σε: Google
    477 bytes (27 words) - 12:02, 29 September 2017
  • ανόητος, κάνω ανοησίες 2. (συν. το μέσ.) μωροποιοῡμαι, -έομαι καθίσταμαι μωρός, γίνομαι ανόητος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    344 bytes (29 words) - 12:01, 29 September 2017
  • η μωρός η ιδιότητα και η κατάσταση του μωρού, αμβλύτητα τών αισθήσεων και του νου, μωρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    202 bytes (25 words) - 12:01, 29 September 2017
  • Aesop. μωροκλέπτης: -ου, ὁ, μωρὸς κλέπτης, Παροιμιογρ., Ἡσύχ. ἐν λ. Λυδός. ου (ὁ) : voleur maladroit ou sot. Étymologie: μωρός, κλέπτης. μωροκλέπτης,
    1 KB (68 words) - 22:35, 30 June 2020
  • -ον (AM ἔκφρων, -ον) 1. έξω φρενών, εκτός εαυτού, παράφρων, έξαλλος 2. μωρός, ανόητος, ηλίθιος 3. (για ποιητές ή βακχίδες) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση
    528 bytes (47 words) - 07:07, 29 September 2017
  • Μανέθων 4. 283. μωρόφρων, ὁ και ἡ (Μ) άνθρωπος ανόητος, μωρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -φρων (< φρην, φρενός), πρβλ. καλόφρων, μεγαλό-φρων].
    1 KB (64 words) - 15:55, 1 July 2020
  • ἆλλος, -η, -ον (Α) 1. αυτός που έχει σύγχυση στον νου, μαινόμενος, άφρων, μωρός, ηλίθιος 2. αυτός που διαταράσσει τον νου («οἶνος γὰρ ἀνώγει ἠλεός», Ομ.
    2 KB (130 words) - 07:16, 29 September 2017
  • παρ’ Ἡροδ. 2. 173, Πινδ. Π. 3. 37, Σοφ. Τρ. 863, 888, κτλ.· οὐδενὸς ἄξιος, μωρὸς καὶ αὐθάδης, ἄγοιτ’ ἂν μάταιον ἄνδρ’ ἐκποδὼν ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 1339. ΙΙ. παρ’
    16 KB (1,367 words) - 14:55, 4 July 2020
  • 11D. (where perh.,= ἔμβαρος 11), cf. Paus.Gr.Fr.163; but also,= ἠλίθιος, μωρός, Hsch.    II pregnant, Gloss. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    2 KB (198 words) - 15:39, 1 July 2020
  • (κατά τον Ησύχ.) «μωρός». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο Α (κατά τον Ησύχ.) «μωρός». Αναζήτηση σε:
    181 bytes (28 words) - 12:35, 29 September 2017
  • τό, μωρός, ἀνόητος λόγος, Ἐπίκουρ. παρὰ Πλουτ. 2. 1087Α. ατος (τό) : langage insensé. Étymologie: μωρολογέω. το (Α μωρολόγημα) μωρολογώ μωρός, ανόητος
    1 KB (66 words) - 17:30, 28 June 2020
  • schlaff, lässig, träge, bes. geistig, nicht regsam, dumm, VLL. ἀναίσθητος, μωρός; Plat. Gorg. 488 a; καὶ ἠλίθιος Xen. Cyr. 1, 4, 18; ἵππος, dem θυμοειδής
    9 KB (907 words) - 22:15, 7 July 2020
  • ἡ, ὁ φιλοσοφῶν μωρά, μωρὸς φιλόσοφος, Βυζαντ. μωροφιλόσοφος, ό και ἡ (Α) αυτός που φιλοσοφεί ανόητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + φιλόσοφος. Αναζήτηση
    622 bytes (39 words) - 12:01, 29 September 2017
  • μωρός, Hsch. γόδα, τά,    A = ἔντερα (Maced.), Id. γοδᾶν· κλαίειν (Cypr.), Id. γόδατος· θήρα, Id. γοδόν· γόητα, Id. γοδοῦλος, v. γοιδοῦλος. Abbreviations:
    580 bytes (28 words) - 22:35, 7 July 2020
  • mōror: 1, I v. dep. n. [[[μωρός]]], to be foolish, be a fool (post-Aug.), in the lusus verbb.: morari eum (Claudium) inter homines desiisse, productā primā
    18 KB (2,225 words) - 21:45, 27 February 2019
  • ὀλίγον τι μωρός, ἢ εὐήθης, Λουκ. Ἰκαρομ. 29, Πτολεμ. Τετράβ. σ. 163, 1. ος, ον : un peu fou, quelque peu sot. Étymologie: ὑπό, μωρός. -ον, Α μωρός ο κάπως
    1 KB (95 words) - 15:22, 1 July 2020
  • wise(-r). φρόνιμον (φρονέω); a. intelligent, wise (so A. V. uniformly): μωρός, Ἄφρον, φρόνιμος παῥ ἑαυτῷ, one who deems himself wise (A. V. wise in one's
    14 KB (1,306 words) - 13:05, 8 July 2020
  • tu. p. 385. ἀβέλτερος: -α, -ον, (Πλατ. Φιλ. 48, C), μηδαμινός, ἀνόητος, μωρός, βλάξ. Ἀριστοφ. Νεφ. 1201. Ἀντιφ., κτλ. ― «πρός τι Ἀναξανδρ. ἐν «κανηφόρῳ»
    5 KB (471 words) - 13:55, 8 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀσυνετοποιός: -όν, ὁ ἀσύνετα ποιῶν, μωρός, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 1319, ὁ Βεκκ. ἔχει ἀσύνετα ποιοῦντα διῃρημένως
    992 bytes (58 words) - 13:05, 29 June 2020
  • from meddling in politics, opp. πολυπράγμων, ὅστις δὲ πράσσει πολλά . . μωρὸς παρὸν ζῆν ἡδέως ἀπράγμονα E.Fr.193; τῶν ἀ. γε πόρνων κοὐχὶ τῶν σεμνῶν [τις
    15 KB (1,387 words) - 16:02, 4 July 2020
  • ἀεσίφρων: -ον, γεν. ονος, = φρεσὶν ἀασθείς, βλαφθεὶς τὸν νοῦν, ἀνόητος, μωρός, βλάξ, Ἰλ. Υ. 183. Ὀδ. Φ. 302, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 333: - καὶ ἑπομένως ἀντὶ ἀασίφρων
    3 KB (273 words) - 14:00, 2 October 2019
  • разве не безрассуден твой замысел = μωρός, μῶρος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    51 bytes (42 words) - 20:01, 14 October 2019
  • φύγε) 2. σχίζα ξύλου ή ξηρή καλάμη σιταριού 3. μτφ. (για πρόσωπα) ανόητος, μωρός, ξεκουτιασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < πάμπαλο < επίθ. παμπάλαιον ή, κατ' άλλους
