Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος·
    12 KB (1,123 words) - 11:40, 8 July 2020
  • -α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Étymologie: πανοῦργος. from πανοῦργος; adroitness, i.e. (in a bad sense) trickery or sophistry: (cunning) craftiness, subtilty. πανουργίας, ἡ (πανοῦργος, which
    5 KB (527 words) - 14:10, 4 July 2020
  • P. and V. κακός, κακοῦργος, πανοῦργος, πάγκακος, πονηρός, αἰσχρός, μοχθηρός, φλαῦρος, φαῦλος. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    987 bytes (75 words) - 09:16, 20 May 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    2 KB (153 words) - 09:15, 20 May 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, V. παντουργός. utterly bad: P. and V. πάγκακος, Ar. and P. παμπόνηρος. unfortunate:
    2 KB (157 words) - 08:50, 20 May 2020
  • V. διπλοῦς (Plato), P. ἀπατηλός. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, πυκνός (Plato), ἐπίτριπτος, V. παλιντριβής, μηχανορράφος, Ar. and V. δόλιος
    579 bytes (49 words) - 08:54, 20 May 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem.: V. δολῶπις
    461 bytes (40 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato). V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    1 KB (87 words) - 12:41, 20 May 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.)
    3 KB (216 words) - 08:49, 20 May 2020
  • P. and V. πανοῦργος, ποικίλος (Plato), ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    494 bytes (42 words) - 09:16, 20 May 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός, Ar. and V. ἐπίτριπτος; see also cheat, rascal, rogue. servant: P. and V. ὑπηρέτης, ὁ
    516 bytes (50 words) - 08:55, 20 May 2020
  • crafty: P. and V. ἐπίτριπτος, πανοῦργος, Ar. and V. δόλιος; see crafty. on the sly: P. and V. λάθρα. ⇢ Look up "sly" on Perseus Dictionaries | Perseus
    336 bytes (36 words) - 09:00, 20 May 2020
  • P. and V. ποικίλος, πανοῦργος, δεινός, πυκνός (Plato), V. μηχανόρραφος, Ar. and V. αἱμύλος (also once in Plato). ⇢ Look up "artful" on Perseus Dictionaries
    357 bytes (35 words) - 09:16, 20 May 2020
  • -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, μιαρός; see villain, rascal. unhappy man: see wretched, adj. ⇢ Look up "wretch" on Perseus Dictionaries |
    287 bytes (33 words) - 09:08, 20 May 2020
  • P. and V. κακοῦργος, μοχθηρός, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. λεωργός, παντουργός. ⇢ Look up "knavish" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    294 bytes (27 words) - 09:17, 20 May 2020
  • Σοφ. παντουργός: Soph. = πανοῦργος. παντουργός -όν [~ πανοῦργος] tot alles in staat, misdadig. παντ-ουργός, όν = πανοῦργος, Soph.] παντουργός = rascally
    2 KB (173 words) - 15:10, 4 July 2020
  • κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. ill-doing: P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. spiteful: P. and V. φθονερός. ἐπίφθονος. malevolent: P. and
    1 KB (85 words) - 08:51, 20 May 2020
  • ἄδικος, οὐκ ὀρθός, V. ἔκδικος. wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος; see wicked. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    3 KB (276 words) - 08:49, 20 May 2020
  • Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Fragment), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. ⇢ Look up "scoundrel" on Perseus Dictionaries | Perseus
    423 bytes (41 words) - 09:16, 20 May 2020
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. Look up villain on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    239 bytes (32 words) - 10:09, 21 July 2017
  • P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. false, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. ⇢ Look up "fraudulent" on Perseus Dictionaries | Perseus
    341 bytes (33 words) - 09:08, 20 May 2020
  • = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ, ὁ (Α) πανούργος
    736 bytes (39 words) - 17:48, 7 July 2020
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (321 words) - 11:58, 3 October 2020
  • P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. ⇢ Look up "rascally" on Perseus Dictionaries
    339 bytes (31 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "dishonest" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    264 bytes (26 words) - 09:17, 20 May 2020
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • πανοῦργος, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. Σίσυφος. Αναζήτηση
    539 bytes (27 words) - 18:55, 7 July 2020
  • ill-doing = πανοῦργος, κακοῦργος, πανουργία, κακουργία ⇢ Look up "ill-doing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary |
    125 bytes (24 words) - 09:30, 23 May 2020
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H. Cf. γάσος ὁ ἀπατέων
    601 bytes (59 words) - 18:30, 8 July 2020
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    32 KB (2,850 words) - 17:56, 8 July 2020
  • and V. ἄπιστος. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πυκνός (Plato), πανοῦργος. ⇢ Look up "shifty" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    454 bytes (40 words) - 08:56, 20 May 2020
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον)    A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (302 words) - 09:05, 8 July 2020
  • adv. avec fourberie ou méchanceté. Étymologie: πανοῦργος. πανούργως: хитро, коварно Soph., Arph., Plut. πανούργως = basely, wickedly ⇢ Look up "πανούργως"
    280 bytes (38 words) - 09:25, 4 July 2020
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (685 words) - 22:00, 7 July 2020
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (429 words) - 17:55, 7 July 2020
  • P. and V. ποικίλος. πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός, Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (acc. in Plato), παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem. adj.: V. δολῶπις. ⇢ Look
    428 bytes (38 words) - 09:16, 20 May 2020
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • Sp., καὶ πανοῦργος ἀνήρ App. Syr. 24; δογμάτων, kundig, Plut. def. or. 23, Anspielung auf Hom. ἐπίκλοπος: -ον, (κλέπτω) κλεπτικός, πανοῦργος, κρυψίνους
    4 KB (363 words) - 17:30, 10 January 2019
  • από μεγάλη ράτσα») 2. εκλεκτή γενιά («σκυλί ράτσας») 3. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. razza]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    450 bytes (33 words) - 12:25, 29 September 2017
  • ἐπίτριπτος: -ον, (ἐπιτρίβω), ὁ ἐπιτριβῆναι ἄξιος, πανοῦργος, δόλιος, τοὐπίτριπτον κίναδος, ἡ πανοῦργος ἀλώπηξ, Σοφ. Αἴ. 103, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 23· φθείρεσθ’
    5 KB (353 words) - 16:08, 8 July 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, or use rascal. ⇢ Look up "reprobate" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    218 bytes (27 words) - 09:13, 20 May 2020
  • τολμηρός, θρασύς, V. πάντολμος, παντότολμος. wicked: P. and V. κακός, πανοῦργος, πονηρός, V. παντουργός. reckless: P. and V. εὐχερής; see reckless.
    469 bytes (41 words) - 08:57, 20 May 2020
  • P. and V. κακοῦργος πανοῦργος, αἰσχρός, κακός, μιαρός, V. παντουργός, Ar. and P. παμπόνηρος. bad in quality: P. and V. φαῦλος, κακός, φλαῦρος, Ar. and
    507 bytes (44 words) - 08:56, 20 May 2020
  • Authors & Works ματαιολοιχός: «ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος, καὶ λίχνος» Ἡσύχ. ός, όν : ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος καὶ λίχνος, Hsch. Étymologie: μάταιος, λείχω
    932 bytes (47 words) - 07:36, 29 September 2017
  • ὁ, Α αυτός που ενώ είναι πανούργος, φαύλος, εμφανίζεται ως σοβαρός και σπουδαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεμνός + πανοῦργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    363 bytes (25 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τινος Plat. Rep. V, 451 a; Sp. ἀπᾰτεών: -ῶνος, ὁ, ὁ ἐξαπατῶν, δόλιος, πανοῦργος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 808, Πλάτ. Πόλ. 451Α, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 27: ― ἐντεῦθεν, ἀπ
    2 KB (216 words) - 15:20, 4 July 2020
  • [ᾰ], -ον, ὁ τρὶς πανοῦργος, «τετραπέρατος», τὸν τριπάνουργον ἔρωτα Ἀνθ. Π. 12. 57. ος, ον : très perfide. Étymologie: τρεῖς, πανοῦργος. -ον, Α ο τρεις
    2 KB (90 words) - 01:55, 10 January 2019
  • Θηλαστικά 2. δέρμα, γούνα αλεπούς 3. (για πρόσωπα) δόλιος, ύπουλος, πονηρός, πανούργος 4. είδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού, κατά το οποίο ένας από τους παίκτες
    3 KB (198 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ἴδε Ἀριστ. Σοφιστ. Ἔλεγχ. 25, 5· πρβλ. κλεπτίστατος. 2) καθόλου ἀπατεών, πανοῦργος, δόλιος (πρβλ. κλέπτω IV), Σοφ. Αἴ. 1135· κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης Δημ.
    5 KB (519 words) - 18:30, 7 July 2020
  • ὄχλοις Arist.Rh.1395b27; -ώτατοι οἱ ἐν τοῖς πάθεσιν Id.Po.1455a30; π. καὶ πανοῦργος Plu.2.26a; π. συνταγματάρχης Luc. Bacch.2 : c. inf., -ώτατοι λέγειν Pl
    19 KB (1,625 words) - 12:05, 8 July 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος. πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός; see also rascal. ⇢ Look up "miscreant" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    278 bytes (30 words) - 09:17, 20 May 2020
  • rascally: P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. παντουργός. Met., full of youthful spirit: Ar. and P. νεανικός:see mischievous. ⇢ Look up "roguish"
    383 bytes (36 words) - 08:58, 20 May 2020
  • κάλτσα» (για πρόσ.) πολύ έξυπνος, πολύ ικανός, τετραπέρατος, παμπόνηρος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. calza]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    827 bytes (58 words) - 06:41, 29 September 2017
  • LSJ full text search slim = δεξιός, κερδαλέος, κερδαλεόφρων, κομψός, πανοῦργος, ποικίλος, πολύϊδρις, πολυκερδής, προμηθικῶς, πυκνός, σοφός Look up in:
    444 bytes (65 words) - 09:22, 20 May 2020
  • 7, 15. ου (ὁ) : qui aime à finasser, finassier. Étymologie: βαυκός, πανοῦργος. -ου, ὁ hipócrita, remilgado οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ προσποιούμενοι
    2 KB (85 words) - 14:05, 28 June 2020
  • κερδᾰλέος: -α, -ον, (κέρδος), ἐπὶ προσώπων καὶ τῶν τεχνασμάτων αὐτῶν, δόλιος, πανοῦργος, ποικίλος, εὐφυής, κ. κ’ εἴη καὶ ἐπίκλοπος Ὀδ. Ν. 291· οὕτω, κ. βουλὴ Ἰλ
    8 KB (662 words) - 18:20, 7 July 2020
  • & Works [Seite 113] ες, fuchsartig, VLL., πανοῦργος. ἀλωπεκώδης: -ές, (εἶδος) ὅμοιος ἀλώπεκι, πανοῦργος, Ἡσύχ., Ἐτυμ. Μ. -ες astuto Hsch.s.u. ἀλωπός
    805 bytes (36 words) - 18:45, 1 July 2020
  • πνευμάτων, ο διάβολος, ο εωσφόρος νεοελλ. 1. μτφ. α) άνθρωπος πονηρός, πανούργος β) άνθρωπος διαβολικός, καταχθόνιος 2. φρ. «πίσω μου σέ έχω σατανά!» —
    1 KB (86 words) - 12:27, 29 September 2017
  • που δεν γέννησε ακόμη 3. το αρσ. ως ουσ. ο αγέννητος α) ο διάβολος β) πανούργος, πονηρός άνθρωπος αρχ. 1. ο ταπεινής καταγωγής 2. αυτός που δεν γεννά,
    947 bytes (71 words) - 11:10, 14 January 2019
  • alllistig, Sp. παμμήχᾰνος: -ον, ὁ τὰ πάντα μηχανώμενος, πολυμήχανος, λίαν πανοῦργος, Νεῖλ. Ἐπιστ. σ. 330, 331, κλ. παμμήχανος, -ον (Α) αυτός που μηχανάται
    734 bytes (44 words) - 12:03, 29 September 2017
  • λιτουργός: -όν, κατὰ τὸν Ἡσύχ. πανοῦργος, Σιμων. Ἰαμβ. 6. 12, μετὰ διαφ. γραφῆς, λιτοργός, -ωργός· - ὅθεν λιτουργέω, = κακὰ λέγω, κατὰ τὸν Δίδυμον παρ’
    988 bytes (67 words) - 07:33, 29 September 2017
  • von ränkevollen Menschen, neben ἀναίσχυντος καὶ πατραλοίας Nubb. 900; πανοῦργος καὶ ψευδολόγος Ran. 1517; so bei Sp. βωμολόχος: ον (λοχάω), κυρίως ὁ
    7 KB (692 words) - 06:10, 10 January 2019
  • Πολ. 7. 7, 2· τ. ὄμματα Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 14. 47. 2) πλήρης τεχνασμάτων, πανοῦργος, Πολύβ. 16. 6, 6, ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, τεχνητός, διὰ τέχνης πεποιημένος,
    14 KB (1,149 words) - 20:10, 7 July 2020
  • General | Authors & Works [Seite 195] ες, nicht wahrhaftig, falsch, mit πανοῦργος vrbdn, Plut. Alc. et Cor. 2; Dion. H. ἀνᾰλήθης: -ες, ὁ μὴ ἀληθής, ψευδής
    3 KB (223 words) - 23:55, 29 June 2020
  • u. öfter; Dem. 19, 209; Luc. Tim. 46; Ausruf des Staunens, ἰοὺ ἰοὺ ὡς πανοῦργος εἶ Plat. Gorg. 499 b; Ausruf der Freude, hei, he! in welchem Falle es nach
    4 KB (395 words) - 17:15, 8 July 2020
  • (down) (S. Ant. 1275 with v. l. λακ-πάτητος, s. λάξ); cf. further λεωργός = πανοῦργος, κακοῦργος (Archil. 88, 3, A. Pr. 5, X.), s. Chantraine Glotta 33, 25 ff
    27 KB (2,575 words) - 09:05, 8 July 2020
  • ου (ὁ) : coquin d’Hipparchidas. Étymologie: πανοῦργος, Ἱππαρχίδας. Πᾰνουργιππαρχίδᾱς: ου ὁ шутл. Плутогиппархид, Гиппархидожулик Arph.
