Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπολογία" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἀπολογέομαι), verbal defense, speech in defense: ἡ ἀπολογία ἡ πρός τινα, Xenophon, mem. 4,8, 5). κ. -για, η (AM ἀπολογία) απόλογος 1. απόκρουση κατηγορίας 2. δικαιολογία
    6 KB (724 words) - 21:20, 9 March 2022
  • κ. -για, η (AM ἀπολογία) απόλογος 1. απόκρουση κατηγορίας 2. δικαιολογία για ό,τι ευθύνεται κανείς μσν.- νεοελλ. 1. απάντηση 2. το δικαίωμα ν' απολογηθεί
    567 bytes (45 words) - 06:21, 29 September 2017
  • v.: P. and V. βοηθεῖν (dat.); see assist. reply to charges, subs.: P. ἀπολογία, ἡ, ἀπολόγημα, τό. advocacy: P. συνηγορία, ἡ. justification: P. δικαίωμα
    2 KB (166 words) - 19:40, 9 December 2020
  • explicación = δίοιξις, ἀπολογία, διάπτυξις, διαφώτισις, ἔκθεμα, ἐκλογισμός, ἔκφρασις, διδασκαλία, ἐκπλοκή, διάφρασις, ἀνάπλωσις, αἰτιολογισμός, ἔκθεσις
    480 bytes (34 words) - 06:54, 22 August 2017
  • respuesta = ἀνταπόδοσις, ἀπολογία, ἀπόφασις, ἀμοιβή, ἀνθυποφορά, ἀντίγραφον, ἀνταμοιβή, ἀντιφορά, ἀπόκρυψις, ἀντιγραφή, ἀντίλεξις, ἀνθυπαγωγή, ἀντίκρισις
    503 bytes (33 words) - 07:20, 22 August 2017
  • and V. ἀπόκρισις, ἡ (Euripides, Fragment). P. ὑπόληψις, ἡ. defence: P. ἀπολογία, ἡ. oracular reply: P. and V. χρησμός, ὁ, μαντεῖον, τό; see oracle. ⇢
    1 KB (96 words) - 13:40, 14 October 2021
  • P. and V. ἀπόκρισις, ἡ (Euripides, Fragment). defence: P. ἀπολογία, ἡ. oracular answer: P. and V. χρησμός, ὁ, μαντεῖον, τό, Ar. and V. μάντευμα, τό; see
    3 KB (252 words) - 13:25, 14 October 2021
  • Antigone 80). way of escape: P. and V. ἀποστροφή, ἡ, καταφυγή), ἡ. defence: P. ἀπολογία, ἡ. ⇢ Look up "excuse" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    2 KB (170 words) - 13:27, 14 October 2021
  • wounding: P. δικάζειν φόνου καὶ τραύματος (Dem. 628). excuse, plea: P. ἀπολογία, ἡ. circumstances: P. and V. πράγματα, τά. have nothing to do with the
    4 KB (368 words) - 19:10, 9 December 2020
  • defence: P. ἀπολογία, ἡ. excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ, λόγος, ὁ, σκῆψις, ἡ. plea of justice: P. δικαίωμα, τό, δικαίωσις, ἡ, P. and V. δίκαιον, τό, or
    831 bytes (82 words) - 13:38, 14 October 2021
  • η (AM ἀπόκρισις) 1. απάντηση 2. απολογία 3. η απέκκριση αρχ.-μσν. αποστολή, παραγγελία αρχ. 1. διαχωρισμός, διάκριση 2. είδος χορού. * Αναζήτηση σε: Google
    367 bytes (30 words) - 06:57, 29 September 2017
  • 50, etc.; opp. αἰτία (expostulation), Th.1.69; opp. ἔπαινος, ib.84; opp. ἀπολογία Arist.Rh.1358b11; τὴν κ. ποιεῖσθαι Antipho 6.10, And.1.6; ὡς ὑβρίζοντος
    12 KB (1,013 words) - 13:17, 23 August 2021
  • P. δικαίωμα, τό, δικαίωσις, ἡ. excuse: P. ἀπολογία, ἡ, P. and V. πρόφασις, ἡ. ⇢ Look up "justification" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    333 bytes (31 words) - 08:55, 10 December 2020