    721 bytes (53 words) - 12:00, 29 September 2017
  • ἀεσίφρων (-ονος), ον (Α) (αντί του ορθότ. ἀασίφρων) φρενοβλαβής, μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεσί- (< ἀάω «βλάπτω») + -φρων (φρένες) «ο βλαμμένος στο μυαλό
    812 bytes (53 words) - 10:40, 23 December 2018
  • ἔκφρων: -ον, γεν. ονος, (φρὴν) ἔξω φρενῶν, παράφρων, Ἱππ. 641. 37˙ ἀνόητος, μωρός, Δημ. 426. 23˙ ὡσαύτως, ἐκμανής, ἐνθουσιῶν, ἐπὶ τῶν ποιητῶν, Πλάτ. Ἴων 534Β˙
    5 KB (452 words) - 14:40, 4 July 2020
  • μωρελεήμων, ὁ (Μ) αυτός που ελεεί τους μωρούς, ο Θεός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + ἐλεήμων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    492 bytes (37 words) - 12:01, 29 September 2017
  • παλιάλογο («σὺ δ' εἶ κρόνιππος», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < Κρόνος μτφ. «ανόητος, μωρός» + ἵππος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    501 bytes (34 words) - 07:24, 1 January 2019
  • που ανοήτως λατρεύει ψευδείς θεούς, ειδωλολάτρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + θεός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    531 bytes (34 words) - 12:01, 29 September 2017
  • (Α) αυτός που έχει ανόητες βουλές, μωρές επιθυμίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -βουλος (< βουλή < βούλομαι «θέλω»), πρβλ. αυτό-βουλος, κακό-βουλος].
    698 bytes (39 words) - 11:59, 29 September 2017
  • ― Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἰο- διαμένει ἀμφίβολος, καὶ ἡ ἔννοια τῆς καταλήξεως -μωρος εἶναι ἐπ’ ἴσης σκοτεινὴ ἐνταῦθα ὡς καὶ ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅπου ἀπαντᾷ, ἐγχεσίμωρος
    7 KB (627 words) - 17:19, 8 July 2020
  • Pi.N.3.73; ἔνθα δὴ παλαίτατοι θάσσουσι E.Med.68: in bad sense, a dotard (μωρός Hsch., but σκώπτης Suid.), Ar.Lys.988.    2 of things, οἶνος Od.2.340; νῆες…
    25 KB (2,476 words) - 12:15, 8 July 2020
  • 205 a; Folgde. Ueber ληρεῖς ἔχων s. ἔχω. ληρέω: (λῆρος) εἶμαι ἀνόητος, μωρός, ὁμιλῶ ἢ φέρομαι ἀνοήτως, φλυαρῶ, Λατ. nugari. Σοφ. Τρ. 435, Ἀριστοφ. Ἱππ
    3 KB (251 words) - 17:03, 24 November 2020
  • «Ἀρτοπώλισιν» 5, Ξεν. Κύρ. 7.5, 11, Πλάτ. Συμπ. 221Ε, κτλ.: -μεταφ., ὄνος, βλάξ μωρός, «χονδροκέφαλον γαϊδοῦρι», Λύσιππος ἐν Ἀδήλ. 1, Λουκ. ἐν Διῒ Τραγ. 31.
    3 KB (298 words) - 14:15, 4 July 2020
  • φύσει δ' οὐδέν», Αριστοτ.) 2. (ως ουσ. και ως επίθ.) (για πρόσ.) φλύαρος, μωρός, ανόητος (α. «μὴ ὥρασιν ἵκοιτο ὁ λῆρος ἐκεῑνος τοιαῡτα παιδεύων τὸ μειράκιον»
    3 KB (213 words) - 11:35, 9 January 2019
  • maligno Hsch., Sch.Theoc.9.36e. Grammatical information: adj. Meaning: μωρός H. Other forms: δαλαῖς οἱ ἀμαθεῖς (sch. Theocr. 9, 33e) Origin: PG [a word
    400 bytes (41 words) - 18:30, 8 July 2020
  • Ἡσύχ.: «Μαργείτης (οὕτω)· μωρός τις, ἢ μὴ εἰδὼς μῖξιν γυναικός, κἂν γυνὴ προτρέπηται αὐτόν», καὶ «Μαργίτης (διὰ τοῦ ι)· μωρός τις μαινόμενος». ου (ὁ) :
    3 KB (197 words) - 10:25, 29 June 2020
  • ALL | General | Authors & Works μωρίων, ὁ (Α) μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. morio, -ionis < μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    701 bytes (39 words) - 09:40, 8 July 2020
  • -ή, -ό (Α ἀβδηριτικός, -ή, -όν) Αβδηρίτης ανόητος, μωρός, κούφος, ματαιόδοξος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    176 bytes (20 words) - 06:30, 29 September 2017
  • χαλικοθήριων θηλαστικών. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. moropus (< μώρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    327 bytes (22 words) - 06:48, 29 September 2017
  • διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, μισοπάλαβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + λῆρος (Ι) «μωρός, ανόητος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    416 bytes (28 words) - 12:47, 29 September 2017
  • πραγματικότητα είναι ανόητος 2. άνθρωπος με περιορισμένες νοητικές ικανότητες, μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    346 bytes (30 words) - 06:41, 29 September 2017
  • τον Ησύχ.) «παρατραπείς». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται πιθ. με το επίθ. φαλός «μωρός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    250 bytes (24 words) - 12:59, 29 September 2017
  • μωρός, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 485] = παράκοπος, Hesych. erklärt μωρός. παράκρουστος: -ον, = μωρός, Ἡσυχ. Α παρακρούω
    670 bytes (32 words) - 11:40, 8 July 2020
  • Oefter bei Plat. u. sonst. ἄνοος: οον, συνῃρ. ἄνους, ουν, ὁ ἄνευ νοῦ, μωρός, κραδίη Ἰλ. Φ. 441· ψυχὴ Πλάτ. Τίμ. 44Α. κτλ.· ἐπὶ προσώπων καὶ πραγμάτων
    4 KB (360 words) - 15:10, 1 July 2020
  • μου»). [ΕΤΥΜΟΛ. βρε < μωρέ, κλητ. του επιθ. μωρός μπρέ < μρε < μωρέ ωρέ < μωρέ μωρέ, κλητ. του επιθ. μωρός ρε < ωρέ < μωρέ. Η επιφωνηματική λειτουργία