    284 bytes (14 words) - 01:28, 1 January 2019
  • P. and V. κακός, πονηρός, ἀνόσιος, μιαρός, αἰσχρός, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "nefarious" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    282 bytes (27 words) - 09:17, 20 May 2020
  • βᾰθύτροπος: -ον, βαθύνους, πανοῦργος, Μανασσ. Χρον. 5313. βαθύτροπος, -ον (Μ) ύπουλος, δόλιος, πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    237 bytes (22 words) - 07:00, 29 September 2017
  • used adj. P. and V. πανοῦργος, κακός, μιαρός, πάγκακος, αἰσχρός; see rascal. ⇢ Look up "blackguard" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    265 bytes (29 words) - 09:17, 20 May 2020
  • Use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος, V. παντουργός, λεωργός (also Xen. but rare P.), or use participles, P. and V. ὁ ἀδικῶν, ὁ ἁμαρτάνων. ⇢ Look
    408 bytes (43 words) - 09:16, 20 May 2020
  • λόγιος, πανοῦργος, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    321 bytes (8 words) - 21:30, 8 February 2013
  • ἴδε Δικαίαρχ. παρὰ Διογ. Λ. 1. 40 κἑξ., πρβλ. σοφιστὴς Ι. 2· ἐντεῦθεν, πανοῦργος, «σοφὸς τοῦ αἰῶνος τούτου», Πινδ. Ι. 2. 19, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 85· σ. ἄνδρες
    41 KB (3,948 words) - 19:16, 7 July 2020
  • το ύφος του λόγου) α) στρυφνός, περίπλοκος β) σαφής, λιτός 2. πονηρός, πανούργος 3. αρπακτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τη ρίζα ἀγκ- όπως και τα αγκάλη, αγκύλη, άγκυρα
    1 KB (67 words) - 06:17, 29 September 2017
  • would be privative, with a non-Greek adj.?). One compared Σίσυφος, σέσυφος πανοῦργος H. Fur. 337 further compares αἰσύφιος δεινός, ψευδης, ἀπατεών H. (-ος Kyr
    6 KB (558 words) - 01:35, 30 October 2020
  • LXX., Ios. δόλιος: -α, -ον, καὶ ος, ον, Εὐρ. Ἀλκ. 35, Τρῳ. 530, κτλ.· -πανοῦργος, ἀπατηλός, δόλιος, ἐν Ὀδ. ἀείποτε ἐπὶ πραγμάτων, π. χ. ἔπεα, τέχνη Ι. 282
    10 KB (1,124 words) - 15:40, 4 July 2020
  • ου, ὁ,    A = πανοῦργος, Ptol.Tetr.166. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 464] ὁ, = παντοποιός, Ptolem. παντοπράκτης: -ου, ὁ τὰ
    1 KB (59 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ἐστίν Com.Adesp.606; and Gramm. explain τρώκτης by φάγος, φιλοκερδής, πανοῦργος, ἀπατεών, Hsch., Phot., Eust.1757.51; φιλοχρήματοι καὶ τ. Philostr.Her
    5 KB (380 words) - 20:10, 7 July 2020
  • malefactor. κακουργον (contracted from κακοεργος, from κακόν and ἘΡΓΩ; cf. πανοῦργος, and on the accent of both see Göttling, Lehre v. Accent, p. 321; (Chandler
    11 KB (993 words) - 17:50, 14 July 2020
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -οῦργος (< ἔργον). Σημειώνεται ότι το κακοῦργος και το πανοῡργος αποτελούν τα μόνα παροξυτονούμενα (προπερισπώμενα) σύνθετα σε -ουργος έναντι
    2 KB (161 words) - 12:30, 15 February 2019
  • Fraenkel Lit. et. Wb. s. kaũkti, Mayrhofer s. káuti; also Bq s. v. - καύαξ πανοῦργος Suid. as term of abuse from the comedy? s. Kretschmer KZ 31, 354. - The
    4 KB (489 words) - 18:30, 8 July 2020
  • ζημίωσαν μσν. 1. (για τον κόσμο) απατηλός 2. ληστής 3. απαγωγέας αρχ. 1. πανούργος, δόλιος («κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης», Δημοσθ.) 2. φρ. «ὁ τοῦ κλέπτου λόγος»
    5 KB (305 words) - 07:24, 29 September 2017
  • Works [Seite 113] Soph. frg. 242. 276 bei Hesych., der es ἀλωπεκώδης, πανοῦργος erkl. Bei Ignat. ep. 9 = ἀλώπηξ. ἀλωπός: ὁ, = ἀλώπηξ, Ἀρκάδ. σ. 67. 23
    2 KB (139 words) - 16:00, 1 July 2020
  • v. πανοῦργος.
    46 bytes (2 words) - 20:05, 9 August 2017
  • P. and V. πανοῦργος, κακός; see wicked. ⇢ Look up "unprincipled" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia |
    194 bytes (24 words) - 09:19, 20 May 2020
  • Pănurgus,¹³ ī, m. (Πανοῦργος), Panurge [nom d’esclave] : Cic. Com. 27.
    110 bytes (10 words) - 06:59, 14 August 2017
  • τριπανοῦργος -ον [τρι -, πανοῦργος] driewerf schurkachtig.
    106 bytes (6 words) - 09:16, 1 January 2019
  • ἁμαρτωλὸς πρὸς τοὺς θεούς, Ἰλ. Ψ. 595 καὶ μετὰ ἐννοίας ἐπιεικεστέρας, πανοῦργος, περίτριμμα, Ὀδ. Ε. 182· θηλ., ἀλιτρὴ εὕρηται ἐν Σιμων. Ἰαμβ. 7. 7, τήν
    7 KB (590 words) - 14:57, 1 July 2020
  • ασυλία», «διπλωματικό σώμα») 2. αυτός που ενεργεί με πονηριά ή επιδεξιότητα, πανούργος, ανειλικρινής 3. φρ. «διπλωματική έκδοση (παπύρων και χειρογράφων)» — πανομοιότυπη
    1 KB (107 words) - 07:04, 29 September 2017
  • αἰπυδολωτής: -οῦ, ὁ, παμπόνηρος, πανοῦργος εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, Τίμων παρὰ Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 11. 171. αἰπυδολωτής: необычайно хитрый, коварный (λυμάντορες
    355 bytes (24 words) - 15:36, 31 December 2018
  • παρρέκτης: -ου, ὁ, =πανοῦργος, Ἡσύχ. ὁ, Α πανούργος, κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ῥέκτης (< ῥέζω «πράττω»), πρβλ. κακο-ρρέκτης, με αφομοιωτική τροπή
    543 bytes (33 words) - 12:14, 29 September 2017
  • ἀγκυλομήτης, ὁ (Α) (ως επίθετο θεών) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + μῆτις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    287 bytes (19 words) - 06:31, 29 September 2017
  • βυσσοδομώ μσν. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μηχανεμένος, -η, -ον πονηρός, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (106 words) - 19:33, 6 January 2019
  • ἀγαθὸς τὴν καρδίαν, ἀγαθός, ἁπλοῦς, ἄδολος, Πλάτ. Πολ. 348Β· ἀντίθετον τῷ πανοῦργος, Λυσ. 100. 17· τὸ εὔηθες = εὐήθεια, Θουκ. 3. 83· τὸ εὐηθέστατον Ἀριστ.
    10 KB (807 words) - 11:52, 3 October 2020
  • κεκρυμμέναι πέτραι· ὅθεν καὶ ὕφαλος ἄνθρωπος λέγεται ὁ κεκρυμμένος καὶ πανοῦργος» Ἐτυμολ. Μέγ. 785, 44· «οὐχ ἁπλοῦν γένος εὑρίσκω τοὺς Ἀρμενίους, ἀλλὰ κρυπτόν
    4 KB (339 words) - 18:15, 8 July 2020
  • πυκινόφρον, ἄνθρωπος εὐφυής, πανοῦργος, Φώτ. Σουΐδ. -ήματος, τὸ, ΜΑ σπαθῶ μσν. φρ. «σπάθημα φρενῶν» — ευφυής άνθρωπος, πανούργος αρχ. (για ύφασμα) ο πυκνά
    1 KB (85 words) - 13:10, 1 July 2020
  • ἀκόμης: «οὐκ εὐδιάκονος, οὐδὲ πανοῦργος», Ἡσύχ. οὐκ εὐδιάκονος οὐδὲ πανοῦργος Hsch.
    201 bytes (11 words) - 12:10, 21 August 2017
  • πανοῦργος, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1485] erkl. Hesych. ὁ πανοῦργος.