  • justification: P. ἀπολογία, ἡ. defence, protection: P. and V. φυλακή, ἡ, σωτηρία, ἡ. ⇢ Look up "vindication" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    320 bytes (30 words) - 15:40, 10 December 2020
  • defence: P. ἀπολογία, ἡ, ἀπολόγημα, τό. excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ, πρόσχημα, τό, σκῆψις, ⇢ Look up "apology" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    353 bytes (32 words) - 18:50, 9 December 2020
  • (για έργα τέχνης) πιστή απομίμηση αρχ. 1. γραπτή απάντηση σε γράμμα 2. απολογία κατηγορουμένου 3. έγγραφη κατηγορία, καταγγελία 4. αναίρεση, ανασκευή 5
    582 bytes (43 words) - 06:55, 29 September 2017
  • in. * Look up in: Navigium | Albertmartin | Latijnnederlands defensa = ἀπολογία, ἀνάστημα, ἀπηγόρημα, ἀμφίβασις, ἀπηγόρευμα, δηφήνδευσις, ἄλκαρ, ἀνατείχισμα
    879 bytes (113 words) - 21:30, 27 February 2019
  • νέα φορολογία επιβαρύνει τον λαό») 3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την απολογία του επιβάρυνε τη θέση του») αρχ. ασκώ έντονη, βαριά πίεση πάνω σε κάποιον
    732 bytes (57 words) - 06:32, 29 September 2017
  • for lookup in third sources: ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον Hsch.
    408 bytes (23 words) - 12:16, 21 August 2017
  • reply to charges = ἀπολογία, ἀπολόγημα ⇢ Look up "reply to charges" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    75 bytes (24 words) - 11:40, 23 May 2020
  • P. and V. ἀπόκρισις, ἡ (Euripides, Fragment), P. ὑπόληψις. defence: P. ἀπολογία, ἡ. ⇢ Look up "rejoinder" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    345 bytes (31 words) - 13:40, 14 October 2021
  • Works [Seite 626] ἡ, Vorbringung u. Vertheidigung seiner Gerechtsame, = ἀπολογία; Demad. 7; Pol. 3, 21, 3; Plut. Rom. 19 u. öfter; neben πίστις, Beweisführung
    5 KB (470 words) - 00:45, 30 December 2020
  • discurso de defensa = ἀπολογία, δικηγορία, δικαιολογικός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    93 bytes (19 words) - 06:50, 22 August 2017
  • third sources: ον, A subject to no deduction or restriction, μισθώσεις, ἀπολογία, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ον no sometido
    744 bytes (50 words) - 16:10, 1 January 2021
  • 12.11; ἡ τοῦ κωρύκου ἐπιφορά Philostr.Gym.57; attack of an orator, opp. ἀπολογία, Id.VS1.25.10 (pl.). 3 vehemence in oratory, Hermog.Id.1.11, al., Philostr
    14 KB (1,139 words) - 13:30, 14 September 2021
  • ψευδαπολογία: ἡ, ψευδὴς ἀπολογία, Θ. Στουδ. σελ. 1044, ἐκδ. Mi. ἡ, Μ ψευδής απολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο)- + ἀπολογία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    388 bytes (27 words) - 06:29, 29 September 2017
  • κ. -γιέμαι κ. απηλογιέμαι (AM ἀπολογοῦμαι) απόλογος 1. διατυπώνω απολογία, υπερασπίζω τον εαυτό μου ως κατηγορούμενο, αποκρούω κατηγορία μσν.- νεοελλ.