    2 KB (141 words) - 07:01, 29 September 2017
  • βρέφος» (για την εξέλιξη της σημ. «ανόητος» του μωρός στη σημ. «βρέφος, νήπιο» του ουδ. μωρόν βλ. λ. μωρός). Η εξέλιξη της σημ. του μωρό(ν) «νήπιο, βρέφος»
    3 KB (169 words) - 12:01, 29 September 2017
  • βρέφος» (για την εξέλιξη της σημ. «ανόητος» του μωρός στη σημ. «βρέφος, νήπιο» του ουδ. μωρόν βλ. λ. μωρός). Η εξέλιξη της σημ. του μωρό(ν) «νήπιο, βρέφος»
    3 KB (169 words) - 12:01, 29 September 2017
  • κεραυνόπληκτος, ναρκωμένος, ζαλισμένος, έκθαμβος, αναίσθητος, κατάπληκτος, ηλίθιος, μωρός, Λατ. attonitus, σε Ξεν., Δημ. ἐμβρόντητος: 1) пораженный молнией (Ζεὺς
    5 KB (407 words) - 13:55, 4 July 2020
  • φλυαρία. 2) παράφορος ὁμιλία, παραφροσύνη, Ἱππ. Ἐπιδ. 1. 974. ΙΙ. ὡς ἐπίθετ., μωρός, μετ’ ἐπιρρ., -ρως, Τζέτζ. ου (ὁ) : I. radotage, càd : 1 bavardage, sottise
    15 KB (1,349 words) - 17:10, 24 November 2020
  • μωρό. Το νήπιο, ουδ. του επιθ. νήπιος «άνους» και το μωρό, ουδ. του επιθ. μωρός «ανόητος» κατέληξαν να σημαίνουν ό,τι και το βρέφος, μια και η άνοια είναι
    14 KB (1,378 words) - 17:02, 14 July 2020
  • Ἐπιστ. πρὸς Ἐφεσ. δ΄, 32· ἐντεῦθεν, β) ἐνίοτε ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἀνόητος, μωρός, ὡς τὸ εὐήθης· ὁ χρ. οὑτοσί, εἰρωνικῶς, Ἀριστοφ. Νεφ. 8· χρηστὸς εἶ ὅτι ἡγεῖ
    30 KB (2,679 words) - 13:54, 8 July 2020
  • φρήν. κενόφρων και κενεόφρων, ὁ (Α) αυτός που ματαιοφρονεί, ανόητος, μωρός, άμυαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεν(ο)- + -φρων (< φρήν, φρενός), πρβλ. ηδύ-φρων, καρτερό-φρων]
    2 KB (118 words) - 14:00, 4 July 2020
  • gebildeten βλακώτερος zu schreiben. βλᾱκικός: -ή, -όν, (βλὰξ) ὀκνηρός, ἀνόητος, μωρός, Πλάτ. Πολ. 432D, Ξεν. Οἰκ. 8, 17, κτλ.· ἠλίθιος, τὸ ἦθος Ἀριστ. Ἱστ. Ζ.
    3 KB (329 words) - 14:08, 4 July 2020
  • ( κραπαταλλός Hdn.Gr.1.158), ὁ, a worthless kind of    A fish, hence = μωρός, Hsch.: Κραπαταλοί, title of play by Pherecrates, in which he says that the
    3 KB (280 words) - 18:35, 7 July 2020
  • 6176. νηπιόβουλος, -ον (Μ) αυτός που σκέπτεται ανόητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νήπιος «μωρός, ανόητος» + -βουλος (< βουλή «σκέψη»), πρβλ. θεόβουλος, μεγαλό-βουλος].
    589 bytes (36 words) - 12:02, 29 September 2017
  • ματταβόμενος· μέλλων καὶ ἀποκνῶν, ματτάβης· ἀπορῶν, and μάτταβος, ον,    A = μωρός, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ματταβεῑ (Α) μάτταβος
    732 bytes (37 words) - 09:40, 8 July 2020
  • [Seite 1160] ον, thörichtes Sinnes, Sp. ἠλεόφρων, -ον (Α) μωρός στο μυαλό, ηλίθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεός + -φρων (< φρην), πρβλ. ά-φρων παρά-φρων]. Αναζήτηση
    519 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • ἐγχέσ-παλος speardrilling (Hom.), -φόρος carrying a spear (Pi.); ἐγχεσί-μωρος (s. v.); after it -μαργος ἔγχει μαινόμενος H., EM, -χειρες pl. weaponed with
    15 KB (1,640 words) - 16:55, 8 July 2020
  • μόρον, ins Verderben gehend, noch unwahrscheinlicher; vielleicht von ἰά u. μωρός, mit der Stimme rasend, tolle Maulkämpfer, denn es steht dabei ἐλεγχέες,
    2 KB (194 words) - 22:12, 31 December 2018
  • Ruhnk. ad Tim. 102 vergleicht damit ἐνεός, βλεννός. νενίηλος: -ον, εὐήθης, μωρός, ἐστερημένος τοῦ νοῦ, ὃς μάλα μὴ νενίηλος, «ματαιόφρων καὶ ἐστερημένος τοῦ
    3 KB (261 words) - 09:48, 8 July 2020
  • που σκέπτεται σαν νήπιο, ανόητος, μωρός. επίρρ... νηπιοφρόνως (Α) με παιδαριώδη τρόπο, ανόητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νήπιος «μωρός, ανόητος» + -φρων (< φρην, φρενός)
    2 KB (106 words) - 17:25, 1 July 2020
  • -ον, ὅλως μωρός, πιθαν. ἡμαρτημ. γραφὴ ἀντὶ παντόβορος, λαίμαργος, ἐν Πολέμ. Φυσιογν. 1, 11, σ. 250. -ον, Α (εσφ. ανάγν.) ο εντελώς μωρός. Αναζήτηση
    919 bytes (60 words) - 15:56, 1 July 2020
  • ) αυτός που συμπεριφέρεται ως ηλίθιος, ως ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (54 words) - 22:30, 30 June 2020
  • 456] gewaltig verschnupft, dumm, Hesysch. S. βλεννός. βουκόρυζος: -ον, μωρὸς καὶ σαλιάρης, μυξιάρης, Ἡσύχ. -ον que moquea mucho, e.e. estúpido, necio
    743 bytes (35 words) - 14:10, 28 June 2020
  • the verb, but to the noun σίνος; the final fits badly with μωρός, perh. better to ἐγχεσί-μωρος, if taken as spear-happy (cf. Leumann Hom. Wörter 272 n. 18)
    23 KB (2,415 words) - 19:00, 7 July 2020
  • ἠλαίνω (Α) (επικ. τ. αντί αλαίνω) 1. περιφέρομαι, περιπλανώμαι 2. μτφ. είμαι μωρός, ξεμωραίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ηλάσκω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (141 words) - 17:05, 8 July 2020
  • μωρός, ἀνούστατος Zonar., cf. γράσων.
