Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φλυαρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο φλῠᾱρία: ἡ, ανόητη κουβέντα, ανοησία, μωρολογία, σε Αριστοφ.· συχνά σε πληθ., ανοησίες, Λατ. nuqae, σε Πλάτ. φλυᾱρία: ἡ пустяки, вздор
    4 KB (356 words) - 13:30, 9 January 2019
  • υποσχέσεις που δεν τηρούνται θ) «λόγια τώ(ν) λογιώ(ν)» — κουβέντες ασήμαντες, φλυαρία χωρίς νόημα ι) «είμαι όλο λόγια» — υπόσχομαι πολλά και δεν κάνω τίποτε ια)
    6 KB (463 words) - 07:33, 29 September 2017
  • ἄφρων, σκαιός, V. κακόφρων. foolish talk, subs.: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. Look up foolish on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    557 bytes (63 words) - 16:59, 21 September 2019
  • μπορεί να συγκρατηθεί, να αναχαιτιστεί, να σταματήσει «ακατάσχετη ορμή, φλυαρία, αιμορραγία» νεοελλ. 1. αυτός που δεν κατασχέθηκε αναγκαστικά (για την ικανοποίηση
    964 bytes (67 words) - 06:48, 29 September 2017
  • αδιακρισία, αυθάδεια, ξετσιπωσιά αρχ. ακράτεια της γλώσσας, ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    364 bytes (28 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἡλίωσε τοὔπος (Soph., Trach. 258). Idle talk, babble: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά. Boast: P. κουφολογία, ἡ (Thuc.), V. κόμπος, ὁ, Ar.
    951 bytes (108 words) - 18:50, 9 January 2019
  • δόντια και με την τριβή φθείρει ή λειαίνει σκληρά σώματα, ρίνη 2. ακατάσχετη φλυαρία («μάς πέθανε στη λίμα») 3. πολύ φλύαρος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. lima
    1 KB (83 words) - 12:05, 9 January 2019
  • η (AM ἀπεραντολογία) πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    105 bytes (14 words) - 06:57, 29 September 2017
  • subs. Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά, ὕθλος, ὁ, Ar. φλύαρος, ὁ. Talk nonsense, v.: P. and V. ληρεῖν, οὐδὲν λέγειν, Ar. and P. φλυαρεῖν
    483 bytes (56 words) - 09:47, 21 July 2017
  • η (Α κενότης) κενός 1. ματαιότητα, μηδαμινότητα, κουφότητα 2. φλυαρία, κενολογία, μωρολογία νεοελλ. 1. η ιδιότητα του κενού, του άδειου 2. έλλειψη, ανυπαρξία
    465 bytes (36 words) - 07:23, 29 September 2017
  • ῥᾳθυμία, ἡ; see laziness. Nonsense: Ar. and P. ἀδολεσχία, ἡ, λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. Frivolity: P. μικρολογία, ἡ. Delay: P. and V. διατριβή, ἡ; see delay
    875 bytes (86 words) - 10:07, 21 July 2017
  • τοὺς ἐν ταῖς παιδιαῖς νεωτερίζοντας in their games, Id.Lg.798c; π. καὶ φλυαρία, λῆροι καὶ π., σκώμματα καὶ π., γέλως καὶ π., Id.Cri.46d, Prt.347d, Plu
    9 KB (754 words) - 12:00, 26 February 2019
  • Fickleness: P. τὸ ἀστάθμητον. Vanities, trifles: P. and V. καπνός, ὁ. Ar. and P. φλυαρία, ἡ; see trifle. Look up vanity on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    666 bytes (70 words) - 10:08, 21 July 2017
  • Plut. Alc. 34. φλύᾱρος: ὁ, (ἴδε φλέω ΙΙΙ) μωρολογία, ἀνοησία, λῆρος, φλυαρία, τἆλλα πάντα ἐστὶ φλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 364, πρβλ. Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 14, Πλάτ
    9 KB (722 words) - 14:40, 3 October 2019
  • pol. 4, 10; Matth. 6, 7. πολῠλογία: ἡ, ὡς καὶ νῦν, τὸ πολλὰ λέγειν, φλυαρία, Πλάτ. Νόμ. 641Ε, Ξεν. Κύρ. 1. 4, 3, Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 10, 1. ας (ἡ) :
    3 KB (291 words) - 14:25, 3 October 2019
  • καπνός, ὁ (lit., smoke), Ar. and P. λῆρος, ὁ (Dem. 36; Ar., Lys. 860), φλυαρία, ἡ (Plat., Hipp. Maj. 304B). Split hairs over trifles: Ar. περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν
    1 KB (116 words) - 16:54, 7 August 2017
  • επιδεικτικούς ή πανηγυρικούς λόγους 2. το χάρισμα του λέγειν, η ευγλωττία 3. ειρων. φλυαρία, πολυλογία αρχ. έντεχνα παρασκευασμένος λόγος («ἰδεῶν τῶν ἐν ταῑς ῥητορείαις
    960 bytes (74 words) - 12:26, 29 September 2017
  • πιπίλισε το μυαλό» μτφ. μέ [σέ, τον] ζαλίζει ή ζάλισε με την παρατεταμένη φλυαρία του για το ίδιο θέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. pipilare (κατά τα ρ. σε -ίζω / -άω)
    840 bytes (76 words) - 12:17, 29 September 2017
  • («νομική, ιατρική, μαθηματική κ.λπ. γλώσσα») 5. αυθάδεια, αθυροστομία, φλυαρία 6. (αρχιτεκτονική) κόσμημα σε σχήμα γλώσσας φιδιού που χωρίζει τα ωά του
    11 KB (685 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (AM ἀπεραντολόγος, -ον) αυτός που μιλά ακατάπαυστα, με ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    162 bytes (19 words) - 06:22, 29 September 2017
  • η (Α ἀκαιρολογία) ἀκαιρολόγος άκαιρη ομιλία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    136 bytes (16 words) - 06:35, 29 September 2017
  • συνήθως στον πληθ. οι αερολογίες λόγια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, άσκοπη φλυαρία, αερόλογα. (II) η (Μετεωρ.) κλάδος της Μετεωρολογίας, στον οποίο μπορούν
    1 KB (65 words) - 12:07, 8 January 2019
  • η 1. φλυαρία, πολυλογία, πάρλα 2. ανόητα, ανούσια λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < γερμ. paperlapapp «φλυαρία» κατ' επίδραση του πάρλα]. Αναζήτηση σε: Google |
    363 bytes (27 words) - 12:04, 29 September 2017
  • άφθονο νερό ή υγρό πάνω σε κάποιο αντικείμενο, περιλούω 2. κατακλύζω με φλυαρία, φλυαρώ ακατάσχετα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    298 bytes (29 words) - 07:22, 29 September 2017
  • η ακατάσχετη φλυαρία, πολυλογία, λογοδιάρροια, περιττά και απερίσκεπτα λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. parla < λατ. parabola < παραβολή. Αναζήτηση σε: Google
    416 bytes (24 words) - 12:14, 29 September 2017
  • Ὅμηρος, ῥαψῳδίαν, ἄλλον δὲ κιθαρῳδίαν», Πλάτ.) 3. σχοινοτενής αφήγηση, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (119 words) - 12:25, 29 September 2017
  • («τὶ δὲ τοῑς θύραζε ταῡτα καταλαλῶν», Αριστοφ.) 2. ενοχλώ κάποιον με τη φλυαρία μου 3. απευθύνω τον λόγο σε κάποιον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    545 bytes (46 words) - 06:39, 29 September 2017
  • Πολύβ. 32, 9, 4· ὁμιλία, συνομιλία, Εὐαγγ. κ. Ἰω. η΄, 43. 2) ἀδολεσχία, φλυαρία, Αἰσχίν. 34. 29, Θεοφρ. Χαρ. 7. ΙΙ. διάλεκτος, τρόπος τοῦ λαλεῖν, προφορά
    8 KB (666 words) - 13:20, 3 October 2019
  • [ῠ], ον,    A immense, enormous, μήκη δ. Pl.Lg.890e; μακρὰ… καὶ δ. φλυαρία Id.Tht.162a (Sch. expl. both by περιβόητος and σκοτεινός) ; πράγματα Is.Fr.123;
    7 KB (586 words) - 14:35, 2 October 2019
  • η αμετροεπής έλλειψη μέτρου στο λέγειν, ακράτεια της γλώσσας, φλυαρία, αθυροστομία, αυθάδεια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    216 bytes (21 words) - 06:19, 29 September 2017
  • το 1. απόξεση ή λείανση με λίμα, ρίνιση 2. μτφ. φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιμάρω, κατά τα ουσ. σε -ισμα (πρβλ. ακόν-ισμα)]. Αναζήτηση σε: Google
    407 bytes (31 words) - 07:33, 29 September 2017
  • διάθεση, επιφανειακά (Πλούτ.) ε) «χείλεσιν ἀμφιλάλοις» — με ακατάσχετη φλυαρία (Αριστοφ.) στ) «πειθώ τις ἐπεκάθιζεν ἐπὶ τοῑς χείλεσιν» — λεγόταν σχετικά
    5 KB (445 words) - 12:54, 29 September 2017
  • σφοδρός και παγερός, πνέω με ψυχρές ριπές 2. ταλαιπωρώ κάποιον ακατάσχετα με φλυαρία και ψεύδη 3. πωλώ κάτι πολύ ακριβά («αυτό το μαγαζί ξυρίζει»). Αναζήτηση
    1 KB (96 words) - 11:58, 29 September 2017
  • συναισθηματισμό 2. υπερβολική χρήση ερωτικών εκφράσεων, συναισθηματική ή ερωτική φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    378 bytes (31 words) - 06:34, 29 September 2017
  • abisal fig. φλυαρία Pl.Prm.130d. 2 subst. τὸ ἄ. abismo Dam.Isid.199. Source: ἄβυθος ἄβῠθος: досл. бездонный, перен. нескончаемый (φλυαρία Plat.).
