Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παρακαταθήκη" on this wiki. See also the other search results found.

  • οποίοι φρουρούνται από φύλακες, Ἀπόλλωνα παρακαταθήκη δεξαμένη, σε Ηρόδ.· λέγεται για παιδιά, σε Δημ. παρακαταθήκη -ης, ἡ [παρακατατίθημι] deposito, onderpand:;
    11 KB (989 words) - 14:10, 3 October 2019
  • το 1. αυτό που αποθηκεύεται για μελλοντική χρήση, αποταμίευμα, παρακαταθήκη 2. συσσώρευμα, πέτρωμα σχηματισμένο από υλικά που έφεραν οι βροχές. [ΕΤΥΜΟΛ
    574 bytes (43 words) - 06:57, 29 September 2017
  • και αμανέτι, το 1. ενέχυρο, υποθήκη, παρακαταθήκη 2. πρόσωπο που εμπιστεύεται κανείς στη φροντίδα και επιμέλεια άλλου 3. (και μτφ. στη φράση) «έμεινα αμανάτι»
    655 bytes (41 words) - 06:51, 29 September 2017
  • V. πίστις, ἡ. Hope: P. and V. ἐλπίς ἡ. Something committed to one: P. παρακαταθήκη, ἡ. Till then we will keep (your land) on trust: P. μέχρι τοῦδε ἕξομεν
    2 KB (168 words) - 10:06, 21 July 2017
  • subs. At a bank: P. παρακαταθήκη, ἡ. Mortgage: P. ὑποθήκη, ἡ. Caution-money: Ar. and P. θέσις, ἡ, P. ἀρραβών, ὁ. Money paid into court before an action:
    1 KB (115 words) - 09:27, 21 July 2017
  • περιουσιακά στοιχεία σε ένα τρίτο πρόσωπο ή οργανισμό για να τά φυλάξει, κάνω παρακαταθήκη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    295 bytes (29 words) - 12:04, 29 September 2017
  • 27. S. παρακαταθήκη. καταθήκη: ἡ, παρακαταθήκη, ἐνέχυρον, Νικίας παρὰ Κλήμ. Ἀλ. 748, Ἰσοκρ. 364Β, Λυσ. 900. 1 (μετὰ διαφ. γραφ. παρακαταθήκη). ης (ἡ) :
    1 KB (76 words) - 22:38, 31 December 2018
  • θητείας τους και μπορούν ν' ανακληθούν σε καιρό επιστράτευσης 2. απόθεμα, παρακαταθήκη αρχ. 1. το να παραμονεύει κάποιος σ' έναν τόπο, η ενέδρα («πιστεύσαντες
    2 KB (160 words) - 07:15, 29 September 2017
  • (τίθημι) τὸ τεθειμένον, τὸ κείμενον: 1) χρήματα κατατεθειμένα ὡς ἐγγύησις, παρακαταθήκη, Πλούτ. 2. 116Α, Β· θησαυρὸς, κατάθεμα, Ἑβδ. (Σιράχ. Λ΄, 19). 2) τὸ προκείμενον
    10 KB (777 words) - 21:44, 31 December 2018
  • me; elz 1633reads here παρακαταθήκη, which see)); G L T Tr WH in Herodotus 9,45; (others)). In the Greek writings παρακαταθήκη (which see) is more common;
    5 KB (464 words) - 14:20, 3 October 2019
  • επιχείρημα 5. καθετί που παραδίδεται σε κάποιον για να το φυλάξει, όπως: α) παρακαταθήκη β) πολιτική προστασία ή επικυριαρχία («Αἰτωλοὶ... δόντες αὑτοὺς είς τὴν
    9 KB (703 words) - 12:17, 29 September 2017