    79 bytes (5 words) - 12:22, 21 August 2017
  • ἀγαπητός με επιτατ. σημ. αντί τὴς υποκορ. (πιθ. κατ' επίδραση τὴς σημ. τοὺ μωρός), πρβλ. και ακρο- (III)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    611 bytes (45 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ἁρματο-λόγος > ἁρματολός). Κατ' άλλους, η λ. έχει προέλθει από συμφυρμό τών μωρός + λωλός ή από το ρ. βουρλίζω, κατά το τρελός, με επίδραση του μανιακός].
    769 bytes (58 words) - 15:20, 15 January 2019
  • adv. follement, sottement. Étymologie: μωρός.
    97 bytes (5 words) - 19:26, 9 August 2017
  • Scheiterhaufen, d. i. dem Grabe nahe ist. τυφογέρων: -οντος, (τύφω) ἀνόητος καὶ μωρὸς γέρων, τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς εἶναι ἐσκοτισμένος καὶ συγκεχυμένος ἐκ τῆς ἡλικίας
    3 KB (197 words) - 20:15, 7 July 2020
  • πρβλ. Ἐκκλ. 124· ― ἐνίοτε ἐπὶ κακῆς σημασίας, ὡς τὰ ἡδύς, εὐήθης, ἁπλοῦς, μωρός, ἀνόητος, ὡς γλυκὺς εἶ! Πλάτ. Ἱππ. Μείζ. 288B· πρβλ. γλύκων. II. ὡς οὐσιαστ
    36 KB (3,789 words) - 17:50, 14 July 2020
  • General | Authors & Works Α (κατά τον Ησύχ.) «μωραίνει». [ΕΤΥΜΟΛ. < φαλός «μωρός». Ο τ. πιθ. πρέπει να γραφεί φαλίττει]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    810 bytes (49 words) - 12:49, 8 July 2020
  • μωρονήπιος, -ον (Μ) μικρός σε ηλικία και ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + νήπιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    588 bytes (36 words) - 12:01, 29 September 2017
  • 1873 (v A.D.). Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ίβολον, ΜΑ μωρός, ηλίθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σοφία + -βόλος (< βόλος < βάλλω), πρβλ. πυρι-βόλος.
    937 bytes (40 words) - 19:35, 28 June 2020
  • ἐνεός, μωρός, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ον lelo, tonto Hsch.
    345 bytes (12 words) - 12:30, 21 August 2017
  • -όν rudo Hsch., cf. βρόκων. Grammatical information: adj. Meaning: μωρός, Ἔλληνες H.; βρόκων ἀμαθής, ἀπαίδευτος, οἷον βόσκημα H. Origin: XX [etym. unknown]
    594 bytes (53 words) - 18:30, 8 July 2020
  • hierher noch ἀποφώλιος (vgl. s.v. mit anderen Hypothesen). — Zu φαλός = μωρός, ἐμμανής mit φαλίπτει, φαλωθείς s. φαλός· λευκός. Alt. Lit. auch bei Bq.