    850 bytes (61 words) - 16:25, 26 March 2021
  • παράκληση, δέηση, ικεσία 2. αποτροπή κακού με ευχές 3. αίτηση συγγνώμης, απολογία, δικαιολογία 4. συγγνώμη, συγχώρηση («παραίτησις ἁμαρτημάτων», Φιλ.) 5
    1 KB (96 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Πλάτ. Κρατ. 436C· ὑπέρ τινος, πρός τινα Πλουτ. Κίμ. 1. ατος (τό) : c. ἀπολογία. -ματος, τό 1 defensa, justificación τοῦτο ... οὐδέν ἐστιν ἀ. Pl.Cra
    2 KB (187 words) - 20:25, 31 December 2020
  • 855e, ἀνακρινάντω δὲ το[ὺς] μάρτυρας SIG 953.46 (Calimna II a.C.), ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσίν ἐστιν αὕτη 1Ep.Cor.9.3, en el interrogatorio previo
    17 KB (1,715 words) - 10:10, 9 January 2022
  • excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ. P. ἀπολογία, ἡ. pardon: P. and V. συγγνώμη, ἡ, V. σύγγνοια, ἡ. ⇢ Look up "palliation" on Perseus Dictionaries | Perseus
    372 bytes (35 words) - 09:41, 10 December 2020
  • ответ = ὑπόληψις, ἄμειψις, ὑπότευξις, ἀπάντησις, ἀπολογία, ἀπόφασις, ἀπόκρισις, ἀπόκριμα, ὑπόκρισις, ἀμοιβή * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    250 bytes (46 words) - 09:20, 15 October 2019
  • διαχείρισης 2. ανακεφαλαίωση, συνοπτική παρουσίαση αρχ. 1. διήγηση, έκθεση 2. απολογία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    400 bytes (29 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ἀπ. πρὸς τὸ ἐρώτημα Θουκ. 3. 60· πρβλ. Ξεν. Ἱέρ. 1. 35. 2) ὑπεράσπισις, ἀπολογία, Ἀντιφῶν 137. 6. εως (ἡ) : 1 tri, choix ; t. de méd. sécrétion; 2 réponse
    9 KB (862 words) - 20:17, 16 April 2022
  • εὔθαρσος, -ον (Μ) 1. ο ευθαρσής («ἡ εὔθαρσος ἀπολογία») 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔθαρσον το θάρρος, η τόλμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θάρσος. * Αναζήτηση σε: Google
    423 bytes (32 words) - 06:39, 29 September 2017
  • νεοελλ. 1. διατάζω κάποιον ως ανώτερη αρχή να κάνει κάτι («μέ κάλεσε σε απολογία ο υπουργός 2. φρ. α) «καλώ στα όπλα» — προσκαλώ στις τάξεις του στρατού
    7 KB (521 words) - 20:30, 27 January 2022
  • κοντά κάποιον 2. έπομαι, είμαι επακολούθημα, είμαι αποτέλεσμα (α. «μετά την απολογία του συνακολούθησε η σύλληψη» β. «συντέτακται καὶ συνακολουθεῑ τοῖς μὲν
    3 KB (196 words) - 13:00, 28 March 2021
  • Weinranke’, κλῆρος (κλᾶρος) Los, κλῶμαξ Steinhaufen (s. dd.), ἀπόκλωμα. ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον H. — Ganz fraglich Κλαζομεναί ON (Kleinasien), nach Fraenkel
    15 KB (1,553 words) - 14:45, 31 January 2022
  • ο (AM ἀπόλογος) απολογία, λογοδοσία μσν.- νεοελλ. απόκριση, απάντηση νεοελλ. τα τελευταία λόγια κάποιου ετοιμοθάνατου αρχ. 1. διήγηση, ιστόρημα 2. μύθος