  • χρειαστεί, απόθεμα 3. χρηματικό ποσό που φυλάσσεται στα χέρια τρίτου, παρακαταθήκη 4. ναυτ. ιστιοφόρο πλοίο, συνήθως μπρατσέρα, που χρησιμοποιείται για
    1 KB (76 words) - 11:59, 29 September 2017
  • Belohnung, erst sehr Sp. στοίχημα: τό, συμφωνία, ὑπόσχεσις, Βυζ.· - παρακαταθήκη, Εὐστ. 1312. 21. το, ΝΜ στοιχῶ συμφωνία μεταξύ δύο προσώπων με διαφορετική
    2 KB (131 words) - 12:32, 29 September 2017
  • τολμηραὶ μεταφοραί, Λογγῖνος 32. ΙΙΙ. ὡς δικανικὸς ὅρος, παράβολον, τό, παρακαταθήκη ἢ προκαταβολὴ γινομένη εἰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἐφέσεως, χρησιμεύουσα
    12 KB (904 words) - 12:30, 14 January 2019
  • μεσεγγυητής: -οῦ, ὁ, τὸ τρίτον πρόσωπον παρ’ ᾧ εἶναι κατατεθειμένη παρακαταθήκη τις ὡς ἐγγύησις ἢ ἀσφάλεια, (μεσεγγύημα) Γλωσσ.· - παρ’ Ἡσυχ. μεσέγγυος
    714 bytes (51 words) - 07:37, 29 September 2017
  • ιματιοθήκη, λιβανοθήκη, μαχαιροθήκη, νεκροθήκη, ξιφοθήκη, οπλοθήκη, παρακαταθήκη, πινακοθήκη, ποτηροθήκη, προθήκη, προσθήκη, σκευοθήκη, συνθήκη, υποθήκη
    14 KB (940 words) - 13:40, 3 October 2019
  • μεσέγγυον, τὸ (Α) 1. μεσεγγύημα 2. παρακαταθήκη 3. ενέχυρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. ενός αμάρτυρου επιθέτου μεσέγγυος κατά τα ουδ. ενέχυρον
    447 bytes (35 words) - 06:47, 29 September 2017
  • κομάντα και κομάντα, ἡ (Μ) παρακαταθήκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. γαλλ. comande]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    238 bytes (19 words) - 07:24, 29 September 2017
  • ἁ, Dor. for παρακαταθήκη, IG5(2).159.9 (Tegea). παρκαθήκα: ἡ, = παρακαταθήκη, Ἐπιγρ. Τεγέας, Monatsb. de berl. Akad. de Wis 1870, Jan. 31. Α (δωρ.
    640 bytes (37 words) - 12:14, 29 September 2017
  • συλλογισμοῦ π. ὁ αὐτ. ἐν Τοπ. 1. 8, 4. ΙΙΙ. τὸ παραδιδόμενον πρὸς φύλαξιν, παρακαταθήκη, Λατ. fideicommissum, πίστιν ἐγχειρίζειν τινὶ Ἐπιγρ. Βοιωτ. IVb. 42,
    43 KB (4,510 words) - 13:50, 3 October 2019
  • ον,    A of or with little money, παρακαταθήκη Ph.1.287, al. [Seite 322] von wenigem Vermögen, Philo. ὀλῐγοχρήμᾰτος: -ον, ὁ συνιστάμενος ἐξ ὀλίγων
    1 KB (73 words) - 12:08, 29 September 2017
  • π. Φυτ. Αἰτ. 1. 6, 7· τὰ εἰς ἐγκεντρισμὸν ἐνθέματα Γεωπ. 3. 3, 9. ΙΙ. παρακαταθήκη χρηματικὴ κατατεθειμένη εἰς τράπεζαν, Συλλ. Ἐπιγρ. 3599. 13. -ματος
    4 KB (318 words) - 07:09, 29 September 2017
  • Niedergelegte, Pfand, Diosc. 28 (VII, 37). παρθεσίη: ἡ, (παρατίθημι) παρακαταθήκη, ἐγγύησις, Ἀνθ. Π. 7. 37. ης (ἡ) : dépôt. Étymologie: παρατίθημι.