    1 KB (71 words) - 06:28, 31 December 2018
  • 320; von Frauen, Eur. Andr. 938, im plur. λάλημα: [λᾰ], τό, ὁμιλία, φλυαρία, Εὔβουλ. ἐν «Τιτᾶσι» 1, Μόσχ. 1. 8. ΙΙ. φλύαρος ἄνθρωπος, Σοφ. Ἀντ. 320
    4 KB (257 words) - 14:04, 17 January 2019
  • του προσώπου, με ξυράφι ώς το δέρμα 2. μτφ. ενόχληση κάποιου με άσκοπη φλυαρία 3. μτφ. φύσημα παγερού ανέμου, ιδίως βοριά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1,018 bytes (63 words) - 11:59, 29 September 2017
  • ἐρεσχηλία: ἢ -ελία, ἡ, μωρολογία, φλυαρία, Σωκράτ. 3. 7, Βασίλ. τ. 2. σ. 495Β, κλ. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ἐρεσχελία· φιλονεικία, φλυαρία. ἔνστασις».
    283 bytes (21 words) - 10:25, 5 August 2017
  • η 1. φλυαρία 2. αυθάδεια 3. συκοφαντία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    130 bytes (16 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ληρότης, -ητος, ἡ (Α) λήρος ανοησία, μωρολογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    140 bytes (17 words) - 06:42, 29 September 2017
  • μωρολόγι, τὸ (Μ) ανόητη φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο)- (< μωρός) + -λογι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    316 bytes (19 words) - 12:01, 29 September 2017
  • φλυαρεί για τ' αστέρια. [ΕΤΥΜΟΛ. < αστήρ (-έρος) + -λεσχος < λέσχη «συζήτηση, φλυαρία, κουτσομπολιό»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    427 bytes (26 words) - 06:59, 29 September 2017
  • 1. ξυρίζω κάποιον και ξυρίζομαι από αυτόν 2. ταράζω κάποιον στη φλυαρία και ταράζομαι από αυτόν. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο + ξυρίζω (-ομαι)]. Αναζήτηση σε: Google
    410 bytes (29 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ἀκριτόμυθος νεοελλ. η μη φύλαξη απόρρητου εξαιτίας επιπολαιότητας ή ακρισίας μσν. φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    290 bytes (25 words) - 06:48, 29 September 2017
  • 340. Source: ἀκαιρολογία η (Α ἀκαιρολογία) ἀκαιρολόγος άκαιρη ομιλία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    841 bytes (51 words) - 06:48, 29 September 2017
  • ἀλογία, ἡ. Sport, jest: P. and V. παιδιά, ἡ. Nonsense: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. Treat with levity: P. ἐν οὐδένι λόγῳ ποιεῖσθαι, V. διʼ οὐδένος ποιεῖσθαι;
    613 bytes (62 words) - 09:45, 21 July 2017
  • Geschwätz, Plut. adv. Stoic. 22 neben μεγαλαυχία. κενολογία: ἡ, ματιολογία, φλυαρία, λῆρος, κ. καὶ μεγαλαυχία Πλούτ. 2. 1069C· «κενολογίας καὶ ἀτοπίας» Φώτ
    1 KB (88 words) - 22:56, 31 December 2018
  • βλακεία, χαζομάρα 3. ψευδολογία 4. καυχησιολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. bourde «φλυαρία, ψεύδος», λ. αβέβαιης ετυμολ.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    508 bytes (34 words) - 12:00, 29 September 2017
  • ἡ,    A = φλυαρία, Pl.Ax.369d. [Seite 1293] ἡ, = φλυαρία, Plat. Ax. 369 d. φλυᾱρολογία: ἡ, = φλυαρία, Πλάτ. Ἀξ. 369D, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Νεφ. 1109
    1 KB (45 words) - 12:48, 31 December 2018
  • πριαίμην Id.Ant.1170; also περὶ καπνοῦ στενολεσχεῖν Ar.Nu. 320; κ. καὶ φλυαρία Pl.R.581d: and in pl., γραμμάτων καπνοί learned trifles, E.Hipp.954; καπνοὺς…
    25 KB (2,403 words) - 13:50, 3 October 2019
  • «κόβω κούρες» — λέγω ψέματα για να καυχηθώ, χρησιμοποιώ ανόητη και στομφώδη φλυαρία για επίδειξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. cura < λατ. cura «φροντίδα, θεραπεία, περίθαλψη»]
    1 KB (76 words) - 11:28, 31 December 2018
  • Scharfsinn, Spitzfindigkeit, Plat. Phaedr. 269 e. ἀδολεσχία: [ᾱ], ἡ πολυλογία, φλυαρία, ἀργολογία, Ἀριστοφ. Νεφ. 1480, Ἰσοκρ. 292D, Πλάτ. Θεαίτ. 195C· ἀδυναμία
    4 KB (276 words) - 12:10, 9 January 2019
  • καὶ γ. ἡμῖν ἐπιβάλλει Luc.Lex.19. γλωσσαλγία: ἡ, ἀτελεύτητος, ὁμιλία, φλυαρία, Εὐρ. Μηδ. 525, Ἀνδρ. 690· μεταγεν. γλωτταργία Λουκ. Λεξιφ. 19. ας (ἡ) :
    2 KB (124 words) - 06:18, 10 January 2019
  • μῑκρολογία: ἢ σμικρ- (ἴδε μικρός), ἡ, ὁ χαρακτὴρ τοῦ μικρολόγου· ἡ ἀνόητος φλυαρία· μικρόνοια, Πλάτ. Πολ. 486Α, κτλ., ἴδε ἐν λ. ἄτοπος· γλισχρότης, φειδωλία
    5 KB (334 words) - 04:00, 10 January 2019
  • τσαμπουνώ 1. το παίξιμο της τσαμπούνας 2. μτφ. α) κλαψούρισμα β) μωρολογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    229 bytes (24 words) - 12:40, 29 September 2017
  • ἀδολεσχία) ἀδολέσχης πολυλογία, περιττολογία, ακατάσχετη και απερίσκεπτη φλυαρία («ἀδολεσχία ἐστὶ διήγησις λόγων μακρῶν καὶ ἀπροβουλεύτων», Θεόφρ. Χαρακτήρες
    563 bytes (39 words) - 06:33, 29 September 2017
  • η συνήθως στον πληθ. αεροκουβέντες άσκοπη συζήτηση, φλυαρία, αερολογίες. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    185 bytes (18 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἡ, ΜΑ χυδαία και ανόητη φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῶπος «ψιλικά, ευτελή αντικείμενα» + πέρπερος «λογάς» + επίθημα -ήθρα (πρβλ. κολυμβ-ήθρα)]. Αναζήτηση σε:
    459 bytes (27 words) - 12:27, 29 September 2017
  • η 1. λόγος απερίσκεπτος, χωρίς αξία, κενή φλυαρία 2. καυχησιολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. parola «λέξη, λόγος» (βλ. λ. πάρλα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    373 bytes (27 words) - 12:14, 29 September 2017
  • ευχερές βάδισμα μσν. 1. τίμια και ενάρετη ζωή 2. φρ. «εὐδρομία γλώττης» — φλυαρία αρχ. ταχύτητα («εὐδρομία πλόου»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    404 bytes (35 words) - 06:34, 29 September 2017
  • η, Ν 1. η ιδιότητα του φαφλατά 2. φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαφλατάς + κατάλ. -ιά (πρβλ. μαγκ-ιά)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    370 bytes (26 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ασυνάρτητα, κυρίως ως σύμπτωμα ψυχικής ή οργανικής ασθένειας, παραμιλητό 2. μτφ. φλυαρία, λογοδιάρροια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    317 bytes (27 words) - 12:14, 29 September 2017