    394 bytes (13 words) - 18:50, 7 July 2020
  • προσώπων ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, σχεδὸν συνώνυμ. τῷ πονηρός, κακός, φαῦλος, πανοῦργος τὴν διάθεσιν, Λατ. pravus, Θουκ. 8. 73, συχν. παρ’ Ἀριστοφ., Πλάτ., κτλ
    16 KB (1,352 words) - 08:35, 16 July 2020
  • εἰς -ος). Πρβλ. αἰολόμητις, -στομος, κτλ. 2) εὐκίνητος, ἄστατος, δόλιος, πανοῦργος, ὀλισθηρός, ἔπος, Σόλ. 11· ψεῦδος, Πινδ. Ν. 8. 43· μηχάνημα, Ποιητ. παρὰ
    18 KB (1,641 words) - 21:50, 7 July 2020
  • μηχανοῡργος, -η, -ον (Μ) πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηχανή + -νοῦργος, κατά τα ραδιούργος, πανούργος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    347 bytes (22 words) - 07:38, 29 September 2017
  • -έω, Α πανούργος 1. είμαι ικανός να διαπράξω κάθε απάτη, είμαι πανούργος, δόλιος, απατεώνας («ὅσια πανουργήσασα» — αφού τόλμησε να διαπράξει ένα δίκαιο
    568 bytes (43 words) - 12:13, 29 September 2017
  • FS Dornseiff 226f. Sophie Minon conects (RPh. LXXIV (2000) 271 κορδύς πανοῦργος H., which is of course not certain (s.v.). Or do κερδύφιον, κερδώ point
    25 KB (2,388 words) - 17:40, 7 July 2020
  • οὔτ’ ἀνελεύθερον ὑπαγροικοτέραν Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 552. 5) ἐπὶ ζῴων, δόλιος, πανοῦργος, [ζῷα] ἀν. καὶ ἐπίβουλα, οἷον οἱ ὄφεις Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 1, 32. ΙΙ. Ἐπίρρ
    9 KB (759 words) - 14:35, 8 July 2020
  • ἐργαλεῖον δι’ ἀνακάτωμα, εἶδος χουλιάρας, μεταφορ. ἐπὶ ἀνθρώπου ταραξίου, πανοῦργος ἦν, ὅτ’ ἔζη, καὶ λάλος καὶ συκοφάντης καὶ κύκηθρον καὶ τάρακτρον Ἀριστοφ
    2 KB (126 words) - 12:28, 1 July 2020
  • κρότημα: τό, ἔργον γενόμενον διὰ σφυρηλατήσεως· ― μεταφ. ἐπὶ τοῦ Ὀδυσσέως, πανοῦργος, «διαβολεμένος», (πρβλ. κροτέω ΙΙ. 3), τὸ πάνσοφον κρότημα Λαέρτου γόνος
    2 KB (162 words) - 10:30, 1 July 2020
  • 341 f; κατὰ χειρουργίαν Ael. V. H. 3, 1. – Im Sittlichen steht es dem πανοῦργος entgegen, Arist. Eth. eud. 5, 12. – Das adv. δεινῶς ist oft nur = sehr
    58 KB (5,902 words) - 22:30, 7 July 2020
  • πολλὰς διευθύνσεις, ἐπὶ τοῦ πολύποδος, Θέογν 215. 2) μεταφορ., εὔστροφος, πανοῦργος, δόλιος, Λατ. versatus, versatilis, ἐπὶ τοῦ Ἑρμοῦ, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 13
    12 KB (983 words) - 17:54, 9 July 2020
  • – Nach Artemidor. 3, 28 auch = γαλῆ. κερδώ: -όος, συνῃρ. -οῦς, ἡ, ἡ πανοῦργος, ἡ κλέπτρια, δηλ. ἡ ἀλώπηξ (πρβλ. κερδαλέος Ι. 2), Πινδ. Π. 2. 142· κ.
    3 KB (253 words) - 10:20, 1 July 2020
  • ἐνοθεύετο ὁ ἄργυρος· ὁ Πολυδ. καὶ ὁ Ἡσύχ. ὡσαύτως ἀναφέρουσι κίβδης = πανοῦργος, ὁ κιβδηλεύων ἢ ἀποτρίβων τὰ νομίσματα, καὶ κίβδωνες (οὐχὶ κιβδῶνες, κατὰ
    15 KB (1,429 words) - 20:25, 7 July 2020
  • Aesch. Suppl. 731, nach Wellauer. δολιόμητις: -ιδος, ὁ, ἡ, δολιόφρων, πανοῦργος, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 750. ιδος (ὁ, ἡ) à l’esprit perfide. Étymologie: δόλιος
    1 KB (77 words) - 15:51, 1 July 2020
  • τῶν ὀφρύων καὶ τοῦ μετώπου, συνωφρυωμένος, ἐρρυτιδωμένος, «ἀνάποδος», πανοῦργος, στρεβλοῖσι παλαίσμασι, διὰ πανούργων τεχνασμάτων, Ἀριστοφ. Βάτρ. 878·
    15 KB (1,332 words) - 19:30, 7 July 2020
  • Ἀρετ. καὶ Κακ. 6, 5· ὡς οὐσιαστ., μοχθηρὸς ἄνθρωπος καὶ διεφθαρμένος, πανοῦργος, ἀναιδής, πᾶν αἰσχρὸν καὶ κακὸν πράττων, Πολύβ. 4. 29. 4, Πλούτ. 2. 602Α·
    6 KB (491 words) - 18:15, 8 July 2020
  • ἀπατητικά, πανοῦργα, vgl. Equ. 415. κόβᾱλος: ὁ, ἀναίσχυντος κακοῦργος, πανοῦργος, δόλιος καὶ ἀηδὴς ἄνθρωπος, ἀπατεών, συνάπτεται τῷ ἀγοραῖοι καί πανοῦργοι
    9 KB (840 words) - 18:50, 7 July 2020
  • μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., εἶναι γελοῖον ὅτι...., Πλούτ. 2. 1062Β. 2) δόλιος, πανοῦργος, ἔπος εὐτράπελον, «εὐτράπελον δέ, ἀπαίδευτον, αἰσχρόν, ὃ ἐκτρέψαιτο ἄν
    9 KB (703 words) - 15:51, 1 July 2020
  • ον = καπηλικός, κάπηλος βίος Διον. Ἁλ. 9. 25· ἰδίως, ἐξαπατῶν, δόλιος πανοῦργος, κ. προσφέρων τεχνήματα Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 338. «κάπηλον φρόνημα: παλίμβουλον
    14 KB (1,235 words) - 17:55, 7 July 2020
  • 386Ε, Δημ. 1364. 5. ΙΙΙ. ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, κακός, ἀνάξιος, ἐλεεινός, πανοῦργος, Λατ. pravus, improbus, φῆμαι, βίος, ζόη, φήμη πονηρᾷ Αἰσχύλ. Χο. 1015·
    29 KB (3,166 words) - 12:15, 8 July 2020
  • ἁρμόζων εἰς κέρκωπα, πανοῦργος, δόλιος, Συνέσ. 108C. κερκώπειος, -εία, -ον (Α) κέρκωψ αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε κέρκωπα, πανούργος, δόλιος. Αναζήτηση
    512 bytes (42 words) - 07:23, 29 September 2017
  • Hsch. γανδάω· λάμπω, Id. γάνδιον· κιβώτιον, Id. γάνδος· ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος· τινὲς δὲ γάδος, Id. γάνδομα· πυροί, ἄλευρα, Id. γάνεα· κήπους, Id. (κόπους
    982 bytes (52 words) - 22:17, 7 July 2020
  • 8, σ. 155· ἰατρὸς 6, 165· ὁ περὶ ταῦτα τρ. ὁ αὐτ. ἐν τ. 13, 948 (;) - πανοῦργος ἄνθρωπος, τετριμμένος, Λατ. veterator, Εὐστ. 932. 46, κλπ., πρβλ. τρίβων
    5 KB (354 words) - 20:20, 7 July 2020
  • τετριμμένον· μεταφορ., ὡς τὸ τρίβων· ΙΙ. 2, πεπειραμένος, τετριμμένος πανοῦργος, λέγειν γενήσει τρῖμμα, κρόταλον, παιπάλη, «γενήσει τετριμμένος ἐν λόγοις
    4 KB (278 words) - 14:47, 1 July 2020
  • v. πανοῦργος. πᾰνουργέστερος: compar. к πανούργος I.
    136 bytes (7 words) - 07:28, 31 December 2018
  • 6, 130. στρόφις: -ιος, ἡ, ἄνθρωπος εὔστροφος, εὐκόλως διολισθαίνων, πανοῦργος, «σκολιός, οὐχ ἁπλοῦς, πολύπλοκος» Ἡσύχ., Ἀριστοφ. Νεφ. 450, Πολυδ. Ϛ΄
    2 KB (126 words) - 21:05, 7 July 2020
  • Grammatical information: m. Meaning: πανοῦργος H. Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: Sophie Minon, RPh. LXXIV (2000) 271 connects the word
    427 bytes (49 words) - 18:35, 8 July 2020
  • P. and V. πανοῦργος, κακός, μιαρός, πάγκακος, αἰσχρός, Ar. and P. παμπόνηρος. ⇢ Look up "blackguardly" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    301 bytes (29 words) - 09:17, 20 May 2020
  • σεμνοπανοῦργος: ὁ, σεμνὸς πανοῦργος, σοβαρὸς φαυλόβιος, Εὐστράτ. ἐν Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. ὁ, Α αυτός που ενώ είναι πανούργος, φαύλος, εμφανίζεται ως σοβαρός
    1 KB (49 words) - 13:09, 1 July 2020
  • αμελής, απρόσεκτος» + -ουργός / -ούργος (< ἔργον), πρβλ. τεχνουργός, πανούργος. Το επίθ. από αρχική σημ. «αυτός που κάνει κάτι με ευκολία, απρόσεκτα,
    2 KB (137 words) - 12:25, 29 September 2017
  • ἐπίμονος, ἀνθιστάμενος πρὸς ὅλα τὰ κτυπήματα, Σιμωνίδ. Ἰαμβογρ. 6. 43. 2) πανοῦργος, δόλιος, τὰ ... πανοῦργα καὶ π. Σοφ. Φιλ. 448. - Καθ’ Ἡσύχ.: «παλιντριβῆ·
    3 KB (239 words) - 14:17, 4 July 2020
  • Zenob. I, 70; Sp. auch betrügen. ἀλωπεκίζω: μιμοῦμαι τὴν ἀλώπεκα, εἶμαι πανοῦργος, δόλιος, Λατ. vulpinari· οὐκ ἔστιν ἀλωπεκίζειν, Ἀριστοφ. Σφ. 1241· ἄλλοις
    3 KB (198 words) - 15:25, 1 July 2020
  • ὁ, künstliche Einrichtung, κατηγορίης Maneth. 4, 332. τεχνασμός: ὁ, πανοῦργος ἐπίνοια, τέχνασμα, κατηγορίης τε τεχνασμοὶ Μανέθων 4. 332. ὁ, Α τεχνάζω
    977 bytes (55 words) - 11:13, 30 June 2020
  • ομματουργός, ονοματουργός, οσιουργός, παγκάκουργος, παιδουργός, παλαιουργός, πανούργος, πανσθενουργός, παντουργός, παραλουργός, πεμματουργός, περιουργός, περιαλουργός
    21 KB (1,123 words) - 12:24, 15 February 2019
  • ἐπὶ ἀνδρῶν πρῶτον ἐν Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 297, 313˙ τέκνα Ἡσ. Θεογ. 894˙ δόλιος, πανοῦργος, θήρη Ὀππ. Ἁλ. 3. 205. ΙΙ. ὡς τὸ ὑπέρφρων, ὑπερήφανος, ὑπεροπτικός, Αἰσχύλ
    6 KB (450 words) - 16:18, 1 July 2020
  • Thermopyles. Étymologie: κέρκος, ὤψ. κέρκωψ, -ωπος, ο (ΑΜ) μτφ. κακοποιός, πανούργος, δόλιος άνθρωπος («λόγοι κερκώπων μαλακοί», ΠΔ) αρχ. είδος πιθήκου με μεγάλη