    703 bytes (38 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ενέργειας, θέσης ή κατάστασης. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στην απολογία τών Ιω. Ορλάνδου και Ανδρ. Λουριώτη]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    442 bytes (39 words) - 06:27, 29 September 2017
  • PMich.Teb.123re.14.8 (I d.C.). η (Μ ἀπολογή) ἀφήγημα, θρύλος νεοελλ. 1. ἀπολογία, δικαιολογία 2. ἀπάντηση, ἀπόκριση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1,015 bytes (78 words) - 20:30, 31 December 2020
  • que esta tierra estaba colmada de toda abundancia y encanto D.H.l.c., ἡ ἀπολογία ... εἰκόνων ἔκπλεως Fronto Ep.22, abs. ὥστε ἀεὶ ἔκπλεων εἶναι τὸ μέσον
    3 KB (401 words) - 13:05, 20 July 2021
  • η (Μ ἀπολογή) ἀφήγημα, θρύλος νεοελλ. 1. ἀπολογία, δικαιολογία 2. ἀπάντηση, ἀπόκριση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    231 bytes (21 words) - 06:57, 29 September 2017
  • Schol. Thuc. 6, 105. εὐάφορμος, -ον (Μ) 1. πρόσφορος, έτοιμος («εὐάφορμος ἀπολογία», Ακροπ. Γ.) 2. αυτός που γίνεται με καλή αφορμή, που εύκολα μπορεί να
    1 KB (74 words) - 07:14, 29 September 2017
  • acción de defenderse = ἀπολογία * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    37 bytes (17 words) - 06:49, 22 August 2017
  • защитительная речь = ἀντιλογία, ἀπολογία, προηγορία, ἀπηγόρημα, συνηγορία * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия |
    139 bytes (42 words) - 14:45, 14 October 2019
  • 2.6, ἐγκλημάτων κρίσεις Arist.Oec.1348b13, cf. FD 3.120.11 (II a.C.), (ἀπολογία) περὶ τοῦ ἐγκλήματος Act.Ap.25.16, ὅσα δ' ἐγκλήματα γίνεται ἐκ τῶν νόμων
    15 KB (1,602 words) - 14:43, 31 January 2022
  • POxy.297.5 (i A. D.): in plural, Plu.2.822e. 3 narration, Plb.10.21.8. 4 = ἀπολογία, Zeno Stoic.1.55; τοῦ βίου, τῶν πράξεων, Plu.2.726b, Sull.34. * Abbreviations:
    6 KB (488 words) - 13:26, 14 September 2021
  • «ἕνεκα τοῦ αἰτεῖν συγγνώμην» (Σχόλ.), Θουκ. 1. 73· αἴτησις συγγνώμης, ἀπολογία, Πολύβ. 40. 6, 5, κτλ.· - συγχώρησις, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Συνεσ. 2) τὸ
    5 KB (421 words) - 19:07, 30 December 2020
  • ἀρκέων ὑπῆν Hdt.1.31, cf. 7.28; τἀρκοῦντα a sufficiency, E.Supp.865; ἀρκοῦσα ἀπολογία Antipho 2.4.10; ἀρκοῦντα or τἀρκοῦντα ἔχειν, X.Mem.1.2.1, Smp.4.35; τῶν
    40 KB (4,248 words) - 14:55, 31 January 2022
  • -ον, ἔχων ἀξίαν πολλῶν ταλάντων, γάμος, μισθὸς Λουκ. Ἑταιρ. Διάλ. 7. 4, Ἀπολογία (ὑπὲρ τῶν Ἐπὶ Μισθ. Συν.) 12· ἐπὶ βιβλίου, Ἀθήν. 398Ε. 2) ὁ ἔχων πολλὰ
    4 KB (281 words) - 15:55, 1 January 2021
  • 1059Β. ΙΙ. ὡς ὅρος νομικός, ἡ ἀπάντησις ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ ἐναγομένου, ἡ ἀπολογία αὐτοῦ, Δημ. 1115. 21 (ἔνθα ὑπάρχει καὶ δεῖγμα ἀντιγραφῆς)· ἐνίοτε κεῖται