  • Ιπποκρ.) 2. γρήγορος, γοργός 3. (για λόγο) αυτός που λέγεται γοργά, με φλυαρία («ἤκουσας αὐτοῦ καὶ λαλοῡντος ἤδη στρωμύλα καὶ ἐπίτροχα», Λουκιαν.). επίρρ
    842 bytes (62 words) - 12:25, 15 February 2019
  • το, Ν σαλιαρίζω 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σαλιαρίζω, φλυαρία, μωρολογία 2. σαχλή ερωτοτροπία, προσπάθεια για σύναψη ερωτικών σχέσεων που γίνεται
    385 bytes (35 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ὕθλος: ὁ, ὡς τὸ λῆρος, «φλυαρία, μωρία, ληρολογία, φληναφία» Ἡσύχ., Πλάτ. Λῦσ. 221D, Δημ. 931. 12· γραῶν ὕθλος, φλυαρία τῶν γραϊδίων, Πλάτ. Θεαίτ. 176Β·
    3 KB (226 words) - 16:05, 2 October 2019
  • Phld.Mus.p.72 K. (pl.), Gal.8.651 (pl.). λήρημα: τό, ἀνόητος ὁμιλία, φλυαρία, ἀνοησία, μωρολογία, Πλάτ. Γοργ. 486C, ἐν τῷ πληθ. ατος (τό) : sottise
    1 KB (92 words) - 03:30, 10 January 2019
  • καταληρῶ, -έω (Α) 1. ενοχλώ υπερβολικά κάποιον με τη φλυαρία μου 2. με τη φλυαρία μου ξεχνιέμαι και χάνω κάτι («καταληρεῑν τὴν ἐξωμίδα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-
    526 bytes (38 words) - 07:22, 29 September 2017
  • frg. 2; vgl. Poll. 6, 119. φλήνᾰφος: ὁ, (ἴδε φλέω ΙΙΙ)· ― ματαιολογία, φλυαρία, ἀνοησία, μωρολογία, ἡ πρόνοια δ’ ἡ θνητὴ καπνὸς καὶ φλ. Μένανδρ. ἐν «Ὑποβολιμαίῳ»
    5 KB (394 words) - 02:25, 10 January 2019
  • πομπώδης λόγος για γελοία ή ασήμαντα πράγματα, κενή μεγαλοστομία, ανόητη φλυαρία, φανφαρονισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. fanfara «σάλπισμα»]. Αναζήτηση σε: Google
    987 bytes (73 words) - 12:51, 29 September 2017
  • Eust. φλύος: τό, = φλύαρος, ματαιολογία, φλυαρία, μωρολογία, Ἀρχίλ. 187 (174). -εος, τὸ, Α φλύω φλυαρία, πολυλογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    834 bytes (45 words) - 13:00, 29 September 2017
  • που τηρεί σιωπή, σιγηλός 2. αυτός που δεν μιλά πολύ, που δεν αγαπά τη φλυαρία, λιγομίλητος νεοελλ. φρ. α) «σιωπηλή μετάλλαξη» βιολ. μετάλλαξη που δεν
    5 KB (361 words) - 01:00, 10 January 2019
  • που φλυαρεί για νόμιμα πράγματα ή για νόμους. [ΕΤΥΜΟΛ. < έννομος + λέσχη «φλυαρία»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    349 bytes (25 words) - 07:09, 29 September 2017
  • (restored fr. Plu.Dem.9). ῥωποπερπερήθρα: ἡ, (πέρπερος) χυδαία καὶ ποταπὴ φλυαρία, ἀπῆλθ’ ἔχων Δημοσθένους τὴν ῥωποπερπερήθραν Διογ. Λ. 2. 108 (ὡς διωρθώθη
    2 KB (125 words) - 07:08, 31 December 2018
  • έτοιμος για φλυαρία, ο πρόθυμος για κουβέντα («καὶ μὴ πρόλεσχος μηδ' ἐφολκὸς ἐν λόγῳ γένῃ», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + -λεσχος (< λέσχη «λόγος, φλυαρία»), πρβλ
    2 KB (127 words) - 08:24, 1 January 2019
  • κατὰ συγκοπὴν ἐκ τοῦ τερατεία). - Καθ’ Ἡσύχ. «τερθρεία· λογομαχία. ἀπάτη. φλυαρία. φληναφία». ας (ἡ) : tour de charlatan, hâblerie, jonglerie. Étymologie:
    3 KB (211 words) - 15:12, 31 December 2018
  • ζάλη η οποία οφείλεται στον κλυδωνισμό πλοίου 2. μτφ. αηδία, αποστροφή («η φλυαρία του μού προκάλεσε ναυτία».) νεοελλ. ιατρ. αίσθημα δυσφορίας στη στομαχική
    3 KB (211 words) - 04:20, 10 January 2019
  • η 1. φλυαρία, ανόητος λόγος 2. η εντελώς απερίσκεπτη πράξη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Υποστηρίζεται ότι προέρχεται με αναγραμματισμό από το αμπούρλα
    735 bytes (54 words) - 06:22, 29 September 2017
  • -έω, Α 1. απαντώ σε κάποιον βίαια με τα λόγια 2. καταβάλλω με τη φλυαρία μου, κατανικώ κάποιον με τα λόγια σε μια συζήτηση 3. παθ. προσκαταλαλοῡμαι, -έομαι
    770 bytes (52 words) - 12:23, 29 September 2017
  • subs. Idle chatter: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, ἀδολεσχία, Look up inanity on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    216 bytes (28 words) - 09:43, 21 July 2017
  • 3, σ. 678, Τζέτζ. -ον, Μ αυτός που φλυαρεί ανόητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕθλος «φλυαρία» + -ρρήμων (< ῥῆμα + κατάλ. -ων), πρβλ. κομπο-ρρήμων]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (52 words) - 12:54, 29 September 2017
  • στωμύλος 1. ευχερής και ευχάριστη πολυλογία 2. ευφράδεια, ευγλωττία αρχ. φλυαρία, φληνάφημα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (138 words) - 01:15, 10 January 2019
  • σημ. «φλυαρώ» (βλ. λ. φλέω), οπότε αρχική σημ. της λ. θα ήταν μια σημ. «φλυαρία, λόγια συκοφαντικά, βλαβερά». Το γένος του τ. παραμένει ανεξακρίβωτο. Πρόκειται
    2 KB (112 words) - 12:15, 10 January 2019
  • ἀργολογία: ἡ, ματαιολογία, φλυαρία, Ἐκκλ.: - Ἐπίθ. -λογικός, ή, όν, Εὐστ. Πονημάτ. 252, 14: - Ἐπίρρημ. -κῶς αὐτόθι 260. 86. -ας, ἡ charla vanaop. σιωπή
    472 bytes (50 words) - 12:16, 21 August 2017
  • μῑμολόγημα: τό, καὶ -λογία, ἡ, μιμολόγου φλυαρία, Ἐπιφάν. μιμολόγημα, τὸ (Α) μιμολογούμαι φλυαρία μίμου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    253 bytes (23 words) - 07:39, 29 September 2017
  • πολυφλυᾱρία: ἡ, πολλὴ φλυαρία, Εὐσ. Εὐαγγ. Προπ. 30Β. ἡ, Α πολλή φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    182 bytes (21 words) - 12:20, 29 September 2017
  • κουβεντολόι, φλυαρία ή κουτσομπολιό. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λεσχηνεία: ἡ, φλυαρία, κενολογία
    1 KB (67 words) - 03:30, 10 January 2019
  • η γλωσσοκοπώ 1. φλυαρία 2. αυθάδεια, αθυροστομία 3. συκοφαντία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    183 bytes (18 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ἡ, Α φλυαρία, μάταιη πολυλογία για κάτι που έχει αποστηθίσει κάποιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥαψῳδός + -ποιΐα (< -ποιός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    391 bytes (24 words) - 12:25, 29 September 2017