    2 KB (120 words) - 06:40, 29 September 2017
  • Plb.5.72.5, πλήρης παντὸς δόλου un mago Act.Ap.13.10, Eu.Marc.7.22, δ. πανοῦργος Vett.Val.235.18, παῦσον ... τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον Basil.M.29.373D, c. gen
    23 KB (2,579 words) - 22:50, 7 July 2020
  • μάσθλητα δίγονον, ὡς τὸ διπλῆν μάραγναν, Σοφ. Ἀποσπ. 137. ΙΙ. μεταφ., πανοῦργος, ὀλισθηρὸς ἄνθρωπος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 270, Νεφ. 449. - Καθ’ Ἡσύχ.: «μάσθλη
    7 KB (634 words) - 09:15, 8 July 2020
  • τον φρόνιμο, τον αγαθό και καλό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ύπουλος, πανούργος και μοχθηρός 2. άτομο που παριστάνει τον δυστυχισμένο και ανυπεράσπιστο
    780 bytes (51 words) - 12:28, 29 September 2017
  • νεοελλ. φρ. «ένα τρίμμα» — κάτι ελάχιστο αρχ. 1. άνθρωπος πεπειραμένος και πανούργος 2. είδος ποτού παρασκευασμένου από τριμμένα αρώματα ή είδος του χυλώδους
    1 KB (118 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ου, ὁ, (ῥέζω)    A = πανοῦργος, Ἔρως Anacreont.10.11, cf. Porph.Abst.1.42, Jul.Or.6.197b.    II (ὀρέγομαι) all-desiring, Adam.1.16, 2.41. Abbreviations:
    2 KB (132 words) - 15:56, 1 July 2020
  • 98 a; von Thieren, τὸ ἀπ., Plut. sol. an. 9. ἀπάνουργος: -ον, ὁ μὴ πανοῦργος, ἁπλοῦν τε κἀπάνουργον, Πλούτ. 2. 966Α: -Ἐπίρρ -γως Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 2
    2 KB (154 words) - 11:32, 31 December 2018
  • ευκίνητος, ελαφρός 3. (με κακή σημ.) βωμολόχος, φλύαρος, σκωπτικός 4. δόλιος, πανούργος 5. φρ. α) «λόγος εὐτράπελος» — εύστροφος, αυτός που γίνεται με ετοιμότητα
    3 KB (173 words) - 07:15, 29 September 2017
  • λέσχες 3. μτφ. άνθρωπος έξυπνος και έμπειρος, τετραπέρατος ή πονηρός, πανούργος («ο φίλος σου είναι μεγάλη μάρκα») 4. φρ. «μάρκα μέ έκαψες» (για αντικ
    1 KB (108 words) - 07:35, 29 September 2017
  • ποικῐλομήτης: -ου, ὁ, κλητ. -μῆτα, πλήρης ποικίλων τεχνασμάτων, πολυμήχανος, πανοῦργος, ἐπίθ. τοῦ Ὀδυσσέως, Ἰλ. Λ. 482, Ὀδ. Γ. 163, Ν. 293˙ τοῦ Διός, Ὕμν. Ὁμ
    3 KB (201 words) - 12:10, 8 July 2020
  • Ποσείδιππ. ἐν Ἀδήλ. 4· τῇ ψυχῇ Πολύβ. 6. 24, 9· ἀλλ’ ὡσαύτως βαθύς, πονηρός, πανοῦργος, Μένανδ. ἐν Ἀδήλ. 414. 5) ἐπὶ χρόνου, βαθὺς ὄρθρος (ἴδε ἐν λ. ὄρθρος)·
    5 KB (468 words) - 17:10, 1 July 2020
  • I. A. 1527; ἀρωγή Ap. Rh. 2, 423. δολόεις: εσσα, εν, (δόλος) δόλιος, πανοῦργος, Καλυψώ, Κίρκη Ὀδ. Η. 245, Ι. 32. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, πανούργως ἐπινοηθεὶς
    4 KB (358 words) - 10:35, 30 June 2020
  • Αἰσχύλ. Ἀγ. 1501· ἄγροικος Ἀριστοφ. Ἱππ. 808, κτλ.· ὡσαύτως, ἀγχίνους, πανοῦργος, Λατ. acutus, Εὐρ. Κύκλ. 104· ἔντονοι καὶ δρ. Πλάτ. Θεαιτ. 173Α· δρ. καὶ
    21 KB (2,075 words) - 22:55, 7 July 2020
  • Αἰγ. 6. 15. ― ὡς ἐπίθ., παρὰ Κέλσ. 7. 7. ἀγκῠλόβουλος, ον, ἀγκυλομήτης, πανοῦργος, Τζέτζ. Ὅμ. 144, μεθ’ Ὅμ. 84. 630. ἀγκυλόγλωσσος, ον, ὁ ἔχων ἀγκύλην εἰς
    14 KB (1,153 words) - 13:55, 8 July 2020
  • φαύλος, ποταπός 2. φειδωλός, φιλάργυρος 3. αγροίκος, άξεστος 4. δόλιος, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    423 bytes (33 words) - 06:54, 29 September 2017
  • ὀξύφρων, -ονος, ὁ, ἡ (Α) 1. οξύνους, έξυπνος 2. δόλιος, πανούργος, πονηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + -φρων (< φρην, φρενός), πρβλ. μεγαλό-φρων]. Αναζήτηση σε:
    481 bytes (29 words) - 12:09, 29 September 2017
  • παιπάλημα: τό, ὡς τὸ παιπάλη, πρᾶγμα λεπτότατον, μεταφορ., ἐπὶ ἀνθρώπων, πανοῦργος καὶ ποικίλος ἐν κακίᾳ καὶ παμπόνηρος μετ’ ἀγχινοίας, π. ὅλον Ἀριστοφ. Ὄρν
    3 KB (222 words) - 13:40, 1 July 2020
  • ἀπατήλιος, -ον (Α) πανούργος, δόλιος, απατηλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    121 bytes (15 words) - 06:21, 29 September 2017
  • κόμμι, Ἡρόδ. 3. 112. ΙΙ. ὡς ἐπίθ., γλοιός, ά, όν, ὀλισθηρός, ἄπιστος, πανοῦργος, Ἀριστοφ. Νεφ. ἔνθ’ ἀνωτ. οῦ (ὁ) : glu, gomme. Étymologie: cf. γλίχομαι
    12 KB (1,225 words) - 22:15, 7 July 2020
  • τις ιδέες ή τις πραγματικές προθέσεις του 2. υποκριτής, ανειλικρινής, πανούργος («κρυψίνουν καὶ δολερὸν καὶ ἀπατεῶνα καὶ κλέπτην», Ξεν.). επίρρ... κρυψίνως
    1 KB (107 words) - 15:10, 4 July 2020
  • μάτιον, τό, trifle, scrap, by Sch.ad loc.: ματαιολοιχός· ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος καὶ λίχνος, Hsch.:—Bentley cj. ματτυολοιχός (in both places), v. ματτύη
    2 KB (160 words) - 19:20, 29 June 2020
  • Works αἱμῠλομήτης: -ου, ὁ ἐπιχαρίτως, θελκτικῶς ἐξαπατῶν, ὁ θωπευτικῶς πανοῦργος, Λατ. blande decipiens, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 13, ἔνθα ὁ Ruhnk ἐξ εἰκασίας προτείνει
    1 KB (82 words) - 14:50, 30 June 2020
  • πολυφραδής, πολὺ συνετός, ἵπποι Παρμενίδ. 4 Karst.· οὕτω, π. δόλοισι, πανοῦργος, Ὀππ. Κυν. 4. 6· μενοινῇ π. Νόνν. Δ. 4. 275. -ον, Α 1. αυτός για τον
    2 KB (158 words) - 09:16, 1 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀνδροκόβᾱλος: ὁ, «κακοῦργος, πανοῦργος» Ἡσύχ., Σουΐδ. -ου, ὁ bribón Hsch., Sud.
    596 bytes (21 words) - 12:10, 29 June 2020
  • πάταγος, κρότος, μεταφορ. ἐπὶ προσώπων, «πατάγημα ἀντὶ τοῦ λάλος καὶ πανοῦργος· Μένανδρος ‘οἷον πατάγημ’ ἥκεις’ «Σουΐδ. τὸ, Α παταγώ 1. ισχυρός κρότος
    1 KB (74 words) - 18:10, 28 June 2020
  • παιπᾰλώδης: -ες, (παιπάλη) ὁ πανοῦργος τὴν φύσιν, γυναῖκας π. Ἐτυμολ. Μέγ. 515. 8. παιπαλώδης, -ῶδες (Α) παιπάλη υπερβολικά πανούργος. Αναζήτηση σε: Google
    1,003 bytes (57 words) - 13:41, 1 July 2020
  • δολορράφος: [ᾰ], -ον, (ῥάπτω) πανοῦργος, ἄπιστος, Τζέτζ. Ἱστ. 8. 925. ος, ον : qui ourdit, trame des intrigues. Étymologie: δόλος, ῥάπτω. -ον • Prosodia:
    652 bytes (47 words) - 15:25, 9 January 2019
  • τρυμαλιά, ὀπή, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Νεφ. 447 ἐν τέλει. ΙΙ. μεταφ., ὀξύς, πανοῦργος ἄνθρωπος, Ἀριστοφ. Νεφ. 448, ἴδε Σχόλ. ἔνθ’ ἀνωτ. ης (ἡ) : = τρύπη.
    3 KB (211 words) - 16:20, 1 July 2020
  • μαργιόλος, -α, -ικο 1. αυτός που συμπεριφέρεται με πονηριά, εύστροφος, πανούργος, κατεργάρης 2. το θηλ. ως ουσ. η μαργιόλα (ιδίως σχετικά με τον έρωτα)
    580 bytes (44 words) - 07:36, 29 September 2017
  • ο έμπειρος σε κάτι («ἐτύγχανεν γὰρ οὐ τρίβων ὢν ἱππικῆς», Αριστοφ.) β) πανούργος, πολυμήχανος και απατεώνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίβω + κατάλ -ων (πρβλ. ἄρχ-ων)]
    9 KB (779 words) - 16:15, 4 July 2020
  • Menschen, γέγονας κακός, ἀγοραῖος εἶ, du bist ein Mann des Markts; Ran. 1075 πανοῦργος καὶ ἀγ., ein Pflastertreter; Plat. Prot. 347 e ἀγ. καὶ φαῦλοι; Theophr
    18 KB (1,837 words) - 14:45, 14 July 2020
  • Arst.); 5) легкий, беззаботный (βίος Plat.); 6) искусный, ловкий (εὐ. χαὶ πανοῦργος φύσις Plut.); 7) распущенный, легкомысленный (μιαρὸς καὶ λίαν εὐ. Plut
    15 KB (1,244 words) - 08:45, 8 July 2020
  • einer Person Nonn. D. 46, 10. ἀπᾰτήλιος: -ον, ποιητ. ἐπίθ., ἀπατηλός, πανοῦργος, ἀπατήλια εἰδώς, ἔμπειρος εἰς πανουργίας, Ὀδ. Ξ. 288· ἀπ. βάζειν αὐτόθι
    2 KB (192 words) - 00:05, 30 June 2020
  • πλοίου, Ἀνακρ. 90. 2 (ἔνθα εὕρηται τὸ θηλ. πολυκρότῃ)· πρβλ. δίκροτος. ΙΙΙ. πανοῦργος, διάφ. γραφ. ἐν Ὀδ. Α. 1. ος, ον : 1 très sonore, retentissant; 2 qui
    4 KB (292 words) - 12:20, 8 July 2020
  • Σοφιστ. 223D, πρβλ. Ἀριστ. Πολιτικ. 1. 9, 4. 2) ὅμοιος πρὸς μικρέμπορον, πανοῦργος, δόλιος, καπηλικὰ μέτρα φιλεῦσα Ἀνθ. Π. 9. 229: - Ἐπίρρ., καπηλικῶς ἔχει
    6 KB (505 words) - 20:35, 7 July 2020
  • Sp. τῡρευτής: -οῦ, ὁ, ὁ τυρεύων, μεταφορ., μηχανορράφος, δολοπλόκος, πανοῦργος, ὁ τυρευτὴς δὲ τῶν κακῶν ἀπέτισε τὴν δίκην Κ. Μανασσ. Χρον. 5156.