    7 KB (577 words) - 07:03, 29 August 2021
  • 229e, cf. Plu.2.116c, τὸ Δελφικὸν μαντεῖον el oráculo de Delfos D.H.4.69, ἀπολογία Luc.Alex.48, τρίπους REA 96.1994.189 (Estratonicea III a.C.), cf. Ath.198c
    2 KB (270 words) - 13:10, 13 March 2021
  • τοὺς ὀδόντας Ael.NA6.56. 4 occasion, excuse, pretext, οὕτω γὰρ ἂν αὐτοῖς ἡ ἀπολογία προαναιροῖτο καὶ ἡ πρώτη ὑ. τῆς ἐθελοδουλείας Luc.Merc.Cond.5; τοιαύτης
    33 KB (2,903 words) - 21:20, 31 January 2022
  • απέμεινε άναυδος, αποσβολωμένος, σαστισμένος αρχ. αυτός που δεν επιδέχεται απολογία, ο αδικαιολόγητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    503 bytes (43 words) - 16:25, 26 March 2021
  • -ή, -ό (AM ἀπολογητικός, -ή, -όν) κατάλληλος για απολογία νεοελλ. 1. σχετικός με την απολογία 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ Ἀπολογητική ο τομέας της Συστηματικής
    679 bytes (58 words) - 06:21, 29 September 2017
  • заступничество = τιμωρία, τιμωρίη, ἀπολογία, τιμώρημα, προηγορία, ἐξαίτησις, παραίτησις * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    178 bytes (43 words) - 17:38, 18 October 2019
  • εὐάφορμος, -ον (Μ) 1. πρόσφορος, έτοιμος («εὐάφορμος ἀπολογία», Ακροπ. Γ.) 2. αυτός που γίνεται με καλή αφορμή, που εύκολα μπορεί να δικαιολογηθεί, εύλογος
    886 bytes (57 words) - 06:32, 29 September 2017
  • geschrieben. ἐξαπολογία: ἡ, ἐπιγραφὴ τριῶν λόγων τοῦ Ἀντιφῶντος, δευτέρα ἀπολογία, ἀνταπάντησις· ἀλλ’ ὁ Βεκκῆρος γράφει διῃρημένως ἐξ ἀπολογίας (τὴν γραφὴν
    1 KB (90 words) - 12:17, 9 January 2022
  • оправдание = ἀποψήφισις, ἀπολογία, ἀπολογισμός, δικαίωσις, σκῆψις, δικαίωμα * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    162 bytes (42 words) - 02:50, 14 October 2019
  • ὁδός 18, 15; auch καὶ ὀρθὴ καὶ ἀδιάφθορος ψυχή 18, 298; καὶ προσήκουσα ἀπολογία 19, 202, u. öfter κρίσις, αἰτία u. ä., bes. bei den Rednern; χάριν παρασχεῖν
    51 KB (4,813 words) - 16:55, 14 January 2022
  • {{grml |mltxt=(I) (Μ ἀπολογιάζω) απολογία 1. κατευοδώνω 2. απολύω, διώχνω 3. αποκρούω, απωθώ μσν. 1. κάνω έξωση 2. εκδιώκω, εξορίζω. (II) [[από + λογιάζω
    488 bytes (27 words) - 12:24, 8 January 2019
  • ἐπαπόλογος και αρκαδ. τ. ἐπαπύλογος, -ον (Α) επιγρ. αυτός που έχει ανάγκη από απολογία, από υπεράσπιση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    229 bytes (25 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 3.53, σοφιστικοὶ ἔλεγχοι Refutaciones sofísticas Arist.SE tít., ἔ. καὶ ἀπολογία tít. de un opúsculo de Dionysius Alexandrinus, Ath.Al.Dio.13.3 •esp. frec
    34 KB (3,418 words) - 06:45, 28 March 2021
  • πληθ. αναζήτηση 8. (αττ. δίκ.) επαγγελία (ενν. δοκιμασίας) κλήση ρήτορα σε απολογία, γιατί δημηγόρησε δημόσια, χωρίς να έχει δικαίωμα 9. (γενικά) κλήση. *