  • το αεροκοπανίζω 1. φλυαρία, αερολογία 2. άδικος κόπος, ματαιοπονία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    184 bytes (18 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἀδολέσχης 1. αυτός που αρέσκεται να φλυαρεί 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀδολεσχικόν η φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    270 bytes (29 words) - 06:33, 29 September 2017
  • λογολεσχία, ἡ (ΑM) λογολέσχης πολυλογία, φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    150 bytes (16 words) - 07:34, 29 September 2017
  • καυχησιολόγος, κομπαστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀὴρ + λέσχης < λέσχη (= συνομιλία, φλυαρία)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    452 bytes (27 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἁδρολαλία, η (Μ) πολυλογία, φλυαρία, χοντρολογία, κομπορρημοσύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁδρολάλος < ἁδρός + λαλῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    385 bytes (20 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ὁ, ΜΑ φλυαρία με τον αμόρφωτο όχλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χύδην, μέσω αμάρτυρου αρχ. χυδιάζω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    259 bytes (22 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ή, Α 1. συλλογή ή σύνθεση ρητών, γνωμικών 2. φλυαρία, κενολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥητόν + -λογία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    336 bytes (23 words) - 12:26, 29 September 2017
  • καταδολεσχῶ, -έω (Α) γίνομαι ενοχλητικός σε κάποιον με τη φλυαρία μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ἀδολεσχῶ «φλυαρώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    367 bytes (25 words) - 07:21, 29 September 2017
  • η (AM ἀργολογία) η φλυαρία, τα περιττά και ανούσια λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < αργός (ΙΙ) + -λογία < λόγος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    355 bytes (24 words) - 06:58, 29 September 2017
  • -έω, Μ λέω ανόητες φλυαρίες, μωρολογώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕθλος «φλυαρία» + -μυθῶ (< -μυθος< μῦθος), πρβλ. ἀερο-μυθῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    439 bytes (24 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ἀδολέσχημα, το (Μ) ἀδολεσχῶ φλυαρία, ανόητη κουβέντα, πολυλογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    160 bytes (17 words) - 06:33, 29 September 2017
  • φαινόμενα που σχετίζονται με αυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουρανο- + -λέσχης (< λέσχη «φλυαρία»), πρβλ. μετεωρο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    527 bytes (35 words) - 12:04, 29 September 2017
  • λήρισμα, τὸ (Μ) ληρίζω ανόητη φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    126 bytes (16 words) - 07:33, 29 September 2017
  • το, Ν φαφλατάρω φαφλατιά, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    95 bytes (14 words) - 12:59, 29 September 2017
  • Α επίρρ. με περιττολογίες, με πολλά λόγια, με φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < περισσόμυθος + επιρρμ. κατάλ. -εί (πρβλ. ατιμωρητ-εί)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    394 bytes (26 words) - 12:17, 29 September 2017
  • επιφών. σιωπή, σκασμός, τσιμουδιά («κάνε μόκο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. moka «φλυαρία» ή ιταλ. moccio «βουβός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    315 bytes (23 words) - 07:39, 29 September 2017
  • Ἡρακλέα φλυαρουμένους ὑπὸ τῶν ποιητῶν καὶ ὀργίζεσθαι, αὐτὸν δὲ κλπ., πρβλ. φλυαρία. -ῶ : dire des sornettes, bavarder à tort et à travers. Étymologie: φλύαρος
    8 KB (700 words) - 14:39, 3 October 2019
  • στομαλγία: ἡ, (ἄλγος) ἄλγος τοῦ στόματος, Πολυδ. Δ΄, 185· - μεταφορ., ἀχαλίνωτος φλυαρία, ὁ αὐτ. Β΄, 101. - Πρβλ. γλώσσαλγος. (στόμαργος, στομαργία, στομαργέω εἶναι
    1 KB (85 words) - 12:32, 29 September 2017
  • murmure, bruit léger. Étymologie: DELG λαλέω. λαλαγή, ἡ (Α) λαλαγώ 1. φλυαρία 2. κραυγή, τερέτισμα πτηνού ή τζίτζικα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    998 bytes (60 words) - 07:30, 29 September 2017
  • Καθ’ Ἡσύχ.: «φλέδων, ὁ ἀλαζών, εὐήθης». ΙΙ. φλεδών, όνος, ἡ, ματαιολογία, φλυαρία, Ξενοφάνης παρ’ Ἀθην. 462F, Πλουτ. 2. 420Β. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ
    5 KB (477 words) - 16:07, 2 October 2019
  • Altweibergeschwätz, Sext. Emp. adv. gramm. 141. γρᾱολογία: ἡ, λόγος, ὀμιλία γραίας, φλυαρία, Σεξτ. Ἐμπ. Μ. 1. 141. -ας, ἡ comadrería γραμματικῆς γραολογίας πλῆρες
    1 KB (77 words) - 12:32, 31 December 2018
  • ἡ,    A flux of words, ib.22e, 4.159e. η (Α λογοδιάρροια) ακατάσχετη φλυαρία («ἕως ἂν τῆς λογοδιαρροίας ἀπαλλαγῶμεν», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λογο- + διάρροια
    1,011 bytes (35 words) - 07:34, 29 September 2017
  • μανίας γλωσσικά ζητήματα αρχ. η τάση κάποιου να μιλάει συνεχώς, η ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    726 bytes (62 words) - 06:26, 29 September 2017
  • καταφατικός. επίρρ... φατικῶς Α με πολλά και χωρίς σημασία λόγια, με φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φᾰ- της συνεσταλμένης βαθμίδας του ρ. φημί + κατάλ. -τικός
    2 KB (113 words) - 12:50, 29 September 2017
  • λ. τραγικὸς Ἀριστοφ. Βάτρ. 1005· λῆρόν τε τἆλλ’ ἡγεῖτο τοῦ γνῶναι πέρι, φλυαρία ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν γνῶσιν..., αὐτόθι 809· λῆρος πάντα πρὸς τὸ χρυσίον
    16 KB (1,308 words) - 14:00, 3 October 2019
  • ἀπιθάνων... πυλαία, κυκεών, Πλουτ. Ἀρτοξ. 1· ἀκολ., 2) σκώμματα ἀνόητα, φλυαρία εἰς ἣν κατήντων οἱ ἐν τῷ Ἀμφικτυονικῷ συνεδρίῳ, ἴδε Wytt. εἰς Πλούτ. 2.