    401 bytes (28 words) - 11:40, 5 August 2017
  • ) gebildet, ein Gauner, Betrüger, B. A. 71. Φρῡνώνδειος: ὁ, ἀπατεών, πανοῦργος δόλιος (ἐκ τοῦ Φρυνώνδου, μοχθηροῦ τινος ἀπατεῶνος μνημονευομένου ἐν Ἀριστ
    627 bytes (46 words) - 09:49, 5 August 2017
  • δολοφρονέων: -ουσα, -ον, μόνον ὡς μετοχ., ἐπινοῶν, σχεδιάζων δόλους, πανοῦργος, Ἰλ. Γ. 405, Ὀδ. Κ. 339, Ἀρχίλ. 87. έουσα, έον; qui médite des ruses
    2 KB (130 words) - 13:53, 30 June 2020
  • ziehen weiß; Il. 1, 149. 4, 339; Opp. Cyn. 2, 29. κερδᾰλεόφρων: -ον, πανοῦργος, πανούργως διανοούμενος, Ἰλ. Α. 149., Δ. 339, Ὀππ. Κυνηγ. 2. 29. ων,
    2 KB (159 words) - 10:25, 1 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works παντοέρκτης: παντορ(ρ)έκτης, πανοῦργος, τὸ ῥύγχος τοῦ παντοέρκτου τούτου Ἡρώνδ. V, 92.
    638 bytes (26 words) - 11:40, 5 August 2017
  • Gewinn, sehr vortheilhaft, Man. 1, 132 Dionys. 2. πολῠκερδής: -ές, πολὺ πανοῦργος, «τετραπέρατος», νόος Ὀδ. Ν. 255· ὁ εἰς ἐργασίας δεξιός, ὁ πολλὰ κέρδη
    3 KB (178 words) - 09:06, 1 July 2020
  • τῷ σκαιός (sinister. γαλλιστὶ gauche)· καὶ ἐπὶ τοῦ νοῦ = ὀξύς, εὐφυής, πανοῦργος, πρῶτον παρὰ Πινδ. Ι. 5. 77 (4. 61), ὅστις ἔχει καὶ ὑπερθ. ἐπὶ ταύτης τῆς
    39 KB (3,688 words) - 01:35, 30 October 2020
  • ο φθαρμένος εξωτερικά 2. μτφ. αυτός που αξίζει να εξολοθρευτεί 3. μτφ. πανούργος, δόλιος («τοὐπίτριπτον κίναδος ἐξήρου μ’ ὅπου», Σοφ.) 4. (για πράγμ.) τετριμμένος
    537 bytes (42 words) - 07:12, 29 September 2017
  • αἱμυλοπλόκος, -ον (Α) δολοπλόκος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμύλος + -πλόκος < πλέκω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    334 bytes (18 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -ον, Α πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + δόλος, αν δεν πρόκειται για εσφ. γρφ. αντί του φειδωλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    325 bytes (25 words) - 12:52, 29 September 2017
  • (Α) παιπάλη είμαι επιτήδειος στις δολιότητες και τις πανουργίες, είμαι πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    213 bytes (22 words) - 12:12, 29 September 2017
  • το 1. το πρόσωπο της αλεπούς 2. (για πρόσωπα) πονηρός, δόλιος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεπού + μούτρο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    339 bytes (24 words) - 06:25, 29 September 2017
  • αυτός που υπάρχει ή εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους αρχ. μτφ. εύστροφος, πανούργος. επίρρ... ποικιλοτρόπως ΝΜ, ποικιλότροπα Ν με πολλούς και διαφορετικούς
    787 bytes (44 words) - 12:18, 29 September 2017
  • κοπάδια 2. πρωτότοκο λυκόπουλο 3. φρ. «παλιός μονίας» — άνθρωπος πολύ πανούργος ή άνθρωπος πολύ έμπειρος, αλλ. γερόλυκος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    518 bytes (46 words) - 07:27, 29 September 2017
  • Πλάτ. Μένων 75Ε, Γοργ. 491D, κτλ.· ― οὕτως ἐπὶ προσώπων, ποικιλότροπος, (πανοῦργος ὡς τὸ πολυμήχανος, παρὰ Σαλλουστίῳ, ἐπὶ τοῦ Προμηθέως, Ἡσ. Θ. 511, Αἰσχύλ
    50 KB (4,494 words) - 14:40, 14 July 2020
  • εὐώνυμος (Aesch., Prometheus Vinctus 490). evil: P. and V. κακός, ἀνόσιος, πανοῦργος, πάγκακος. malign, harmful: P. and V. ἀσύμφορος, κακοῦργος, Ar. and V.
    11 KB (1,605 words) - 08:51, 20 May 2020
  • ὕφος, Διον. Ἁλ. π. Θουκ. 24. 2) ἐπὶ προσώπων, εὐφυής, ἔξυπνος, συνετός, πανοῦργος, «τετραπέρατος», Σίσυφος πυκνότατος παλάμαις Πινδ. Ο. 13. 73· κύων ἑρπετὸν
    53 KB (4,711 words) - 12:40, 8 July 2020
  • плутоватый = κακομηδής, εὐτράπελος, κέρτομος, πανοῦργος, κόβαλος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    136 bytes (41 words) - 17:35, 13 October 2019
  • misdaad = κακούργημα, πανούργημα, πανοῦργος, πλημμέλημα Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN |
    121 bytes (35 words) - 09:55, 10 January 2019
  • boosdoener = πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    43 bytes (32 words) - 06:50, 10 January 2019
  • schurkachtig = πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    43 bytes (32 words) - 11:35, 10 January 2019
  • misdadigers = πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    43 bytes (32 words) - 18:35, 9 January 2019
  • handig = δεινός, δεξιός, πανοῦργος, πολύτροπος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    105 bytes (35 words) - 08:20, 10 January 2019
  • πᾰλαιομώλωψ: -ωπος, ὁ, παλαιὸς ἐν δόλοις, πανοῦργος, Λατ. veterator, Γλωσσ. παλαιομώλωψ, -ωπος, ὁ (Α) ο από παλιά πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαιο- + μώλωψ
    1 KB (55 words) - 08:31, 1 July 2020
  • περινοητικός: -ή, -όν, ὁ περινοῶν, συνετός, Πολυδ. Β΄, 229. 2) ἔξυπνος, πανοῦργος, Πρόκλ. παράφρ. Πτολ. σ. 231· - οὕτω περινοηματικός, ή, όν, Στοβ. Ἐκλογ
    1 KB (79 words) - 20:45, 7 July 2020
  • Listen irreführend, täuschend; Nonn. D. 8, 126. δολοπλᾰνής: -ές, δόλιος, πανοῦργος, ἄπιστος, διὰ δόλου πλανῶν, Νόνν. Δ. 8. 126. (δολοπλᾰνής) -ές traicionero
    1,020 bytes (64 words) - 15:00, 28 June 2020
  • ἀλωπεκισμός: ὁ, ὁ πανοῦργος τρόπος ἀλώπεκος, Γ. Παχυμ. τόμ. Β΄, σ. 284.
    154 bytes (12 words) - 10:06, 5 August 2017
  • boosaardig = κακοτεχνής, κακότεχνος, κελαινόφρων, πανοῦργος, σαρδάνιος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale
    147 bytes (36 words) - 18:15, 9 January 2019
  • doortrapt = κόβαλος, παλιντριβής, πανοῦργος, πολυμήχανος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN |
    119 bytes (35 words) - 07:25, 10 January 2019
  • schurk = κόβαλος, κόπις, κύφων, πανοῦργος, τρῖμμα Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    114 bytes (36 words) - 11:40, 10 January 2019
  • information: n. pl. Meaning: κολακεύματα, πανουργήματα H. Other forms: κάβαξ πανοῦργος H. Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: The element κα\/οβ-ακ-
    327 bytes (31 words) - 18:31, 8 July 2020
  • φέρων, ἀχθοφόρος, Πολυδ. Ζ΄, 132. ΙΙ. ὡς τὸ φορτικός, ὀχληρὸς ἄνθρωπος ἢ πανοῦργος καὶ ἄθλιος, Νουμήν. ἐν Εὐσ. Εὐαγγ. Προπ. 735C. -ακος, ὁ, ΜΑ μσν. φορτικός
    2 KB (138 words) - 21:05, 7 July 2020
  • Sinnes; ποινά Aesch. Ch. 935; Κύπρις Eur. I. A. 1301. δολιόφρων: ὁ, ἡ, πανοῦργος, δόλια φρονῶν, ποινὰ Αἰσχύλ. Χο. 947· Κύπρις Εὐρ. Ι. Α. 1301. ων, ον ;
    2 KB (133 words) - 17:10, 1 July 2020
  • αὐτοῦ, Meineke εἰς Κωμ. Ἀποσπ. 2. σ. 24. 2) μεταφορ., ἄνθρωπος δόλιος, πανοῦργος, ἀπατεών, κακοποιός, Αἰσχίν. 33. 24, Ἑβδ. (Παροιμ. ΚϚ΄, 22)· οἱ Κέρκωπες
    4 KB (302 words) - 17:02, 14 July 2020
  • 419, wie πολύτροπος. Vgl. παιπαλόεις. πολῠπαίπᾰλος: -ον, εἰς ὑπερβολὴν πανοῦργος, Ὀδ. Ο. 419· ἴδε παιπάλημα. ος, ον : très rusé. Étymologie: πολύς, παίπαλος
    2 KB (128 words) - 09:10, 1 July 2020
  • Πλ. 1153, μετὰ παιδιᾶς ἐπὶ τῆς ἐτυμολογ. σημασίας, εὐκόλως στρεφόμενος, πανοῦργος, ἴδε Σχόλ. ἐν τόπῳ· ὡσαύτως στρεψαῖος, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 174, - ὅπερ ἕτεροι
    3 KB (286 words) - 23:11, 29 June 2020
  • -έω, Α συνεργώ σε πανουργία. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + πανουργῶ «είμαι πανούργος, απατεώνας»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    639 bytes (40 words) - 12:36, 29 September 2017
  • 246 πέλαγος μέγα τοῖον, τόσον μέγα, Ὀδ. Γ. 321· κερδαλέος τοῖος, τέτοιος πανοῦργος, Ο. 451· καὶ ἔτι ἰσχυρότερον, ἀβληχρὸς μάλα τοῖος, καθ’ ὑπερβολὴν ἤπιος
    22 KB (2,155 words) - 14:40, 14 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works τροπομάσθλης: -ητος, ὁ, πανοῦργος καὶ εὐμετάβολος ἄνθρωπος, - λέξις περιπαιζομένη ὑπὸ τοῦ Λουκιανοῦ ἐν Ψευδολ
    2 KB (85 words) - 14:47, 1 July 2020
  • Κροίσου, Ἔφορ. παρὰ Σουΐδ., Διοδ. Ἐκλ. 553. 56. - Καθ’ Ἡσύχ.: «Εὐρυβάτης· πανοῦργος, ἀπατεών, κέκρωψ». - Ἐντεῦθεν τὸ ῥῆμα εὐρυβατεύομαι, φέρομαι ὡς Εὐρύβατος
    3 KB (229 words) - 15:51, 1 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ουν, και -οος, -οον, Α πιθ. πανούργος, πονηρός, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + νοῦς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    755 bytes (34 words) - 12:10, 8 July 2020
  • -ον, Α 1. κρυμμένος, κρυφός 2. πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + κλοπός «κλέφτης» (< κλέπτω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    388 bytes (23 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ἐπιμήχανος, -ον (Α) πανούργος, αυτός που σχεδιάζει με πανουργία κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    162 bytes (19 words) - 07:11, 29 September 2017