    2 KB (227 words) - 16:05, 2 October 2019
  • · επίθ., Ἀβδηριτικός, -ή, -όν, όπως κάποιος από τα Άβδηρα, δηλ. ανόητος, μωρός, σε Λουκ. Ἀβδηρίτης: ου ὁ 1) абдерит, житель или уроженец города Абдеры
    2 KB (148 words) - 15:34, 1 July 2020
  • («Ίαπετός τε Κρόνος τε», Ομ. Ιλ.) 2. ονομασία πλανήτη αρχ. μτφ. ανόητος ή μωρός γέρος α. («οὕτως εἶ Κρόνος, ὥστε ἃ τὸ πρῶτον εἴπομεν νῦν ἀναμιμνήσκει», Πλάτ
    12 KB (1,163 words) - 21:40, 7 July 2020
  • «ἵπποι καὶ βοῡς ὑπὸ Ἀρκάδων». [ΕΤΥΜΟΛ. Ονομ. πληθ. του μωρίας (ο) < μωρία (< μωρός). Για τη σημ. της λ. πρβλ. άλογο «ίππος», ουδ. του επιθ. άλογος (βλ. και
    953 bytes (60 words) - 12:01, 29 September 2017
  • ατος, τό,    A = βληχή, Hsch. (pl.): sg., = μωρός, προβατώδης, Id. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works βλήχημα: τό, = βληχή, Ἡσύχ., Βασίλ
    927 bytes (61 words) - 12:20, 21 August 2017
  • Valck. bezweifelt, s. aber Porson. συνᾰσοφέω: ἀσοφῶ, γίνομαι ἄσοφος ἢ μωρὸς ὁμοῦ μετά τινος, τοῖς μὴ σοφοῖς Εὐρ. Φοίν. 394· ἐπὶ τοῦ ῥήματος τούτου ἴδε
    1 KB (79 words) - 15:35, 2 July 2020
  • Hsch. ἀλεός, -όν (Α) ἀλέα ΙΙ] 1. θερμός, χλιαρός, διάπυρος 2. ανόητος, μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (75 words) - 06:49, 29 September 2017
  • ungesalzen, Plut.; Tim. Phlias. ἀνάλιστος: -ον, ἀναλάτιστος, ἀνάλατος, ἀνόητος, μωρός, Τίμων παρὰ Διογ. Λ. 4. 67. -ον • Prosodia: [-ᾰ-] sin sal, soso fig. πλατυρημοσύνη
    1 KB (68 words) - 16:24, 31 December 2018
  • παλαιόρ: «μωρὸς» Ἡσύχ. (διορθωτ. παλεόρ-). παλαιόρ, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «μωρός». [ΕΤΥΜΟΛ. Έχει διορθωθεί σε παλεόρ. Λακωνικός τ. του παλαιός, που
    571 bytes (44 words) - 01:20, 1 January 2019
  • Authors & Works μωροβλάπτης, ὁ (ΑΜ) μωρός που επιφέρει βλάβες, φθοροποιός, ολέθριος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός-) + βλάπτω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    866 bytes (41 words) - 22:25, 30 June 2020
  • ἀσύνετος: παλ. Ἀττ. ἀξύνετος, ον, ὁ μὴ ἔχων σύνεσιν, ἄφρων, ἀνόητος, μωρός, Ἡρόδ. 3. 81, Ἱππ. π. Ἀγμ. 772, Εὐρ. Ὀρ. 493, Θουκ. 1. 142, κλ.· φρὴν ἀξ
    8 KB (785 words) - 14:35, 7 July 2020
  • ἄνοιά [ἐστι] πολεμῆσαι Θουκ. 2. 61· ἄνοιαν ὀφλισκάνων, νομιζόμενος ἀνόητος, μωρός, Δημ. 16. 24· δύο δ’ ἀνοίας γένη, τὸ μὲν μανίαν, τὸ δ’ ἀμαθίαν Πλάτ. Τίμ
    8 KB (767 words) - 15:31, 8 July 2020
  • negative particle) and σοφός; unwise: fool. -η, -ο (AM ἄσοφος, -ον) ο μωρός, ο ανόητος, ο επιπόλαιος αρχ. (για πράξη ή έκφραση) ο άστοχος, ο άκριτος
    3 KB (320 words) - 09:20, 30 June 2020
  • Étymologie: ἠλεός, μάτην. ἠλέματος, δωρ. και αιολ. τ. ἀλέματος, -ον (Α) 1. μωρός, ανόητος, μηδαμινός 2. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἠλέματα μάταια επίρρ...
    4 KB (301 words) - 17:05, 8 July 2020
  • τὸν μὲν εὐφυῆ πρὸς τι εἶναι, τὸν δὲ ἀφυῆ Πλάτ. Πολ. 455Β· οὐκ ἀφ., οὐδόλως μωρός, ὁ αὐτ. Νόμ. 832Α· ἀφ. πρὸς ταύτην τὴν σκέψιν, ἀνίκανος, ὁ αὐτ. Φαίδων 96C·
    8 KB (778 words) - 14:25, 28 October 2020
  • ἀπερίσκεπτος, βίαιος, πρ. ἡδοναὶ σώματος Αἰσχίν. 27. 8· πρ. γέλως, ἀνόητος, μωρός, Ἰσοκρ. 5Α· ἡ πρ. ἀκρασία Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 7. 7, 8· ἐφήμερον δὲ καὶ προπετῆ
    23 KB (1,989 words) - 12:30, 8 July 2020
  • τυφογέρων u. vgl. στυφεδανός. τῡφεδᾰνός: ὁ, (τύφω) ὁ τετυφωμένος, κοῦφος ἢ μωρός, ἄφρων, παραληρῶν, Ἀριστοφ. Σφ. 1364· πρβλ. τυφογέρων, Τυφώνιος. οῦ (ὁ) :
    2 KB (142 words) - 20:25, 7 July 2020
  • γὰρ σοφίαν ἀκάρδιος οὐ δυνήσεται LXX Pr.17.16, cf. 10.13, Si.6.20, λαὸς μωρὸς καὶ ἀ. LXX Ie.5.21, cf. Euagr.Pont.Schol.Pr.161, Cyr.Al.M.68.1000A, Procl
    3 KB (309 words) - 15:25, 1 July 2020
  • Cic. Att. 6, 4. ἀλογεύομαι: ἀποθ., = προσποιοῦμαι τὸν μωρόν, ἢ εἶμαι μωρός, ἄλογος, Κικ. πρὸς Ἀττ. 6. 4, 3˙ ἀλλ. ἀλλογνοούμενα. 1 hablar sin pensar
    2 KB (115 words) - 14:57, 1 July 2020
  • rund, vgl. Αἰσχύλος : αἰσχρός; dazu noch das individualisierende γόγγων· μωρός H.; zur Bedeutung vgl. lat. pinguis, crassus. — Der in γογγύλος verbaute
    8 KB (671 words) - 22:18, 7 July 2020
  • General | Authors & Works Ἁπλοκύων: ὁ, σκωπτικόν ὄνομα κυνικοῦ φιλοσόφου, μωρὸς κύων, ἀνόητος, Πλουτ. Βροῦτ. 34, ἔνθα ἴδε διεξοδικήν σημείωσιν Κοραῆ. -υνός
    2 KB (129 words) - 20:20, 30 June 2020
  • ημισφαιρίου 2. «ετήρησε σιγήν ιχθύος» — δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει αρχ. 1. μωρός, ανόητος, ηλίθιος 2. στον πληθ. οἱ ἰχθύες η αγορά όπου πωλούσαν ψάρια, ψαραγορά
    14 KB (1,331 words) - 16:35, 29 June 2020
  • -ον (Α) ο ανόητος και συνάμα πονηρός, κουτοπόνηρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (50 words) - 22:27, 30 June 2020
  • [Seite 2] = folg. VLL. erkl. μωρός, ἀσύνετος, ἄλαλος, BA. 323. ἀβακήμων: -ονος, ὁ, ἡ· ἀσύνετος, ἄλαλος, Ἡσύχ. καὶ Βεκκ. Ἀνέκδ. τόμ. Αϳ, σ. 323. -ον
    674 bytes (48 words) - 11:43, 21 August 2017
  • drehendes Schaaf, Galen. κρῑόμυξος: -ον, (μύξα) ὅμοιος πρὸς κριὸν κορυζῶντα, μωρός, ἠλίθιος, Κερκίδας παρὰ Γαλην. 10. 137· ὡσαύτως κριομύξης, ου, ὁ, Θεόδ. Πρόδρ
    1 KB (80 words) - 14:20, 7 July 2020
  • άπληστος («λάρος κεχηνὼς ἐπὶ πέτρας δημηγορῶν», Αριστοφ.) 2. μτφ. ανόητος, μωρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Για ετυμολ. του τ. βλ. γλάρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    6 KB (609 words) - 15:53, 28 November 2020
  • ἀσυνετοποιός, ο (Μ) ασύνετος ανόητος, μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    117 bytes (15 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ἠλεόφρων, -ον (Α) μωρός στο μυαλό, ηλίθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεός + -φρων (< φρην), πρβλ. ά-φρων παρά-φρων]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    402 bytes (25 words) - 06:37, 29 September 2017
  • der Art des Vorigen, gimpelhaft. κεπφώδης: -ες, ὡς ὁ κέπφος, ἀνόητος, μωρός, κουτός, μεταγεν.