    6 KB (499 words) - 11:25, 26 February 2019
  • eines σπερμολόγος, Schmarotzerei, Plut. Alc. 36 u. öfter. σπερμολογία: ἡ, φλυαρία, ἀδολεσχία, Πλουτ. Ἀλκιβ. 36., 2, 63Β, κτλ. ας (ἡ) : bouffonnerie de parasite
    2 KB (110 words) - 01:05, 10 January 2019
  • животные; 2) смертный, свойственный смертным, человеческий (ἔργματα Eur.; φλυαρία Plat.; δυσχέρεια Arst.): θνατὰ θνατοῖσι πρέπει Pind. смертное смертным и
    9 KB (865 words) - 13:55, 3 October 2019
  • subs. P. μικρολογία, ἡ. Trifting, nonsense: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά. Unreasonableness: P. ἀλογία, ἡ. Look up frivolity on Perseus
    321 bytes (37 words) - 09:41, 21 July 2017
  • ἡ,    A impudent loquacity, Plb.8.10.1. ἀθυρογλωττία: ἡ, ἀναιδὴς φλυαρία, Πολύβ. 8. 12. 1. -ας, ἡ • Alolema(s): ἀθυρογλωσσία, ἀθυρογλωττία Plb.8.10
    987 bytes (61 words) - 12:03, 12 February 2019
  • «εκκλησιαστική φιλολογία») 4. μτφ. λόγος, ομιλία χωρίς ουσία, αερολογία, φλυαρία («μην τον πιστεύεις, όλα αυτά είναι φιλολογίες») αρχ. 1. η αγάπη για έρευνα
    5 KB (396 words) - 02:27, 10 January 2019
  • ἡ,=φλυαρία, EM371.1, Suid.    A s.v. Ἀδάμ;=decudia (?), Gloss.; quarrel, PMonac.1.23 (vi A.D., -χειλία Pap.). [Seite 1025] Scherz, Neckerei, Suid. u
    1 KB (56 words) - 07:13, 29 September 2017
  • στομαλγία, Philo. στομαργία: ἡ, ἀτελεύτητος φλυαρία, ἀπεραντολογία, Φίλων 2. 219. ἡ, Α στόμαργος ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    785 bytes (34 words) - 12:32, 29 September 2017
  • 796, 3. φλεδονεία: (οὐχὶ φλεδωνεία), ἡ, φλυαρία, Ἐτυμ. Μ. 796. 3. ἡ, Α φλέδων, -ονος] πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    750 bytes (39 words) - 13:00, 29 September 2017
  • Rede, Hippocr. λέσχημα: τό, ὁμιλία κενή, λῆρος, φλυαρία, Ἱππ. 1285. 27. λέσχημα, τὸ (Α) φλυαρία, κουτσομπολιό. [ΕΤΥΜΟΛ. < λέσχη + κατάλ. -ημα (πρβλ
    1 KB (51 words) - 07:32, 29 September 2017
  • Gal.18(1).254. Source: ἀπεραντολογία η (AM ἀπεραντολογία) πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (102 words) - 15:05, 9 January 2019
  • ἡ, ἐπαιτεία, Πολυδ. Γ΄, 111. 2) χαμερπὴς κολακεία, ἄγροικος ἀστειότης, φλυαρία, ἀπρεπὴς καὶ ἀνόητος ὁμιλία, Πλάτ. Πολ. 606C, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 13, κτλ
    3 KB (229 words) - 06:19, 10 January 2019
  • μεγαλόφωνος πολυλόγος, Αἰσχύλ. Θήβ. 447, Σοφ. Ἠλ. 607· στ. γλωσσαλγία, φλυαρία ἀηδής, Εὐριπ. Μήδ. 525. - Πρβλ. γλώσσαλγος. ος, ον : à qui la bouche démange
    4 KB (258 words) - 01:23, 10 January 2019
  • (συνήθως γυναίκες) ανοίγοντας τους την κοιλιά 2. αυτός που με το πείσμα ή τη φλυαρία του ταλαιπωρεί φοβερά τον συνομιλητή του 3. (για οχήματα και πλοία) εκείνος
    528 bytes (49 words) - 06:55, 29 September 2017
  • Hsch.β 340, Et.Gen.β 68B. Source: βαττολογία η (Μ βαττολογία) βαττολογώ φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (77 words) - 07:00, 29 September 2017
  • dotage of the old, Aret.SD1.6. λήρησις: ἡ, ἀνόητος ὁμιλία, μωρολογία, φλυαρία, Πλούτ. 2. 504Β, Διογ. Λ. 7. 118, κτλ.· λ. τοῦ γήραος Ἀρεταῖ. π. Αἰτ. Χρον
    1 KB (93 words) - 12:43, 15 February 2019
  • ἀκριτόμυθος νεοελλ. η μη φύλαξη απόρρητου εξαιτίας επιπολαιότητας ή ακρισίας μσν. φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    796 bytes (39 words) - 06:49, 29 September 2017
  • ῥωποπερπερήθρα. ἡ, Α ῥωποπερπερήθρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῶπος «ψιλικά + στωμυλήθρα «φλυαρία»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    515 bytes (26 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ἡ,    A superfluity of words, PMag.Par.1.2085. λεσχολογία, ἡ (Α) πάπ. φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λέσχη + -λογία (< -λόγος < λέγω)]. Αναζήτηση σε:
    803 bytes (29 words) - 06:43, 29 September 2017
  • Suid. [Seite 1291] ἡ, das Schwatzen, das Geschwätz, Suid. φληνᾰφία: ἡ, φλυαρία, μωρολογία, Οἰκουμέν. εἰς Ἀποκάλ. σ. 313, 32, Cramer, Σουΐδ. ἐν λ. φλήναφος
    852 bytes (47 words) - 12:46, 29 September 2017
  • Ὀνομ. 18, ἐν τέλ., Φίλων, κλπ. -ήματος, τὸ, Α φλυαρῶ ανόητος λόγος, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    985 bytes (54 words) - 12:45, 29 September 2017
  • στόβος: ὁ, λοιδορία, ὄνειδος, κακολογία, Ἡσύχ. (ἐκ τοῦ στόμφος). ΙΙ. = φλυαρία, ἀλαζονεία, κόμπος, Λυκόφρ. 395. ὁ, Α 1. αλαζονεία («κόκκυγα κομπάζοντα
    2 KB (95 words) - 15:50, 2 October 2019
  • bavardage, propos futiles ou déraisonnables. Étymologie: φλέω. -όνος, ἡ, Α φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. της λ. φλέδων με καταβιβασμό του τόνου ώστε
    996 bytes (90 words) - 05:40, 1 January 2019
  • διήγημα, μῦθος, φλυάρημα, φλυαρία, Ἀντιφάν. ἐν «Νεανίσκοις» 1. λογοποίημα, τὸ (AM) λογοποιώ ψευδής ιστορία, παραμύθι, φλυαρία, κενός λόγος. Αναζήτηση
    844 bytes (41 words) - 06:42, 29 September 2017
  • πολυλᾰλία: ἡ, τὸ πολὺ λαλεῖν, φλυαρία, Γαλην. τ. 16, σ. 198 Κühn. η, ΝΑ, και πολυλαλιά Ν πολύλαλος πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    658 bytes (35 words) - 12:19, 29 September 2017
  • ) 2. μετεωρολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετέωρον + -λέσχης (< λέσχη «συγκέντρωση, φλυαρία»), πρβλ. αδο-λέσχης, μεταρσιο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (161 words) - 03:50, 10 January 2019
  • σαρώθρων· και μεταφ., «γέμισμα», «παραγέμισμα», παραπλήρωμα, επιφώνημα, φλυαρία, μακρηγορία, σε Αριστοφ. στοιβή -ῆς, ἡ [~ στείβω] opvulling. Aristoph
    7 KB (549 words) - 15:50, 2 October 2019