  • χειρότερος, φαυλότερος, καὶ οὕτω σχεδὸν ὡς θετικοῦ βαθμοῦ ἐπίθετ., πονηρός, πανοῦργος, φαῦλος, ἀντίθετον τῷ ἀγαθός, Σοφ. Φιλ. 456, πρβλ. Θουκ. 3. 9, Λυσί. 145
    31 KB (2,841 words) - 13:45, 8 July 2020
  • πᾰνεπίκλοπος: -ον, σφόδρα πανοῦργος, πάνυ δόλιος, Ὀππ. Κ. 2. 28. -ον, Α εξαιρετικά πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ἐπίκλοπος «πανούργος»]. Αναζήτηση σε:
    1,008 bytes (48 words) - 15:56, 1 July 2020
  • β. «Λακεδαιμονίους δὲ μόνους τῷ ὄντι τεχνίτας τῶν πολεμικῶν», Ξεν.) 4. πανούργος, ραδιούργος (α. «είναι τεχνήτρα στα ψέματα» β. «γόης, ὦ Διόγενες ἄνθρωπος
    10 KB (912 words) - 15:30, 4 July 2020
  • επιδιώκει την εξυπηρέτηση τών συμφερόντων του με αθέμιτα μέσα 3. μτφ. πανούργος, πονηρός, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. mafioso]. Αναζήτηση σε: Google
    508 bytes (39 words) - 07:27, 29 September 2017
  • ο άρχοντας των διαβόλων νεοελλ. 1. ζωηρό, απείθαρχο παιδί 2. πονηρός, πανούργος άνθρωπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    350 bytes (31 words) - 06:23, 29 September 2017
  • -η, -ο κατεργάρης αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει σε κατεργάρη, πανούργος, πονηρός, δόλιος («κατεργάρικα κόλπα»). επίρρ... κατεργάρικα με κατεργάρικο
    409 bytes (33 words) - 07:22, 29 September 2017
  • μέτρημα, ψευδομετρητής 2. (κατά τον Ησύχ.) «ματαιολοιχός ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῡργος καὶ λίχνος». [ΕΤΥΜΟΛ. < ματτύη + -λοιχός (< λείχω), πρβλ. αιματο-λοιχός
    1 KB (84 words) - 23:44, 31 December 2018
  • τι μαθαίνει ή ό,τι του εμπιστεύεται κάποιος, εχέμυθος μσν. 1. δόλιος, πανούργος 2. ως ουσ. μυστικοσύμβουλος 3. έμπιστος 4. (για το σώμα του Χριστού κατά
    10 KB (782 words) - 09:45, 8 July 2020
  • 1. ενεργώ με δόλο και πονηρία, μεταχειρίζομαι κακά τεχνάσματα, είμαι πανούργος («κακοτεχνῶν δὲ φαίνει περὶ τὰς διαθήκας», Δημοσθ.) 2. (ρητ.) είμαι κακότεχνος
    1 KB (74 words) - 06:37, 29 September 2017
  • επιδιώκουν την εξυπηρέτηση τών συμφερόντων τους με αθέμιτα μέσα 3. άνθρωπος πανούργος, πονηρός, κατεργάρης («σκέτη μαφία είναι αυτός») 4. συνεκδ. απάτη, κατεργαριά
    910 bytes (67 words) - 07:36, 29 September 2017
  • 298 : as Adj., laborious, Coluth.195 (fem.); in bad sense (cf. πόνηρος, πανοῦργος), Rhetor. in Cat.Cod.Astr.7.198. Abbreviations: ALL | General | Authors
    3 KB (188 words) - 15:45, 29 June 2020
  • πᾰνουργεύομαι: ἀποθ., τῷ ἑπομ., Ἑβδ. (Α΄ Βασιλ. ΚΓ΄, 22). ΜΑ πανούργος πανουργώ. είμαι πανούργος, δόλιος, πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    964 bytes (57 words) - 15:17, 2 July 2020
  • engañosamente Iambl.Myst.3.26, cf. Poll.9.135. -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    4 KB (337 words) - 14:40, 8 July 2020
  • ἀλώπηξ (-εκος), η (Α) 1. το ζώο αλεπού 2. άνθρωπος πονηρός, πανούργος 3. είδος ιπτάμενου σκίουρου 4. είδος καρχαρία ή σκυλόψαρου (πρβλ. ἀλωπεκίας) 5. η
    3 KB (174 words) - 11:17, 23 December 2018
  • φυρατής, φυράτης, ῥᾳδιουργός, ἄλημα, πονηρός, ἐπιθέτης, τερατίας, μάσθλης, πανοῦργος, κόβαλος, συκοφάντης, τρύμη, κλέπτης Look up in: Google | Wiktionary
    369 bytes (53 words) - 18:35, 18 October 2019
  • Use adj. P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος, V. λεωργός (also Xen.), αἰσχροποιός. ⇢ Look up "caitiff" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    299 bytes (29 words) - 09:17, 20 May 2020
  • bei Schol. Ap. Rh. 3, 26. δολομήδης: -ες, γεν. εος, δολόφρων, δόλιος, πανοῦργος, Σιμων. 53. -ες engañoso παῖ δολομήδεος Ἀφροδίτας Simon.70. Dolomedes
    2 KB (202 words) - 08:03, 30 April 2019
  • κλόπιος, πολύπλοκος, τεχνικός, εὐτράπελος, πολύτροπος, παλιντριβής, ἄφυκτος, πανοῦργος, δριμύς, κερδαλέος, ἐπίτριπτος, μέρμερος, δολόεις, δολερός, δολιόμητις
    495 bytes (56 words) - 18:40, 18 October 2019
  • неразборчивый в средствах = πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    43 bytes (39 words) - 09:50, 14 October 2019
  • παντοκύκη: ἡ, «ποντοκύκη γυνή: ἡ οὕτω πανοῦργος, ὡς καὶ τὴν θάλασσαν κυκᾶν· ὡς πηξιθάλαττα ἡ τὴν θάλασσαν πῆξαι δυναμένη, ἥκιστα πηγνυμένην. καὶ ἐπὶ ἄρρενος
    536 bytes (45 words) - 11:03, 5 August 2017
  • способный на все = πολυτόλμος, πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    69 bytes (40 words) - 21:20, 14 October 2019
  • плут блистающий плутнями = ὁ πανοῦργος πανουργίαις κεκασμενος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    91 bytes (42 words) - 00:40, 14 October 2019
  • φηλητής, φηλήτης, ῥᾳδιουργός, πονηρός, λησίμβροτος, ἱστιορράφος, μάσθλης, πανοῦργος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    266 bytes (47 words) - 07:50, 14 October 2019
  • κακοπράγμων, κακοφραδής, κακομηδής, κακότεχνος, σκολιός, αἰπυδολωτής, πανοῦργος, ἀμφίκρημνος, λήθαργος, λαίθαργος, μελάνουρος, κλεψίφρων, ἐπίβουλος, μηχανορράφος
    674 bytes (62 words) - 17:45, 18 October 2019
  • Σικελιῶται γὰρ τὴν ἀλώπεκα κίναδον προσαγορεύουσι», Σχόλ. Θεόκρ. 2. μτφ. πανούργος, δόλιος άνθρωπος («οὕς σὺ ζώντας μέν, ὦ κίναδος, κολακεύων παρηκολούθεις»
    6 KB (571 words) - 17:55, 7 July 2020
  • ο (Μ ἀλλοίμονος) ἀλλοίμονο ο αλιτήριος, ο πανούργος νεοελλ. 1. ο πλεονέκτης 2. ο ασθενικός, ο καχεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    268 bytes (26 words) - 06:50, 29 September 2017
  • αἱμυλομήτης (-ου), ο (Α) αυτός που μεταχειρίζεται δολερά τεχνάσματα, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμύλος + -μήτης < μῆτις «ευφυΐα, πανουργία, τέχνασμα»]. Αναζήτηση
    463 bytes (26 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Μ σκολιός (ενεργ. και παθ.) 1. ελίσσομαι, συστρέφομαι 2. μτφ. α) είμαι πανούργος, ύπουλος β) βγάζω παράλογα συμπεράσματα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    285 bytes (27 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ἐκπανουργῶ (-έω) (Α) είμαι υπερβολικά πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    117 bytes (15 words) - 06:32, 29 September 2017
  • κακομηχάνωτος, -ον (Μ) αυτός που επινοεί και μεταχειρίζεται πονηρά τεχνάσματα, πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + μηχανῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    391 bytes (25 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἀλιτρός, δολιότατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ. τρισ- /τρι- + ἀλιτρός «δόλιος, πανούργος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    346 bytes (22 words) - 12:58, 29 September 2017
  • -ον, Α πάρα πολύ πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + παμποίκιλος «πολυειδής, πολυμήχανος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    310 bytes (19 words) - 12:19, 29 September 2017
  • δολιῶ (-όω) (Α) 1. φέρνομαι σε κάποιον με πανουργία 2. είμαι δόλιος, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    193 bytes (22 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ἀλωπός, -ή, -όν (Α) 1. ως επίθ. όμοιος με αλεπού, πανούργος 2. ως ουσ. η αλεπού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλώπηξ, συντετμημένος τ. αντί ἀλωπεκός. ΠΑΡ. νεοελλ. αλεπός
    586 bytes (37 words) - 06:51, 29 September 2017
  • αυτός που αναφέρεται στην αλεπού ή που μοιάζει με αλεπού, δηλ. δόλιος, πανούργος, πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    409 bytes (42 words) - 07:23, 29 September 2017
  • αἰολόμυθος, -ον (Μ) αυτός που μιλάει με πανουργία, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + μῦθος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    310 bytes (21 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ὁ, Μ τυρεύω 1. τυρευτήρ 2. μτφ. πανούργος, δολοπλόκος («ὁ τυρευτὴς δὲ τῶν κακῶν ἀπέτισε τὴν δίκην», Κ. Μανασσ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    269 bytes (28 words) - 12:45, 29 September 2017
  • e; οὐδὲ πίστει χρήσασθαι μονίμῳ Rep. VI, 505 e; συντυχίᾳ Phaedr. 248 c; πανοῦργος ὢν ἄνθρωπος καὶ δεινὸς χρῆσθαι πράγμασι Dem. 1, 3, der sich in Alles zu
    56 KB (5,803 words) - 13:45, 8 July 2020
  • πανδελέτειος: -ον, πανοῦργος καὶ μοχθηρὸς ὡς ὁ Πανδέλετος, «ἐπὶ γὰρ πανουργίᾳ διεβεβόητο ὁ Πανδέλετος, συκοφάντης δὲ ἦν καὶ φιλόδικος» (Σχόλ.), Ἀριστοφ