    271 bytes (18 words) - 11:27, 5 August 2017
  • ἀλεός, -όν (Α) ἀλέα ΙΙ] 1. θερμός, χλιαρός, διάπυρος 2. ανόητος, μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    189 bytes (21 words) - 06:50, 29 September 2017
  • 2.23. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works νήφρων, ὁ, ἡ (Α) μωρός, ανόητος, άφρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. πρόθημα νη- + -φρων (< φρην, φρενός), πρβλ
    807 bytes (40 words) - 17:35, 28 June 2020
  • διάφ. γραφὴ ἀντὶ μωραίνω, Ἡσαΐας ΜΔ΄, 25 ἐν τῷ Ἀλεξανδρ. κώδ. μωρεύω (Α) μωρός (δ. γρφ.) μωραίνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    646 bytes (37 words) - 12:01, 29 September 2017
  • Origin: XX [etym. unknown] Etymology: Fur. 391 compares forms with δ-: δαλός = μωρός (Cyr.), also δαλής H., Cyr. acc. to Wendel and Latte; δαλίς codd.; cf. δαλεῖς
    595 bytes (53 words) - 18:40, 8 July 2020
  • περισσότερο και από ἀβέλτερος, τελείως ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + ἀβέλτερος «μωρός, ανόητος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    378 bytes (26 words) - 12:45, 29 September 2017
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀπηλῐθιόομαι: παθ. γίνομαι ἠλίθιος, μωρός, βλάξ, Διοσκ. 5. 25. convertirse en imbécil Dsc.5.17.
    639 bytes (28 words) - 11:25, 30 June 2020
  • συνεῖναι (Ambrac.); also, = μοιχεύειν, Hsch.: δαλιοχός· μοιχός, Id. δαλίς· μωρός, Id. δάλκιον· πινάκιον, Id. δάλλει· κακουργεῖ, Id. (Cf. δηλέομαι.) Abbreviations:
    625 bytes (26 words) - 22:30, 7 July 2020
  • ἀγριόμωρος: -ον, ὁ μέχρις ἀγριότητος μωρός, Ἐκκλ. -ον salvaje y loco οἱ Ἰουδαῖοι Cyr.Al.M.70.1313B.
    202 bytes (18 words) - 11:46, 21 August 2017
  • Πλουτ. Κικ. 5· - ἀλλά, 2) ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἐγγράμματος μωρός, βλάξ, κομπάζων ἐπὶ ψευδοπαιδείᾳ, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 11, 39, Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 16
    11 KB (866 words) - 19:45, 7 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 861] ὁ, nach den Gramm. μωρός, sanna, sannio, aus Cratin. citirt. σάννας: -ου, ὁ, γελωτοποιός, Κρατῖνος
    1 KB (86 words) - 19:35, 28 June 2020
  • τι Ἀρχέστρ. παρ’ Ἀθην. 163D, κτλ. -ῶ : dire des sottises. Étymologie: μωρός, λόγος. μωρολογέω: говорить глупости Plut.
    1 KB (63 words) - 11:10, 1 July 2020
  • nugator erklärt. χηνώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς χῆνα, «χηνόμυαλος», μωρός, ἕνα φρόνιμον εἶναι, πολλοὺς δὲ χηνώδεις Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7. 329. {{grml
    1 KB (85 words) - 15:25, 1 July 2020
  • (ἄσοφος)不智的 3) (ἀσύνετος)無智力的 4) (ἀφροσύνη)無知 5) (ἄφρων)無知的 6) (μωρία)愚拙 7) (μωρός)愚拙的 出現次數:總共(6);路(1);羅(1);加(2);提前(1);多(1) 譯字彙編: 1) 無知(2) 提前6:9; 多3:3; 2) 無知麼(1)
    8 KB (868 words) - 14:37, 8 July 2020
  • 40. ἀπειράγαθος: -ον, ὁ μὴ ἔχων πεῖραν ἢ γνῶσιν τοῦ ἀγαθοῦ, ἀνόητος, μωρὸς, ὡς τὸ ἀπειρόκαλος, Ἐκκλ.: ― Ἐπίρρ. -θως Διόδ. 15, 40. ΙΙ. ὁ ἄπειρον κεκτημένος
    2 KB (160 words) - 17:50, 1 July 2020
  • ἀπονέμω σεβασμόν, σέβομαι, ὅστις δὲ πλοῦτον ἢ εὐγένειαν εἰσιδὼν γαμεῖ πονηράν, μῶρός ἐστι Εὐρ. Ἠλ. 1097· μετὰ προθ., ἐς τὴν μαντικὴν ἐσορέοντες Ἡρόδ. 4. 681·
    10 KB (918 words) - 19:32, 6 January 2019
  • ἆλλος, -η, -ον (Α) 1. αυτός που έχει σύγχυση στον νου, μαινόμενος, άφρων, μωρός, ηλίθιος 2. αυτός που διαταράσσει τον νου («οἶνος γὰρ ἀνώγει ἠλεός», Ομ.