  • μπορεί να συγκρατηθεί, να αναχαιτιστεί, να σταματήσει «ακατάσχετη ορμή, φλυαρία, αιμορραγία» νεοελλ. 1. αυτός που δεν κατασχέθηκε αναγκαστικά (για την ικανοποίηση
    4 KB (400 words) - 13:00, 3 October 2019
  • λόγος που δεν έχει αξιόλογο περιεχόμενο, κενολογία, ματαιολογία, αερολογία, φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεν(ο) + -ρρημοσύνη (< -ρρήμων (θ. -ρη-, πρβλ. ρήμα, ρητός του
    1 KB (54 words) - 07:23, 29 September 2017
  • ἡ, Α ῥωποπερπερήθρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῶπος «ψιλικά + στωμυλήθρα «φλυαρία»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    282 bytes (17 words) - 12:27, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που φλυαρεί ανόητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕθλος «φλυαρία» + -ρρήμων (< ῥῆμα + κατάλ. -ων), πρβλ. κομπο-ρρήμων]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    440 bytes (25 words) - 12:50, 29 September 2017
  • γενική σημ. του θορύβου, της φασαρίας που μπορεί να προέρχεται είτε από φλυαρία, στην περίπτωση της λ. φλέδων, είτε από κάποιο σχίσιμο ή σπάσιμο, στην περίπτωση
    4 KB (334 words) - 02:35, 10 January 2019
  • φαινόμενα που σχετίζονται με αυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουρανο- + -λέσχης (< λέσχη «φλυαρία»), πρβλ. μετεωρο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    825 bytes (56 words) - 12:11, 29 September 2017
  • -ήματος, τὸ, ΜΑ ῥαψωδῶ 1. φλυαρία 2. κείμενο που έχει αποστηθίσει κάποιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    189 bytes (21 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ἀθυρογλωττία και -σσία, η (Α) ἀθυρόγλωττος, -σσος] απερίσκεπτη φλυαρία, αθυροστομία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    190 bytes (19 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ἀπαγγελλόμενον, «μαθημένον ἀπ’ ἔξω», Κύριλλ. -ήματος, τὸ, ΜΑ ῥαψωδῶ 1. φλυαρία 2. κείμενο που έχει αποστηθίσει κάποιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    671 bytes (56 words) - 12:25, 29 September 2017
  • επιδεικτικούς ή πανηγυρικούς λόγους 2. το χάρισμα του λέγειν, η ευγλωττία 3. ειρων. φλυαρία, πολυλογία αρχ. έντεχνα παρασκευασμένος λόγος («ἰδεῶν τῶν ἐν ταῑς ῥητορείαις
    4 KB (266 words) - 00:50, 10 January 2019
  • ητος, ἡ,    A garrulity, Gloss. λαλιότης, -ητος, ἡ (Α) λαλιός φλυαρία, πολυλογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    511 bytes (21 words) - 06:41, 29 September 2017
  • (ΑM) φλύαρος, πολυλογάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < λογο- + -λέσχης (< λέσχη «συνομιλία, φλυαρία»), πρβλ. κυσο-λέσχης, μυθο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (69 words) - 03:30, 10 January 2019
  • φαυλότης, ἡ. Frivolity: P. μικρολογία, ἡ. Nonsense: Ar. and P. λῆρος, ὁ. φλυαρία, ἡ. Trivialities: see trifles. Look up triviality on Perseus Dictionaries
    389 bytes (39 words) - 10:06, 21 July 2017
  • μέσα στη ροή ηχηρών λέξεων και εντυπωσιακών ρητορικών σχημάτων 3. η άσκοπη φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου πρβλ. αγγλ. verbalisme < verbal
    951 bytes (67 words) - 06:23, 29 September 2017
  • σοφίσματα, με πονηριές 2. ολιγόλογος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στενός + -λέσχης (< λέσχη «φλυαρία»), πρβλ. πλατυ-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (96 words) - 01:10, 10 January 2019
  • ενόργανη μελωδία για να τήν καλλωπίσουν ή για να εξάρουν τη δεξιοτεχνία 3. φλυαρία, υπεκφυγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. fioritura «άνθηση» < fiorito, μτχ. παρακμ. του
    1 KB (73 words) - 13:00, 29 September 2017
  • ενοχλητική, παρατεταμένη επίσκεψη β) «αρμένικο στόμα» — για υπερβολική φλυαρία γ) «αρμένικο πείσμα» — επίμονο πείσμα αρχ. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἀρμενική η
    929 bytes (81 words) - 06:58, 29 September 2017
  • απευθείας είτε μέσω ενός αμάρτυρου ονόματος πλάδδα / αττ. πλά-ζα (με σημ. «φλυαρία»), πρβλ. φύ-ζα. Πιθανολογείται, επίσης, ότι το ρ. αποτελεί προϊόν ονοματοποιίας]
    1 KB (98 words) - 12:18, 29 September 2017
  • ἄκραντα γαρύετον (O. 2.87) παγγλωσσία, ἡ (Α) πάγγλωσος απεραντολογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (70 words) - 14:30, 9 January 2019
  • 665] ἡ, das Vielgelesenhaben, die Gelehrsamkeit, Sp. ἡ, Μ πολυλογία, φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -λεξία (< λεκτῶ < -λεκτος < λέγω), πρβλ. κυριο-λεξία]
    593 bytes (30 words) - 12:19, 29 September 2017
  • [Seite 506] τό, das Geschwätz dabei, Sp. το, Μ παραφλυαρώ ανόητη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    206 bytes (21 words) - 12:14, 29 September 2017
  • Étymologie: μωρολογέω. το (Α μωρολόγημα) μωρολογώ μωρός, ανόητος λόγος, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (61 words) - 14:36, 31 December 2018
  • ἡ τοῦ λόγου ἔκληψις, Hsch.;    A = ἡ φλυαρία, Zonar. [Seite 2] ἡ, dreiste Schwatzhaftigkeit, Hesych. λαβρεία: ἡ, = λαβροστομία, Ἡσύχ., Ζωναρ. λαβρεία
    911 bytes (47 words) - 12:38, 15 February 2019
  • πολυλογία, φλυαρία, Ἡσύχ., ἐν λ. στωμύλματα, Ἐτυμ. Μέγ. 729, 32, Νικηφ. Γρηγ. σ. 128 ἔκδ. Βόννης, κλ. τὸ, ΜΑ περιλαλώ πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση
    967 bytes (53 words) - 12:16, 29 September 2017
  • Δελφούς) αίθουσα διακοσμημένη με ζωγραφιές του Πολυγνώτου 7. (με κακή σημ.) φλυαρία, κενολογία, μωρολογία, κουβεντολόι ή κουτσομπολιό («στρατὸς γὰρ ἀργός..