    1 KB (65 words) - 15:15, 9 January 2019
  • («μετὰ τοῡτο... μονομαχίαν ἐπιδιέθηκε») 2. μέσ. επιδιατίθεμαι καταθέτω παρακαταθήκη, ενέχυρο ως εγγύηση για να κάνω κάτι («ἐπιδιαθέμενος ἀργύριον ἐάν μὴ
    3 KB (171 words) - 07:11, 29 September 2017
  • Κόριννα 20 (κατὰ ποιητ. δοτ. Ταναγρίδεσσι)· οὕτω Ταναγρικὴ Σώφιλος ἐν «Παρακαταθήκη» 1· ― ἡ Ταναγραϊκή, ἡ χώρα τῆς Τανάγρας, Πλουτ. Περικλ. 10. [τᾰ-. Σώφιλος
    4 KB (314 words) - 10:04, 13 January 2019
  •    II declare, πόθεν… Pi.Pae.6.129; tell plainly, κ. ἐν τῷ κεῖται χώρῳ ἡ παρακαταθήκη Hdt.5.92.ή; κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως τἀληθῆ Ar.Nu.518, cf. E.Med.1106(anap
    4 KB (315 words) - 11:45, 26 February 2019
  • θητείας τους και μπορούν ν' ανακληθούν σε καιρό επιστράτευσης 2. απόθεμα, παρακαταθήκη αρχ. 1. το να παραμονεύει κάποιος σ' έναν τόπο, η ενέδρα («πιστεύσαντες
    7 KB (527 words) - 22:50, 9 January 2019
  • α) καταθέτω, παραδίδω σε κάποιον χρήματα ή πράγματα για φύλαξη, κάνω παρακαταθήκη («παρακαταθέσθαι τὰ δύο τάλαντα», πάπ.) β) (για έντιμο πολίτη) παρέχω
    4 KB (331 words) - 11:12, 31 December 2018
  • deposito = παραθήκη, παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    70 bytes (33 words) - 07:20, 10 January 2019
  • onderpand = παραθήκη, παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    70 bytes (33 words) - 10:25, 10 January 2019
  • («μετὰ τοῦτο... μονομαχίαν ἐπιδιέθηκε») 2. μέσ. επιδιατίθεμαι καταθέτω παρακαταθήκη, ενέχυρο ως εγγύηση για να κάνω κάτι («ἐπιδιαθέμενος ἀργύριον ἐάν μὴ
    923 bytes (57 words) - 12:25, 15 February 2019
  • έχει εισπραχθεί και βρίσκεται στο ταμείο αρχ. 1. αποταμίευμα, προμήθεια, παρακαταθήκη 2. οικονομική διαχείριση, ταμίευση («δαπανᾱται... διὰ τῶν τῆς γυναικός
    2 KB (143 words) - 01:45, 10 January 2019
  • вверенное попечению = παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    48 bytes (38 words) - 08:40, 15 October 2019
  • Αριστ. — Μέσ., προβάλλω στον εαυτό μου, σε Ισοκρ. III. 1. κατατίθεμαι ως παρακαταθήκη ή εγγύηση, βάζω ενέχυρο, ενεχυριάζω, υποθηκεύω, σε Ηρόδ., Αισχίν. κ.λπ
    43 KB (3,712 words) - 13:50, 3 October 2019
  • Ομ. Ιλ. β. «θῆκεν ἐν ἀκμοθέτῳ ἄκμονα», Ομ. Ιλ.) 3. καταθέτω κάτι ως παρακαταθήκη, παραδίδω σε κάποιον χρήματα ή πράγματα για φύλαξη («τὴν τιμὴν θήσονται
    215 KB (20,888 words) - 14:45, 3 October 2019
  • 367D· παρά τινι Ἐπιστ. Πλάτ. 345C· τἀργύριόν σοι κείσεται, θὰ μείνῃ ὡς παρακαταθήκη, μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ κυρίου δούλου τινὸς ὑποστάντος
    85 KB (8,025 words) - 13:50, 3 October 2019
  • сданная на хранение ценность = παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    48 bytes (40 words) - 20:30, 14 October 2019
  • ἀμμόνιον: τό, παρακαταθήκη [V] Ἐπιγρ. Δελφ. BCH. 1895, 1ff. Α48· 54· -ου, τό recargo por demora, ἀμμόνιον κατθέτω στατῆρα CID 1.9A.48 (Delfos IV a.C
    277 bytes (29 words) - 11:54, 21 August 2017