    11 KB (1,069 words) - 14:45, 14 July 2020
  • wie Liban. ὑπερᾰβέλτερος: -ον, καὶ α, ον, (Λιβάν. 4. 143), ὑπερμέτρως μωρὸς ἢ ἀνόητος, πρόφασις Δημ. 1178, ἐν τέλ. ος ou α, ον : sot à l’excès. Étymologie:
    2 KB (114 words) - 15:20, 1 July 2020
  • ευφυής (α. «σοφό παιδί» β. «ὅστις σ', Ὀδυσσεῡ, μὴ λέγει γνώμη σοφὸν φῡναι... μῶρός ἐστ' ἀνήρ», Σοφ.) 3. αυτός που έχει ορθή κρίση, μεγάλη πείρα της ζωής και
    41 KB (3,948 words) - 19:16, 7 July 2020
  • ὑπαφρονέστερος Her. 4, 95. ὑπάφρων: -ονος, ὁ, ἡ, ὀλίγον τι ἄφρων, ἀνόητος, μωρός, ἐόντων τῶν Θρηίκων ὑπαφρονεστέρων Ἡρόδ. 4. 95. (ὁ, ἡ) ; gén. ονος; un
    1 KB (102 words) - 15:20, 1 July 2020
  • φιλοσόφου Αντισθένη, που φορούσε τον χιτώνα του μονό αντί διπλό 2. ανόητος, μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    294 bytes (30 words) - 06:56, 29 September 2017
  •    A v. γλῶσσα:—hence γλάσσων· μωρός, Zonar. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works γλάσσα: [ᾰ], ἡ, = γλῶσσα, Ἡρώνδ. 3. 84, 93., 5, 8., 7, 110·
    559 bytes (30 words) - 22:15, 7 July 2020
  • περικλείει εύκολα 2. (κατά τον Ησύχ.) «εὔκολος, εὐχερής» 3. (κατά το λεξ. Σούδα) «μωρός, ταχέως περιτρεπόμενος». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + περί-στατος (< περι-ίσταμαι)].
    636 bytes (39 words) - 07:14, 29 September 2017
  • υπόθεση: ατάσθαλος < γεν. άτας + επίθ. θάλος, που συνδέεται με γοτθ. dwals «μωρός». Η παρουσία όμως μακρού α στο άτη δεν δικαιολογεί μια τέτοια ετυμολόγηση
    10 KB (906 words) - 01:35, 30 October 2020
  • τῷ σκαῦρος, Scau-rus). - Καθ’ Ἡσύχ.: «σκαιός· δύσκολος. πονηρός. κακός. μωρός, ἀπαίδευτος, ἀμαθής. ἀπάνθρωπος, ἄδικος, τραχύς, σκληρός, ἐπαχθής, ταραχώδης
    22 KB (2,006 words) - 19:20, 7 July 2020
  • πόλη) αφρούρητος, αφύλαχτος («χῶραι κεναί», Αισχίν.) 5. στερημένος από νου, μωρός 6. (το ουδ. πληθ., το θηλ. και το ουδ. εμπρόθ. αντί για επίρρ.) κενά ή κενεά
    40 KB (3,893 words) - 08:35, 16 July 2020
  • 5, πρβλ. Ῥητ. 1. 9, 29: - ὡσαύτως ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἁπλοϊκός, εὐήθης, μωρός, Ἰσοκρ. 23Ε· λὶαν γὰρ ἁπλοῦν τὸ νομίζειν…, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 3, 9: πρβλ.
    31 KB (3,036 words) - 17:01, 14 July 2020
  • words for stupid, foolish are often Pre-Greek (also 242, 339; cf. ματταβος ὁ μωρός Η.; also words in -αιος are often Pre-Greek. μά˘τη, ἡ, = ματία,] a folly
    7 KB (735 words) - 09:30, 8 July 2020
  • 108] unbedachtsam handeln, Plut. u. Sp. ἀλογιστέω: εἶμαι ἀσυλλόγιστος, ἢ μωρός, Πλούτ. 2. 656D. -ῶ : agir sans réflexion. Étymologie: ἀλόγιστος. desvariar
    1 KB (68 words) - 08:52, 31 December 2018
  • φυτό ατράφαξις» (mel- dh-). Τα λατ. blitum «βλίτο» και bliteus «ανούσιος, μωρός» αποτελούν δάνεια από την Ελληνική. Το νεοελλ. βλίτρο < βλίτο, με ανάπτυξη
    2 KB (137 words) - 06:24, 29 September 2017
  • and v. παρήορος 111 ; also πάρηρος (πάρερος cod., sed post παρη ρία) · ὁ μωρός, Id. παρής, contr. for παρηΐς. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    813 bytes (38 words) - 11:45, 8 July 2020
  •    A = ἄρνεια, Id. βανοί· τέχναι, Id. βανόν· λεπτόν, Id. βάνος· κλάσμα, μωρός, καὶ τυφλός, Id. βανούς· ὄρη στρογγύλα, Id. βανύσει· μωραίνει, ἐπιμαίνεται
    1 KB (55 words) - 22:20, 7 July 2020
  • χρήσει ἢ ὁ ἐμπληκτικός, ὅτε σημαίνει τὸν μαινόμενον»· ὁ ἐκπλησσόμενος, ὁ μωρός, περὶ τῶν ἐν τῷ θεάτρῳ θεατῶν, ὁ αὐτ. 2. 748D. ή, όν : 1 facile à effrayer;
    2 KB (168 words) - 15:51, 8 July 2020
  • General | Authors & Works κόροιβος, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ ἠλίθιος καὶ μωρός». [ΕΤΥΜΟΛ. < κόρη + -οιβος < οἴφω «συνουσιάζομαι». Αρχική σημ. επομένως θα
    1 KB (76 words) - 19:05, 7 July 2020
  • 158. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μωρόκαλος: -ον, ὁ μωρὸς ἅμα καὶ ἀγαθός, Πτολεμ. Τετράβ. 158.