    20 KB (1,856 words) - 15:15, 2 October 2019
  • Ἀριστοφ. Ἱππ. 1403, Βατρ. 710, Πλάτ., κτλ. Παροιμιώδης ἦτο ἡ πρόθυμος αὐτῶν φλυαρία, ὡς ἡ τῶν κουρέων, - βαλανεὺς ἐπὶ τῶν πολυπραγμόνων Παροιμιογρ. έως (ὁ) :
    4 KB (390 words) - 06:00, 10 January 2019
  • ἀθυρογλωττία: impudent loquacity, Plb.8.10.1. ἀθυρογλωττία: ἡ, ἀναιδὴς φλυαρία, Πολύβ. 8. 12. 1. ἀθῠρογλωττία: ἡ невоздержность на язык (πικρία καὶ ἀ
    1,019 bytes (62 words) - 12:03, 12 February 2019
  • [Seite 726] ἡ, das unüberlegte Reden, VLL. εἰκαιομῡθία: ἡ, ματαιολογία, φλυαρία, Λέων Διάκ. 4, 9, σ. 42Β, ΙV. -ας, ἡ tontería ἀσύνητοι εἰκαιομυθίαι Cyr
    897 bytes (51 words) - 07:06, 29 September 2017
  • Ὅμηρος, ῥαψῳδίαν, ἄλλον δὲ κιθαρῳδίαν», Πλάτ.) 3. σχοινοτενής αφήγηση, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    7 KB (550 words) - 12:50, 9 January 2019
  • slang.gr | Κάτο ἐκκναίω: φθείρω, εξαντλώ· μεταφ., λέγεται για ενοχλητική φλυαρία, όπως το Λατ. enecare, σε Θεόκρ.· γʹ πληθ. Δωρ. μέλ. ἐκκναισεῦντι. ἐκκναίω:
    2 KB (123 words) - 22:00, 9 January 2019
  • | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κενοφωνία: ἡ (φωνέω), μάταιη συζήτηση, φλυαρία, σε Καινή Διαθήκη κενοφωνία: ἡ pl. пустословие NT. κενοφωνία -ας, ἡ
    2 KB (236 words) - 13:52, 3 October 2019
  • ουσία, φράση 3. κοινή λέξη, συνηθισμένη έκφραση 4. (με υποτιμητική σημ.) φλυαρία, κενολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (132 words) - 01:05, 10 January 2019
  • («τὰ δὲ ἄλλα ταῡτ' ἐστὶ τὰ καλλωπίσματα, τὰ παρὰ φύσιν συνθήματα ἀνθρώπων, φλυαρία καὶ οὐδενὸς ἄξια», Πλάτ.) 2. (για λογοτεχνικό ύφος) η επιτηδευμένη φράση
    3 KB (244 words) - 17:50, 10 January 2019
  • ἀριθμοὺς δ. el estudio de los números Pl.Lg.747b, ἡ περὶ τοὺς σοφιστὰς δ. φλυαρία (dicen algunos que) la cultura de los sofistas es tontería Isoc.15.197,
    32 KB (3,070 words) - 11:15, 26 February 2019
  • διάθεση, επιφανειακά (Πλούτ.) ε) «χείλεσιν ἀμφιλάλοις» — με ακατάσχετη φλυαρία (Αριστοφ.) στ) «πειθώ τις ἐπεκάθιζεν ἐπὶ τοῑς χείλεσιν» — λεγόταν σχετικά
    23 KB (2,200 words) - 14:40, 3 October 2019
  • φίλος, φωνή. -ον, Α 1. φλύαρος, πολυλογάς·2. το ουδ. ως ουσ. τὸ φιλόφωνον φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -φωνος (< φωνή), πρβλ. ὁμό-φωνος]. Αναζήτηση
    2 KB (89 words) - 14:32, 31 December 2018
  • Ἡσύχ., Γαλην. τ. 8, σ. 668Α. ἡ, Α πολύφατος (κατά τον Ησύχ.) πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    786 bytes (39 words) - 12:19, 29 September 2017
  • (κωτίλος) πολυλογία, κυρίως κολακεία, Γλωσσ. κωτιλία, ἡ (Α) κωτίλος φλυαρία, ιδίως με κολακευτικά λόγια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    811 bytes (38 words) - 07:27, 29 September 2017
  • ἀκριτομῡθέω: ὁμιλῶ μετ’ ἀκρισίας, φλυαρῶ, Εὐστ. 349.17: - μῡθία, ἡ, φλυαρία, ὁ αὐτ. 1878. 4. charlar irreflexivamente Eust.349.17, ἀ.· πολυλογεῖν
    723 bytes (30 words) - 11:59, 21 August 2017
  • κυσολέσχης, ὁ (AM) αισχρολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυσός + -λέσχης (< λέσχη «συνομιλία, φλυαρία»), πρβλ. μυθο-λέσχης, χρησμο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (53 words) - 07:27, 29 September 2017
  • λάλησις: -εως, ἡ, = λαλιά, Πολυδ. Β΄, 125. λάλησις, ἡ (Α) λαλώ λαλιά, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    783 bytes (42 words) - 07:30, 29 September 2017
  • Ἐπιμερ. 77, Ἐκκλ. ληρωδία, ἡ (ΑM) ληρώδης ανόητη ομιλία, ακατάσχετη φλυαρία, μωρολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    883 bytes (41 words) - 06:43, 29 September 2017
  • ἐρεσχελία και ἐρεσχηλία, ἡ (AM) ερεσχελώ 1. φλυαρία, μωρολογία, ανόητος λόγος 2. πείραγμα, χωρατό, χυδαίος αστεϊσμός 3. εριστικός λόγος, φιλονεικία. Αναζήτηση
    372 bytes (29 words) - 07:13, 29 September 2017
  • άτομο που διατυπώνει ανόητες προφητείες. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρησμῳδός + -λῆρος (Ι) «φλυαρία, μωρολογία» (πρβλ. ἡδυσματό-ληρος, κρονό-ληρος)]. Αναζήτηση σε: Google
    457 bytes (29 words) - 06:09, 29 September 2017
  • ουσία, φράση 3. κοινή λέξη, συνηθισμένη έκφραση 4. (με υποτιμητική σημ.) φλυαρία, κενολογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    424 bytes (38 words) - 12:26, 29 September 2017
  • 726] ἡ, das unüberlegte Schwatzen, Philo. εἰκαιολογία: ἡ, ματαιολογία, φλυαρία, Φίλων 1. 674. -ας, ἡ palabra dicha al azar o irreflexivamenteop. ἀλήθεια
    991 bytes (61 words) - 06:27, 29 September 2017
  • = φλήναφος, Εὐρ. Ἐπιστ. 5, Ἰω. Δαμασκ. τ. 1, σ. 4Ε. το, ΝΜΑ φληναφώ φλυαρία, μωρολογία, σαχλαμάρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    947 bytes (52 words) - 05:52, 1 January 2019
  • πρόχειρο λογοτεχνικό έργο αρχ. σοφιστική λεπτολογία και, γενικά, παίγνιο, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (75 words) - 01:05, 10 January 2019
  • κατάγελως» — πολύ γέλιο ή ολοφάνερο γέλιο, περίγελως δ) «πλατὺς φλήναφος» πολύ φλυαρία ε) «Σεβαστή πλατεῑα» — ονομασία συντεχνίας στ) «πλατύς δρόμος» — δρόμος
    38 KB (3,484 words) - 13:50, 3 October 2019
  • κάποιον να βγάζει φωνές, που λύνει τη γλώσσα του και προκαλεί έτσι θόρυβο και φλυαρία («εὐρρείτας οἶνος πάμφωνος», Φιλόξ.). επίρρ... παμφώνως (Α) με όλες τις
    4 KB (359 words) - 05:00, 10 January 2019
  • (ψόφος)· I. βγάζω άναρθρο ήχο, ηχώ, κάνω φασαρία, σε Ευρ.· ψοφεῖ λάλον τι, η φλυαρία ηχεί σαν σπασμένο αγγείο, σε Αριστοφ.· ὥσπερ κύμβαλον ψοφεῖν, σε Ξεν. II
    11 KB (967 words) - 02:45, 10 January 2019
  • ης (ἡ) : babil, bavardage. Étymologie: λαλέω. (I) λάλη, ἡ (Α) λαλιά, φλυαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. του λαλῶ]. (II) η γιαγιά, κυρούλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται
    1 KB (69 words) - 11:40, 9 January 2019
