Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "νεολαία" on this wiki. See also the other search results found.

  • φύλων (α. «η νεολαία κάθε εποχής είναι διαφορετική» β. «τετράκις ἑξήκοντα κόραι, θῆλυς νεολαία», θεόκρ.) αρχ. ως επίθ. η νεανική («οὐ νεολαία δουπεῑ χεὶρ
    5 KB (427 words) - 09:50, 8 July 2020
  • ενθουσιώδεις κραυγές του πλήθους») 2. αυτός που ενθουσιάζεται εύκολα («ενθουσιώδης νεολαία, άνθρωπος, τύπος» κ.λπ.) 3. αυτός που εμπνέεται από ενθουσιασμό. επίρρ
    623 bytes (47 words) - 07:08, 29 September 2017
  • τών νεαρών ατόμων και ιδίως αυτών που βρίσκονται σε στρατεύσιμη ηλικία, η νεολαία («η νεότητα κάθε εποχής αλλά και κάθε κοινωνίας έχει τον δικό της τρόπο
    3 KB (235 words) - 12:02, 29 September 2017
  • insolence, ἀκολασίᾳ καὶ ν. Pl.Ap.26e; ν. καὶ ἄνοια And.2.7.    II collective, = νεολαία, body of youth, esp. of military or athletic age, Pi.I.8(7).75, Hdt.4.3
    7 KB (681 words) - 10:00, 8 July 2020
  • νιάτα και νεάτα και νιότα) νεανική ηλικία, νεότητα, νιότη νεοελλ. 1. η νεολαία («δεν σάς κάκιωσα ποτές μου και τα νιάτα δε φθονώ») 2. φρ. α) «να χαρείς
    2 KB (169 words) - 12:03, 29 September 2017
  • utterly, νεολαία… κατὰ πᾶσ' ὄλωλεν A.Pers.670 (lyr.). κατόλλυμι: παντελῶς καταστρέφω, Θεόδ. Μετοχ.·- Παθ., μετὰ πρκμ. β΄, χάνομαι, νεολαία. κατὰ πᾶσ’
    2 KB (117 words) - 21:53, 30 June 2020
  • -η, -ο νεολαία αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νεολαία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (19 words) - 12:02, 29 September 2017
  • ἡ, Ion. for νεολαία, Hsch. (νέηλαι cod.). νεηλαίη: ἡ, Ἰων. ἀντὶ νεολαία, Ἡσύχ. νεηλαίη, ἡ (Α) ιων. τ. βλ. νεολαία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    511 bytes (29 words) - 09:55, 8 July 2020
  • καὶ ἴσως Πολιτ. 268E. 2) ἐπὶ περιληπτικῆς σημασίας, ὡς τὸ juventus, ἡ νεολαία, ὅμιλος νέων, παιδείας λιπαρὴς ὄχλος Λουκ. Ἔρωτ. 6. - ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις
    16 KB (1,579 words) - 11:35, 8 July 2020
  • αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι νέοι το σύνολο τών νεαρών ατόμων μιας κοινωνίας, η νεολαία («οι νέοι κάθε εποχής συνηθίζουν να χρησιμοποιούν ένα ιδιόρρυθμο γλωσσικό
    51 KB (5,046 words) - 10:00, 8 July 2020
  • «νεάνιδες ἦβαι» — παρθένες σε ώρα γάμου 5. (για φίδια) το καινούργιο δέρμα 6. η νεολαία («ποθούσαν φιλτάτην ἥβην χθονός», Αισχύλ.) 7. η νεανική ξεγνοιασιά, η ευθυμία
    3 KB (262 words) - 06:35, 29 September 2017
  • έγιναν στην Αθήνα τον Μάιο 1859 από την αντιβασιλική φοιτητική νεολαία, τη λεγόμενη χρυσή νεολαία, εκδηλώσεις που άρχισαν με μεγάλη συγκέντρωση στο Πεδίο του
    1 KB (108 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ο νεολαία 1. (γενικά) νέος σε ηλικία 2. νέος που ανήκει σε οργάνωση νεολαίας, συνήθως πολιτικής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    234 bytes (25 words) - 12:02, 29 September 2017
  • καταστρέφω την ζωή κάποιου, σε Σοφ.· λωβάομαι τοὺς νέους, διαφθείρω τη νεολαία, σε Πλάτ.· ενίοτε, όπως το λυμαίνομαι, με δοτ., σε Αριστοφ., Πλατ.· απόλ
    6 KB (510 words) - 09:25, 8 July 2020
  • Χίτλερ, ναζιστικός, φασιστικός (α. «χιτλερική ιδεολογία» β. «χιτλερική νεολαία» γ. «χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης») 2. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο χιτλερικός
    685 bytes (63 words) - 11:15, 14 January 2019
  • [Seite 236] ἡ, = νεολαία, Hesych.