    949 bytes (76 words) - 19:55, 9 January 2019
  • Αἰγυπτιάζω: εἶμαι ὡς Αἰγύπτιος, μιμοῦμαι τοὺς Αἰγύπτιους, ὅ ἐ. εἶμαι δόλιος, πανοῦργος, Κρατῖνος Ἄδηλ. 32. πρβλ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 922, Βαλκ. Ἀδων. σ. 357. - Αἰγ
    2 KB (109 words) - 15:00, 7 July 2020
  • hinterlistig, Eust. σκοτομήδης: -ες, ὁ ἔχων σκοτεινὰς σκέψεις, δόλιος, πανοῦργος, κρυψίνους, Εὐστ. 1496. 37. ὁ, Μ άτομο με σκοτεινές σκέψεις, δόλια και
    1 KB (62 words) - 17:30, 1 July 2020
  • ἐνεδρευτικός, -ή, -όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ενέδρα αρχ. δόλιος, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (210 words) - 15:35, 1 July 2020
  • τ. χειρούργος < χειρουργός με αναβιβασμό του τόνου, κατά τα κακούργος, πανούργος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    4 KB (335 words) - 15:24, 1 July 2020
  • ον, Ep. for παράλιος, A.R.4.1560, v. l. in D.P.253. παρρέκτης, ου, ὁ, = πανοῦργος, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 528] ep
    2 KB (102 words) - 11:55, 8 July 2020
  • 2. πολύ μπερδεμένος, συγκεχυμένος 3. (για πρόσωπα και νοήματα) δόλιος, πανούργος (α. «πολύπλοκες τεχνουργίες», Γιάνν. Ψυχ. β. «πολύπλοκον νόημα», Αριστοφ
    8 KB (580 words) - 12:23, 8 July 2020
  • Étymologie: Sp. dérivé de κέρδος. κέρδιστος, -ίστη, -ον (Α) 1. πάρα πολύ πανούργος, δολιότατος («Σίσυφος... ὃ κέρδιστος γένετ' ἀνδρῶν», Ομ. Ιλ.) 2. ωφελιμότατος
    2 KB (193 words) - 13:33, 4 July 2020
  • -ον) 1. αυτός που έχει δύο πρόσωπα, δύο όψεις 2. ανειλικρινής, δόλιος, πανούργος αρχ. 1. αμφίβολος, διφορούμενος 2. γραμμ. αυτός που δηλώνει δύο πρόσωπα
    5 KB (494 words) - 15:51, 1 July 2020
  • λωποδύτρια και λωποδύτρα και λωποδύτισσα (Α λωποδύτης) επιτήδειος και πανούργος κλέφτης, κυρίως αντικειμένων («κάποιος λωποδύτης θα σού πήρε το πορτοφόλι»)
    5 KB (335 words) - 15:55, 1 July 2020
  • κ.λπ.) κολακευτικός, θελκτικός, χαριτωμένος 2. (για ανθρώπους) δόλιος, πανούργος 3. με την προηγούμενη σημασία στον Αριστοφ. για την αλεπού (πρβλ. νεοελλ
    1 KB (90 words) - 10:10, 23 December 2018
  • Authors & Works Α ποικίλος είμαι εύστροφος, ευμετάβλητος, άστατος ή πανούργος, μιλώ και ενεργώ με επιδεξιότητα ή με πανουργία. Αναζήτηση σε: Google
    720 bytes (40 words) - 15:15, 2 July 2020
  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ον, Α 1. έμπειρος 2. πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    493 bytes (23 words) - 18:08, 28 June 2020
  • Poll.3.132. -ή, -ό (AM δολερός, -ά, -όν) αυτός που ενεργεί με δόλο, πανούργος, ανειλικρινής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (342 words) - 21:00, 7 July 2020
  • Étymologie: ποικίλος, φρήν. -ονος, ὁ, ἡ, Α πολυμήχανος, πολύτροπος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -φρων (< φρήν, φρενός), πρβλ. μεγαλό-φρων]. Αναζήτηση
    2 KB (118 words) - 05:55, 10 January 2019
  • κᾰκότεχνος: -ον (τέχνη), αυτός που χρησιμοποιεί δόλια τεχνάσματα, πονηρός, πανούργος, δόλιος, κατεργάρης, δόλος, σε Ομήρ. Ιλ.· ανώμ. συγκρ. -τεχνέστερος, όπως
    4 KB (327 words) - 17:15, 1 July 2020
  • αἰγυπτιάζω (Α) 1. μιμούμαι τους Αιγυπτίους 2. είμαι δόλιος, πανούργος, όπως οι Αιγύπτιοι 3. μιλώ την αιγυπτιακή γλώσσα 4. κατακλύζομαι, όπως η Αίγυπτος
    606 bytes (39 words) - 06:18, 29 September 2017
  • μπαμπέσης αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σε μπαμπέση, δόλιος, πανούργος, ύπουλος. επίρρ... μπαμπέσικα 1. με μπαμπέσικο τρόπο ύπουλα, δόλια («μού
    581 bytes (48 words) - 12:00, 29 September 2017
  • -η, -ο μαργιόλης 1. εύστροφος, πονηρός, πανούργος 2. (ιδίως στον έρωτα) ναζιάρης, παιχνιδιάρης, κατεργάρης (α. «μαργιόλικα μάτια» β. «για δες το το μαργιόλικο
    580 bytes (44 words) - 07:36, 29 September 2017
  • σατανάς, ο άρχοντας τών διαβόλων νεοελλ. 1. ζωηρό, απείθαρχο άτομο 2. πανούργος, πονηρός άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βερζεβούλης (με αφομοίωση του β- σε ζ-) <
    562 bytes (37 words) - 06:35, 29 September 2017
  • ὀλοφρονῶ, -έω (Α) είμαι δόλιος, απατεώνας, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλός (ΙΙ) «ολέθριος» + -φρονῶ (< -φρων < φρήν, φρενός) ή < ὀλοοφρονῶ < ὀλοόφρων, με σίγηση
    636 bytes (32 words) - 12:08, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν 1. (στον Ερωτόκρ.) δόλιος, επίβουλος, πανούργος, απατεώνας («πίβουλο κοπέλλι») 2. (το ουδ. στον πληθ. ως επίρρ.) πίβουλα δόλια, με δόλο, με πανουργιά
    627 bytes (49 words) - 12:17, 29 September 2017
  • πράγματα) αυτός που γίνεται με μέθοδο, με σύστημα («μεθοδική εργασία») αρχ. 1. πανούργος, δόλιος 2. το ουδ. ως ουσ. α) τὸ μεθοδικόν η μεθοδικότητα β) στον πληθ
    5 KB (415 words) - 15:55, 1 July 2020
  • συμπεριφορά») αρχ. 1. ευφυής, πνευματώδης 2. επιδέξιος σε μια τέχνη 3. πανούργος, πολυμήχανος 4. λεπτολόγος, υπερακριβής («κομψὸς γ' ὁ κῆρυξ καὶ παρεργάτης
    21 KB (1,805 words) - 18:35, 7 July 2020
  • («τοὺς ἄνωθεν φρονιμωτάτους οἰωνοὺς ἐσορώμενοι», Σοφ.) 3. (για ζώο) ευφυής, πανούργος 4. το ουδ. ως ουσ. τὸ φρόνιμον φρονιμάδα, σύνεση, σωφροσύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    14 KB (1,306 words) - 13:05, 8 July 2020
  • («ποικιλοεργὸς πήνη», Παύλ. Σιλ.) 3. μτφ. αυτός που επινοεί ποικίλα τεχνάσματα, ο πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -εργός (< ἔργον) πρβλ. αγαθο-εργός]. Αναζήτηση
    1 KB (96 words) - 12:18, 29 September 2017
  • ἄλημα, το (Α) ἀλῶ 1. λεπτό αλεύρι, άχνη 2. (για πρόσωπα) παμπόνηρος και πανούργος άνθρωπος ή σύνολο ανθρώπων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (190 words) - 06:00, 10 January 2019
  • σιγαλόεις); intensive reduplication (Carnoy Le Muséon 67, 362); cf. σέσυφος πανοῦργος H. To be rejected E. Maaß Byz.-neugr. Jbb. 5, 172ff.; cf. Kretschmer Glotta
    1 KB (125 words) - 18:30, 8 July 2020
  • πᾰνουργιππαρχίδας: -ου, ὁ, πανοῦργος Ἱππαρχίδης, Ἁριστοφ. Ἀχ. 603. πᾰνουργιππαρχίδας: -ου, ὁ, ο πανούργος Ιππαρχίδης, σε Αριστοφ.
    288 bytes (16 words) - 00:48, 31 December 2018
  • tot alles in staat = πανοῦργος, παντοποιός, παντουργός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This
    95 bytes (37 words) - 17:19, 9 January 2019
  • Authors & Works ὁ, Α (κωμ. λ. στον Αριστοφ.) ο πανούργος Ιππαρχίδης, ο κατεργαροϊππαρχίδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πανούργος + Ἱππαρχίδης]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1,002 bytes (43 words) - 15:56, 1 July 2020
  • fertile en expédients. Étymologie: ποικίλος, βουλή. -ον, Α πολυμήχανος, πανούργος («Προμηθέα ποικιλόβουλον», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -βουλος (< βουλή
    2 KB (130 words) - 17:35, 1 July 2020
  • 1. κομψός τρόπος, κομψότητα συμπεριφοράς 2. κομψό ντύσιμο αρχ. ευφυής, πανούργος λόγος, πανουργία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (134 words) - 21:50, 30 June 2020
  • πανδοχεύς)全部接受的主人 5) (πανοικεί)全家 6) (πανοπλία)全副盔甲 7) (πανουργία)機巧 8) (πανοῦργος)無所不為的 9) (πάντῃ)全然地 10) (πάντοθεν)四面 11) (παντοκράτωρ)全能者 12) (πάντοτε)經常的
    85 KB (11,363 words) - 12:50, 8 July 2020
  • αἱμύλος: [ῠ], -η, -ον και -ος, -ον, κολακευτικός, αυτός που καλοπιάνει, πανούργος, δολερός, σε Ησίοδ., Αισχύλ.· τὸν αἱμυλώτατον, σε Σοφ. (άγν. προέλ.).
    5 KB (498 words) - 22:05, 7 July 2020
  • (μῆτις), ύπουλος, διεστραμμένος στις σκέψεις ή στις προθέσεις του, πονηρός, πανούργος, επίθ. του Κρόνου, σε Όμηρ.· λέγεται και για τον Προμηθέα, σε Ησίοδ.
    3 KB (221 words) - 11:53, 23 March 2020
  • Ἰλ. Ζ. 400· πυκνὰ ἢ πυκινὰ φρ., ἔχω συνετὰς σκέψεις, εἶμαι συνετὸς ἢ πανοῦργος, Ὀδ. Ι. 445· ἐφημέρια φρονέοντες, «τὸ παρὸν μόνον καὶ παραυτίκα σκοπούμενοι»
    67 KB (6,744 words) - 14:19, 18 July 2020
  • σημασία, ο ταπεινός, ο αγενής, ο κακός, ο πρόστυχος (Αριστοφ. Ιππής 218), ο πανούργος (Αριοτοφ. Βάτραχοι 1.015), ο φαύλος (Πλάτ. Πρωταγόρας 347c), ο ποταπός
    4 KB (358 words) - 08:56, 23 December 2018
  • σκολιή (stat capite obstipo, σε Οράτ.), σε Θέογν.· μεταφ., διεστραμμένος, πανούργος, κακότροπος, δηλ. άδικος, ανειλικρινής, δόλιος, ψευδής, στριμμένος, σε
    14 KB (1,220 words) - 19:27, 7 July 2020
  • κακομηδής: -ές (μῆδος), αυτός που επινοεί, τεχνάζεται το κακό, απατηλός, πανούργος, σε Ομηρ. Ύμν. κᾰκομηδής: коварный, лукавый, плутоватый (παῖς HH).