    462 bytes (22 words) - 10:29, 5 August 2017
  • ῥάβδον ποιμενικήν (Mysian), Hsch.    A s.v. καράμβας. συκαμήδωρος· μωρός, Id. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Α (κατά τον Ησύχ.) (στους
    759 bytes (50 words) - 19:50, 7 July 2020
  • philtres, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works μώριος, ἡ (Α) μωρός μτγν. 1. το φυτό μανδραγόρας 2. το φυτό στρύχνον το υπνωτικόν 3. (κατά τον
    1 KB (73 words) - 12:01, 29 September 2017
  • οικογένειας ή ομάδας β) το σύνολο τών μελών μιας οικογένειας αρχ. 1. (για λόγια) μωρός, ανόητος («νήπια βάζεις», Πίνδ.) 2. ασθενικός, ανίσχυρος 3. αυτός που δεν
    21 KB (2,119 words) - 09:45, 8 July 2020
  • Ath. II, 68 c nach Bergks conj. aufgenommen. ἀβελτεροκόκκυξ: -υγος, ὁ· μωρός, ἠλίθιος, Πλάτ. Κωμ. ἐν «Λαΐῳ», 1. -υγος, ὁ • Grafía: graf. -κόκυξ Zonar
    1 KB (69 words) - 14:56, 1 July 2020
  • ὁλόμωρος: -ον, ὁ ὅλως, ὁλωσδιόλου μωρός, Νικήτ. Χωνιάτ. Κῶδιξ Βαρβαρογρ. σ. 502, 24.
    175 bytes (13 words) - 11:38, 5 August 2017
  • ματταβέω: ματάω, ματτάβης, «ἀπορῶν» Ἡσύχ., μάτταβος· «ὁ μωρὸς» παρὰ τῷ αὐτῷ.
    171 bytes (11 words) - 10:14, 5 August 2017
  • Surname a. personal name, μωρός, stupid person (Cratin. [cf. Clark ClassRev. 69, 245 f.], Colophon), σαννίων id. (Arr.), σάννορος = μωρός (Rhinth.), prob. with
    3 KB (286 words) - 18:40, 8 July 2020
  • 838] ονος, stumpfsinnig, Panyasis Stob. fl. 18, 22 l. d. ἐνεόφρων: -ον, μωρός, βλάξ, Πανύασις παρὰ Στοβ. 164. 55, κατὰ διόρθ. Valcken. ἀντὶ τοῦ νεόφρων
    851 bytes (52 words) - 15:05, 29 June 2020
  • information: m. Meaning: name of a worthless fish (Hdn., H.); also metaph. = μωρός (H.; Strömberg Fischnamen 95 n. 2) and as name of a coin (= δραχμή) in Hades
    2 KB (169 words) - 18:45, 8 July 2020
  • ἔχων καλὸν ἦθος, μὲ «καλὰ φυσικά», Πλάτ. Πολ. 343C, Χαρμ. 175C. 2) ἀνόητος, μωρός, εὐηθικώτερόν ἐστί τι Ἀριστ. Φυσ. 4. 10, 8. - Ἐπίρρ. -κῶς, Ἀριστοφ. Νεφ.
    3 KB (203 words) - 23:10, 7 July 2020
  • περικλείει εύκολα 2. (κατά τον Ησύχ.) «εὔκολος, εὐχερής» 3. (κατά το λεξ. Σούδα) «μωρός, ταχέως περιτρεπόμενος». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + περί-στατος (< περι-ίσταμαι)].
    4 KB (312 words) - 15:45, 30 June 2020
  • dalivus, m., = ou supinus ou stultus : P. Fest. p. 68, 1. dalīvus (›δαλίς, μωρός‹, Hesych.) = stultus, Paul. ex Fest. 68, 1.
    400 bytes (73 words) - 09:21, 15 August 2017
  • 7, 17. Σηστιώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς τὸν Σήστιον (Sestius), δηλ. μωρός, ἀνόητος, ἠλίθιος. ― Ἐπίρρ. συγκρ. Σηστιωδέστερον, Κικ. πρ. Ἀττ. 7. 17.
    1,015 bytes (60 words) - 21:45, 7 July 2020
  • συνθετικών. Το -ω- του τ. οφείλεται πιθ. σε παρετυμολογική επίδραση της λ. μωρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1,020 bytes (53 words) - 11:56, 29 September 2017
  • Passow, under the word, 1b. β.; (Liddell and Scott, under the word, II:2); μωρός οὐ δυνήσεται λόγον στέξαι, ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, love covereth (so R. V.
    40 KB (3,948 words) - 14:45, 14 July 2020
  • κρᾰπᾰτᾰλὸς: (οὐχὶ κραπάταλος, Ἀρκάδ. 54. 10), ὁ, εἶδος εὐτελοῦς ἰχθύος, ἑπομένως = μωρός, Ἡσύχ.· ― Κραπαταλοί, ὄνομα δράματός τινος τοῦ Φερεκρ., ἐν ᾧ λέγει ὅτι τὸ
    503 bytes (41 words) - 09:35, 5 August 2017
  • ἠλέματος, δωρ. και αιολ. τ. ἀλέματος, -ον (Α) 1. μωρός, ανόητος, μηδαμινός 2. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἠλέματα μάταια επίρρ... ἠλεμάτως (Α) 1. με οκνηρία
    1 KB (80 words) - 06:38, 29 September 2017
  • upright-man (as having knowledge of those things which pertain to salvation; see μωρός): γινώσκω, at the end.)
    2 KB (273 words) - 18:02, 28 August 2017
  • werden, z. B. – α) in Beziehung auf ein vorangehendes οὕτω, οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος, ὃς θανεῖν ἐρᾷ, Soph. Ant. 220, es giebt keinen so Thörichten, der zu sterben
    24 KB (2,989 words) - 16:59, 21 October 2020
  • given up to idolatry (cf. שִׁכֹּר, 'drunken' (on account of μωροί, see λαός μωρός; cf. Test xii. Patr. (test. Levi § 7), p. 564 Σικημ, λεγομένη πόλις ἀσυνέτων
    3 KB (400 words) - 14:15, 3 October 2019
  • but exhaust the limits of the possible Pindar, Pythian, 3.61f. Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh
    9 KB (744 words) - 09:32, 1 January 2019