    120 bytes (5 words) - 18:38, 2 August 2017
  • έχω έφεση για μάθηση νεοελλ.-μσν. είμαι μαθητής, μαθητεύω («η μαθητιώσα νεολαία»). [ΕΤΥΜΟΛ. < μαθητής + επίθημα -ιάω (πρβλ. στρατηγ-ιάω)]. Αναζήτηση σε:
    484 bytes (31 words) - 07:35, 29 September 2017
  • χαρακτηριστικός της νεολαίας ή του νεολαίου («νεολαιίστικο κίνημα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < νεολαία + κατάλ. -ίστικος (πρβλ. κουκλ-ίστικος, μωρουδ-ίστικος)]. Αναζήτηση σε:
    488 bytes (31 words) - 11:57, 29 September 2017
  • ὡσαύτως, νεανικὴ ὁρμή, νεανικὸν πάθος, πνεῦμα, Πίνδ. Π. 6. 48. 3) ἡ νεότης, ἡ νεολαία, Λατ. juventus, Αἰσχύλ. Πέρσ. 512, 733, Ἀγ. 106, κτλ. 4) ἡ ἡβικὴ χώρα, τὰ
    22 KB (2,191 words) - 17:11, 8 July 2020
  • ενθουσιώδεις κραυγές του πλήθους») 2. αυτός που ενθουσιάζεται εύκολα («ενθουσιώδης νεολαία, άνθρωπος, τύπος» κ.λπ.) 3. αυτός που εμπνέεται από ενθουσιασμό. επίρρ
    4 KB (291 words) - 14:55, 29 June 2020
  • πιθανώς στην Αρκαδία, ο οποίος θεωρούνταν ανεπιθύμητος για τη σπαρτιατική νεολαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πύλη / πύλαι + κατάλ. -αῖος (πρβλ. πηγ-αῖος). Ο ουσιαστικοποιημένος
    3 KB (241 words) - 14:30, 14 January 2019
  • Tzetz. πανηβηδόν: Ἐπίρρ., πᾶσα ὁμοῦ ἡ νεολαία, Τζέτζ. Ἱστ. 7. 996. Μ επίρρ. όλοι μαζί οι έφηβοι, όλη μαζί η νεολαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ἡβηδόν «κατά την
    1 KB (52 words) - 11:25, 1 July 2020
  • νεᾰρᾶς) Σοφ. Ο. Κ. 475· οὐδὲ νεᾱλὴς δουπεῖ χεὶρ γυναικῶν (τὰ Ἀντίγραφα νεολαία) Εὐρ. Ἄλκ. 103. [ᾰ μόνον παρὰ Νικ.] 1ής, ές : qui est dans la force de
    9 KB (766 words) - 09:45, 8 July 2020
  • (Cnidus). [Seite 735] vor dem Geschick; θάνατος, frühzeitig, Ael. bei Suid. νεολαία, s. Epigr. in Jac. Anth. XII p. 292; auch adv., προμοίρως θανεῖν. πρόμοιρος:
    3 KB (227 words) - 12:05, 1 July 2020
  • юная = νεᾶνις, νεῆνις, νῆνις, νεολαία, πρωθήβη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    113 bytes (41 words) - 18:10, 13 October 2019
  • молодежь = παιδεία, νεότης, νεότας, κούρητες, νεολαία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota |
    116 bytes (41 words) - 08:06, 15 October 2019
  • молодая = νεᾶνις, νεῆνις, νῆνις, νεολαία, χοῖρος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    112 bytes (41 words) - 16:15, 14 October 2019
  • юношество = νεότης, νεότας, νεολαία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    74 bytes (39 words) - 05:45, 14 October 2019
  • πιθανώς στην Αρκαδία, ο οποίος θεωρούνταν ανεπιθύμητος για τη σπαρτιατική νεολαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πύλη / πύλαι + κατάλ. -αῖος (πρβλ. πηγ-αῖος). Ο ουσιαστικοποιημένος
    4 KB (335 words) - 12:50, 8 July 2020
  • νεογνός, νεοδίδαχτος, νεόδμητος (Ι), νεοοικοδόμητος, νεόκοπος, νεόκτιστος, νεολαία, νεολαμπής, νεόλεκτος, νεομάρτυς(-ρας), νεόνυμφος, νεόξαντος, νεόξεστος
    10 KB (488 words) - 12:02, 29 September 2017
  • νεογνός, νεοδίδαχτος, νεόδμητος (Ι), νεοοικοδόμητος, νεόκοπος, νεόκτιστος, νεολαία, νεολαμπής, νεόλεκτος, νεομάρτυς(-ρας), νεόνυμφος, νεόξαντος, νεόξεστος
    10 KB (488 words) - 12:02, 29 September 2017