    2 KB (102 words) - 10:50, 30 June 2020
  • λεία («οἰωνοῑσιν... κύρμα γενέσθαι», Ομ. Οδ.) 2. (για πρόσ.) απατεώνας, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    4 KB (351 words) - 14:35, 7 July 2020
  • λόγον σοφία Βακχυλ. Ἀποστ. 26 (35) Blass. -ον, Α 1. κρυμμένος, κρυφός 2. πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + κλοπός «κλέφτης» (< κλέπτω)]. Αναζήτηση σε:
    1 KB (61 words) - 17:09, 29 June 2020
  • μόνον παρὰ τοῖς πολλοῖς, Σχόλ. 10. 97. παιπάλιμος, -ον (ΑΜ) παιπάλη πανούργος, δόλιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1,008 bytes (67 words) - 19:25, 29 June 2020
  • επίθετα που δήλωναν τον εργατικό άνθρωπο (πρβλ. άθλιος, μογερός, μοχθηρός, πανούργος, πονηρός κ.ά.). Η σημασιολογική αυτή εξέλιξη οφείλεται στον αριστοκρατικό
    16 KB (1,337 words) - 22:00, 7 July 2020
  • ἐνεδρευτικός, -ή, -όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ενέδρα αρχ. δόλιος, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    221 bytes (25 words) - 07:08, 29 September 2017
  • αἰολόβουλος (-ον) (Α) πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + -βουλος < βουλή «θέληση, απόφαση, σχέδιο, σκοπός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    404 bytes (22 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -όν (Α) λοχητής 1. επιτήδειος στο να ελλοχεύει, να ενεδρεύει 2. μτφ. πανούργος, δόλιος, επίβουλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    834 bytes (51 words) - 17:25, 1 July 2020
  • ἀγκυλόφρων (-ονος), ὁ, ἡ (Μ) πανούργος, πονηρός (πρβλ. αγκυλομήτης). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + φρήν. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    323 bytes (21 words) - 09:00, 23 December 2018
  • ἀγκυλογνώμων (-ονος), -ον (Μ) πανούργος, πονηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + γνώμη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    284 bytes (18 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγκυλόβουλος, -ον (Μ) δολοπλόκος, πανούργος (πρβλ. αγκυλομήτης). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + -βουλος < βουλή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    376 bytes (20 words) - 09:00, 23 December 2018
  • 5, σ. 646. - Ἐπίρρ. -κῶς, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 1064. -ή, -όν, ΜΑ πανούργος αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πανούργο, δόλιος αρχ. φρ. «πανουργικὸν
    849 bytes (70 words) - 12:13, 29 September 2017
  • κομψά 3. λεπτολογώ («κόμψευέ νυν τὴν δόξαν», Σοφ.) 4. μέσ. είμαι ευφυής, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    7 KB (592 words) - 18:30, 7 July 2020
  • epít. de Ἀληθίη Babr.126.5. βαθυγνώμων, -ον (AM) 1. βαθυστόχαστος 2. πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + -γνώμων < γνώμων («γνώστης, ερευνητής») < γιγνώσκω
    2 KB (102 words) - 14:37, 30 June 2020
  • παίρνει πολλές στροφές, έξυπνος, ευφυής β) (με αρνητ. σημ.) πολύτροπος, πανούργος μσν.-αρχ. 1. (για χορευτή) αυτός που κάνει πολλές στροφές 2. (για χειριστή
    4 KB (298 words) - 12:20, 8 July 2020
  • -ον (AM, Α δωρ. τ. κακομάχανος, -ον) 1. αυτός που επινοήθηκε κακοήθως, πανούργος, δόλιος 2. ολέθριος, καταστρεπτικός («κακομήχανος ἔρις», Ομ. Ιλ.). επίρρ
    3 KB (207 words) - 15:53, 1 July 2020
  • | Κάτο κᾰκοξύνετος: -ον, αυτός που έχει φρόνιμη σκέψη προς το κακό, πανούργος, δόλιος, σε Θουκ. κακοξύνετος -ον [κακός, συνίημι] slinks, sluw, leep
    2 KB (154 words) - 10:00, 1 July 2020
  • αλεπούς 2. μτφ. υβριστικός χαρακτηρισμός ή επωνύμιο πορνοβοσκού, κακοήθης, πανούργος, άτιμος 3. μτφ. σκωπτικό επίθ. του Κλέωνος («Αἰγείδη, φράσσαι κυναλώπεκα
    3 KB (207 words) - 18:59, 7 July 2020
  • ιων. τ. πολυΐδριος -ον, Α 1. πολυΐδμων 2. πολύ συνετός 3. (κατ' επέκτ.) πανούργος («καὶ λέγεται φαρμακεία εἶναι, διὰ τὸ πολύϊδρις εἶναι», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    3 KB (233 words) - 17:30, 1 July 2020
  • αυτός που αναφέρεται στην αλεπού ή που μοιάζει με αλεπού, δηλ. δόλιος, πανούργος, πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (225 words) - 18:45, 1 July 2020
  • Sulla 28,5). ἀλώπηξ (-εκος), η (Α) 1. το ζώο αλεπού 2. άνθρωπος πονηρός, πανούργος 3. είδος ιπτάμενου σκίουρου 4. είδος καρχαρία ή σκυλόψαρου (πρβλ. ἀλωπεκίας)
    21 KB (2,115 words) - 14:15, 8 July 2020
  • inventeur de, artisan de. Étymologie: ἐπί, μηχανή. ἐπιμήχανος, -ον (Α) πανούργος, αυτός που σχεδιάζει με πανουργία κάτι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (119 words) - 16:25, 8 July 2020
  • ὀξύς, φρήν. ὀξύφρων, -ονος, ὁ, ἡ (Α) 1. οξύνους, έξυπνος 2. δόλιος, πανούργος, πονηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ- + -φρων (< φρην, φρενός), πρβλ. μεγαλό-φρων]
    2 KB (98 words) - 10:00, 30 June 2020
  • μηχανή. -ον, Α αυτός που επινοεί, που μηχανεύεται ποικίλα πράγματα, ο πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + -μήχανος (< μηχανή), πρβλ. πολυ-μήχανος]. Αναζήτηση
    2 KB (99 words) - 12:15, 8 July 2020
  • εξαπατώ, παραπλανώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + αἰολίζω «εξαπατώ» (< αἰόλος»δόλιος, πανούργος»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1 KB (51 words) - 18:00, 28 June 2020
  • η λ. συνδέεται με το σοφός, ενώ κατ' άλλους με τα Σίσυφος και σέσυφος «πανούργος» (Ησύχ.)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    481 bytes (39 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ἄλημα, το (Α) ἀλῶ 1. λεπτό αλεύρι, άχνη 2. (για πρόσωπα) παμπόνηρος και πανούργος άνθρωπος ή σύνολο ανθρώπων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    270 bytes (27 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ἢ και ἄλλη τινὶ ἀνωφελεῖ χάριτι... ἐπιπλήττω», Ξεν.) αρχ. (για πρόσ.) πανούργος, απατεώνας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (148 words) - 10:35, 1 July 2020
  • -ου, ὁ, (τίθημι) πανοῡργος, κακοποιός, Μόσχ. 7. 7. ου (ὁ) : être malfaisant. Étymologie: δεινός, τίθημι. δεινοθέτης, ο (Α) πανούργος, κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (74 words) - 14:40, 28 June 2020
  • δύσκολος, γκρινιάρης («μέρμερος πάνυ ἐστίν, ὦ Ἱππία», Πλάτ.) 3. (για ζώο) πανούργος, δόλιος («Τελμησίαν ἀλώπεκα μέρμερον χρῆμα», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μέρ-μερ-ος
    13 KB (1,264 words) - 17:40, 7 July 2020
  • slang.gr | Κάτο δολοποιός: -όν (ποιέω), ύπουλος, αυτός που δελεάζει, πανούργος, αυτός που στήνει παγίδες, σε Σοφ. δολοποιός: Soph. = δολοπλόκος. δολο-ποιός
    1 KB (89 words) - 18:40, 29 June 2020
  • -ον, Α 1. πολύ στρεβλός, πολύστρεπτος 2. μτφ. αυτός που είναι δόλιος, πανούργος σε μεγάλο βαθμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + στρεβλός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    642 bytes (44 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Τζέτζ. Ἱστ. 13. 262, 365. -ον, Μ 1. πολύ επιρρεπής στον κλοπή 2. πολύ πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -κλεπτος (< κλέπτω), πρβλ. ά-κλεπτος]. Αναζήτηση σε:
    1 KB (51 words) - 09:10, 1 July 2020
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο δολοφρᾰδής: -ές (φράζω), πανούργος, δόλιος στο μυαλό, σε Ομηρ. Ύμν. δολοφρᾰδής: HH Pind. = δολοφρονέων.
    2 KB (140 words) - 15:51, 1 July 2020
  • 124 B. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ὁ, Α Φρυνώνδας πανούργος, απατεώνας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    742 bytes (43 words) - 20:45, 30 June 2020
  • δυσχέρειες. Η χρησιμοποίηση της λ. σε χωρία του ομηρικού κειμένου με σημ. «πανούργος, πονηρός» επέτρεψε τη σύνδεση της με το ρ. ἐλεφ-αίρομαι «εξαπατώ». Τέλος
    4 KB (323 words) - 17:30, 8 July 2020
  • κεντρί 2. (κατά τον Ησύχ.) «κεντροτύπος μοχθηρός, φαῡλος ἤ κεντροποιός, πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. < κέντρον + -τύπος (< τύπος < τύπτω), πρβλ. φαβο-τύπος, χαλκο-τύπος
    2 KB (131 words) - 10:48, 3 July 2020
  • ἐπίκλοπος, -ον (AM) επικλέπτω 1. δόλιος, πανούργος, κατεργάρης («ὑπεροπῆά τ’ ἔμεν καὶ ἐπίκλοπον», Ομ. Οδ.) 2. πονηρός, απατηλός σε κάτι («ἀλλά τις ἀρτιεπὴς
    859 bytes (64 words) - 07:11, 29 September 2017
  • βοᾱν κεκραγέναι», Αριστοφ.) 2. κραυγή εκπλήξεως ή θαυμασμού («ἰού ἰοὺ ὡς πανοῡργος εἶ», Πλάτ.) 3. κραυγή χαράς («ἰοὺ ἰού, γέγηθα», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης
    695 bytes (52 words) - 06:37, 29 September 2017
  • στροφείς της πόρτας, ο προστάτης της θύρας 3. μτφ. (για πρόσ.) εύστροφος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στροφή + κατάλ. -αῖος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    649 bytes (50 words) - 12:32, 29 September 2017
  • 1. (και ως ουσ.) αμαρτωλός, κακός, ασεβής, ανόσιος 2. δόλιος, πονηρός, πανούργος 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ ἀλιτρά ανόσια έργα, αμαρτίες, αδικήματα
    900 bytes (53 words) - 06:19, 29 September 2017
  • slang.gr | Κάτο δολομήτης: -ου, ὁ και δολό-μητις, ὁ, πονηρός στη γνώμη, πανούργος, σε Όμηρ. δολομήτης: Hom. = δολιόμητις. δολο-μήτης, ου, n n crafty
    2 KB (133 words) - 22:45, 7 July 2020
  • τρίβωνες εἶναι πραγμάτων» Ἁρποκρ., πρβλ. Φώτ. καὶ Σουΐδ. Α τρίβων είμαι πανούργος, μεταχειρίζομαι πανουργίες και τεχνάσματα ή χρονοτριβώ, αναβάλλω. Αναζήτηση
    1 KB (63 words) - 13:38, 1 July 2020
  • < γλίσχρος + αντίλογος + εξ + επίτριπτος «ο άξιος να εξολοθρευθεί, ο πανούργος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    2 KB (114 words) - 20:35, 9 January 2019
  • δυσχέρειες. Η χρησιμοποίηση της λ. σε χωρία του ομηρικού κειμένου με σημ. «πανούργος, πονηρός» επέτρεψε τη σύνδεση της με το ρ. ἐλεφ-αίρομαι «εξαπατώ». Τέλος
    1 KB (112 words) - 12:08, 29 September 2017
  • («σκολιαὶ γένυες», Πίνδ.) 4. μτφ. α) (για πρόσ.) ί) διεστραμμένος ii) άδικος ή πανούργος β) (για πράγμ.) αινιγματικός, ασαφής, σκοτεινός 5. το ουδ. ως ουσ. τὸ σκολιόν
    3 KB (214 words) - 12:29, 29 September 2017
  • πάνθεον, πανίερος, πανιώνιος, πανόμοιος, πάνοπλος, πανόπτης, πάνορμος, πανούργος, πανσεβάσμιος, πανσέληνος, πάνσεπτος, πανσθενής, πάνσοφος, πανσπερμία,
    14 KB (776 words) - 12:12, 29 September 2017
  • εξαιτίας αρρώστιας 7. ευμετάβολος, άστατος, πολυκύμαντος 8. δόλιος, ύπουλος, πανούργος 9. στη Μυκην. η λ. αναφέρεται σε βόδια με τη σημασία «λαμπερόχρωμος», «πολύχρωμος»
    5 KB (370 words) - 10:13, 23 December 2018