  • που φλυαρεί για νόμιμα πράγματα ή για νόμους. [ΕΤΥΜΟΛ. < έννομος + λέσχη «φλυαρία»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (90 words) - 08:56, 31 December 2018
  • Étymologie: μετάρσιος, λέσχη. μεταρσιολεσχία, ἡ (Α) μεταρσιολέσχης η φλυαρία σχετικά με αφηρημένα και ασύλληπτα θέματα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (92 words) - 14:05, 9 January 2019
  • («νομική, ιατρική, μαθηματική κ.λπ. γλώσσα») 5. αυθάδεια, αθυροστομία, φλυαρία 6. (αρχιτεκτονική) κόσμημα σε σχήμα γλώσσας φιδιού που χωρίζει τα ωά του
    48 KB (4,531 words) - 13:15, 3 October 2019
  • Clem. Al. τέρθρευμα: τό, ἀγυρτία καὶ τερατολογία, τέχνασμα ῥητορικόν, φλυαρία, Κλήμ. Ἀλ. 291. τὸ, Α τερθρεύομαι τερθρεία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    400 bytes (33 words) - 12:54, 29 September 2017
  • Παιάν. [Seite 1293] ἡ, Possenreißerei, Sp. ἡ, Μ φλυαροκοπῶ ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    642 bytes (26 words) - 13:00, 29 September 2017
  • τοῦ λαλεῖν ἀγάπη, πολυλογία, Γρηγ. Ναζ. τ. 1, σ. 463Α. ἡ, Α φιλόλαλος φλυαρία, πολυλογία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    703 bytes (34 words) - 13:00, 29 September 2017
  • λαλεῖν, πολυλογία, Ἰω. ὁ τῆς Κλίμακ. 192, 32 κλπ. ἡ, Μ πολυεπής πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    362 bytes (34 words) - 12:19, 29 September 2017
  • πολυλογία, Παράφρ. Ἐπικτ. Ἐγχειρ. 48. λακερολογία, ἡ (Μ) λακερός πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    393 bytes (29 words) - 06:41, 29 September 2017
  • 216. -ήσεως, ἡ, Α περιλαλώ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του περιλαλώ, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    719 bytes (38 words) - 12:16, 29 September 2017
  • άτομο που διατυπώνει ανόητες προφητείες. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρησμῳδός + -λῆρος (Ι) «φλυαρία, μωρολογία» (πρβλ. ἡδυσματό-ληρος, κρονό-ληρος)]. Αναζήτηση σε: Google
    1,009 bytes (40 words) - 14:30, 4 January 2019
  • Ιπποκρ.) 2. γρήγορος, γοργός 3. (για λόγο) αυτός που λέγεται γοργά, με φλυαρία («ἤκουσας αὐτοῡ καὶ λαλοῡντος ἤδη στρωμύλα καὶ ἐπίτροχα», Λουκιαν.). επίρρ
    4 KB (263 words) - 22:25, 9 January 2019
  • subs. Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ὕθλος, ὁ. Look up tomfoolery on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    185 bytes (28 words) - 10:06, 21 July 2017
  • ευχερές βάδισμα μσν. 1. τίμια και ενάρετη ζωή 2. φρ. «εὐδρομία γλώττης» — φλυαρία αρχ. ταχύτητα («εὐδρομία πλόου»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (62 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -λογητέον, Ἐκκλ.· - ἐντεῦθεν βαττολογία, ἡ, = βατταρισμός, ματαιολογία, φλυαρία, Ἐκκλ., οἵτινες ὡσαύτως μετεχειρίζοντο τὴν λέξιν βαττολόγημα, τό, καὶ βαττολόγος
    4 KB (363 words) - 20:20, 9 January 2019
  • ἀπεραντολόγος (AM ἀπεραντολόγος, -ον) αυτός που μιλά ακατάπαυστα, με ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (119 words) - 16:25, 9 January 2019
  • пустяки = ὕθλος, λῆρος, φλυαρία, πυλαία, πυλαίη, περίεργον, ὄνος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    147 bytes (43 words) - 18:15, 18 October 2019
  • πλατύς, λέσχη. ὁ, Α ο φλύαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλατυ- + -λέσχης (< λέσχη «φλυαρία»), πρβλ. στενο-λέσχης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (72 words) - 05:40, 10 January 2019
  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο λᾰλάγημα: -ατος, τό, φλυαρία, σε Ανθ. λᾰλάγημα: ατος (ᾰγ) τό бряцание, удары (sc. τοῦ τυμπάνου Anth
    1 KB (71 words) - 14:55, 9 January 2019
  • παγγλωσία: ἡ, ἀπεραντολογία, φλυαρία, Πινδ. Ο. 2. 157. παγγλωσία: ἡ, απεραντολογία, φλυαρία.
    222 bytes (12 words) - 00:44, 31 December 2018
  • περὶ Ἀντωνυμ. 261Β. μακροπεριοδεύτως (Α) επίρρ. με μεγάλες περιόδους, με φλυαρία, με περιττολογίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακροπεριόδευτος]. Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (43 words) - 07:35, 29 September 2017
  • φλήναφος, λήρημα, λήρησις, κενολογία, ματαιολογία, φλεδών, φλυαρολογία, φλυαρία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    222 bytes (46 words) - 19:55, 14 October 2019
  • вздор = στωμύλα, ὕθλος, στώμυλμα, μωρολόγημα, φλήναφος, λήρημα, λῆρος, φλυαρία, πυλαία, πυλαίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    216 bytes (46 words) - 10:50, 14 October 2019
  • διήγηση πλαστών ειδήσεων, η επινόηση ψευδών λόγων ή πράξεων 2. μύθος μσν. φλυαρία, πολυλογία αρχ. 1. δέηση, παράκληση, προσευχή 2. απόδοση λογαριασμού, λογοδοσία
    2 KB (133 words) - 03:30, 10 January 2019
  • and V. ληρεῖν, Ar. and P. φλυαρεῖν (also Ar.). subs. Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά; see nonsense. Look up drivel on Perseus Dictionaries
    349 bytes (47 words) - 09:37, 21 July 2017
  • ἀβδηριτισμός, Gloss.,    A v.l. for ὁμολογία in Alciphr.2.3. ἀμαλογία: ἡ, φλυαρία, ἀβδηριτισμός, Γλωσσ. -ας, ἡ 1 charla Alciphr.4.18.10. 2 plu. glos. a
    2 KB (144 words) - 14:05, 2 October 2019
  • subs. Ar. and P. λῆρος, ὁ φλυαρία, ἡ, P. ὕθλος, ὁ, ληρήματα, τά. Chatter: Ar. and P. λαλία, ἡ, ἀδολεσχία, ἡ, V. λαλήματα, τά. Gossip: V. λέσχαι, αἱ. v
    577 bytes (66 words) - 10:06, 21 July 2017
  • Soph. 239 b; – τέρψις Soph. O. R. 1477; – φιλοψυχία Plat. Apol. 37 c; φλυαρία Rep. I, 336 c; – ὅτου σε χρεία καὶ πόθος μάλιστ' ἔχει Soph. Phil. 642; ὅτ'
    248 KB (26,118 words) - 13:55, 3 October 2019
  • αναλογία με δωρικούς, όπως φλύαξ «αστείος» (συνδέεται με τους τ. φλύαρος, φλυαρία, φλυαρείν), κόρδαξ «χορός» (στην αρχαία κωμωδία) (συνδέεται με τους τ. κραδαίνω
    5 KB (361 words) - 15:16, 15 January 2019