    2 KB (143 words) - 06:41, 28 March 2021
  • -ή, -ό (AM ἀπολογητικός, -ή, -όν) κατάλληλος για απολογία νεοελλ. 1. σχετικός με την απολογία 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ Ἀπολογητική ο τομέας της Συστηματικής
    2 KB (160 words) - 10:34, 20 July 2021
  • Google Translator | LSJ ăpŏlŏgĭa, æ, f. (ἀπολογία), justification : Hier. Ruf. 2, 1. apologia, ae, f. (ἀπολογία), die Verteidigung, Hieron. adv. Rufin
    591 bytes (108 words) - 23:15, 27 February 2019
  • ἀνταπολογοῦμαι (-έομαι) (Α) απολογούμαι, αποκρούω μια κατηγορία με την απολογία μου. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    191 bytes (20 words) - 16:24, 26 March 2021
  • see acquittal. pardon: P. and V. συγγνώμη, ἡ, V. σύγγνοια, ἡ. defence: P. ἀπολογία ἡ. excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ, σκῆψις, ἡ. ⇢ Look up "exculpation"
    512 bytes (46 words) - 20:31, 9 December 2020
  • ἀσφαλείη, ἀσφαλίη, πρόβολος, πρόβλημα, προβολή, θώραξ, τιμωρία, τιμωρίη, ἀπολογία, τιμώρημα, ἄμυνα, ἀλέξησις, ἄλκαρ, ἔρυμα, σκέπανον, ἄρκεσις, σκέπη, σκέπας
    1 KB (85 words) - 09:30, 15 October 2019
  • ἐπαπόλογος και αρκαδ. τ. ἐπαπύλογος, -ον (Α) επιγρ. αυτός που έχει ανάγκη από απολογία, από υπεράσπιση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    673 bytes (51 words) - 09:25, 1 January 2021
  • νέα φορολογία επιβαρύνει τον λαό») 3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την απολογία του επιβάρυνε τη θέση του») αρχ. ασκώ έντονη, βαριά πίεση πάνω σε κάποιον
    1 KB (101 words) - 09:10, 1 January 2021
  • 12.Suppl.355.7 (Tasos), AJA 19.446 (Halas III a.C.). ο (AM ἀπόλογος) απολογία, λογοδοσία μσν.- νεοελλ. απόκριση, απάντηση νεοελλ. τα τελευταία λόγια
    5 KB (423 words) - 21:00, 31 December 2020
  • v.: P. and V. βοηθεῖν (dat.); see assist. reply to charges, subs.: P. ἀπολογία, ἡ, ἀπολόγημα, τό. advocacy: P. συνηγορία, ἡ. justification: P. δικαίωμα
    2 KB (166 words) - 19:40, 9 December 2020
  • λόγος εὐτρ., επιδέξιος, δεξιοτεχνικός, αριστοτεχνικός, απολογητικός λόγος, απολογία, σε Αριστοφ.· επίρρ. -λως, με επιδεξιότητα, χωρίς αδεξιότητα ή δυσκολία
    9 KB (711 words) - 11:44, 9 January 2022
  • το (AM ἀπολόγημα) αυτό που λέγεται για απολογία, η υπεράσπιση μσν. φωνή, ένδειξη. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    202 bytes (22 words) - 06:57, 29 September 2017
  • απέμεινε άναυδος, αποσβολωμένος, σαστισμένος αρχ. αυτός που δεν επιδέχεται απολογία, ο αδικαιολόγητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (386 words) - 16:45, 26 March 2021
  • (Α ἀνταγορεύω) 1. αγορεύω εναντίον κάποιου, αποκρίνομαι στην απολογία εναγόμενου 2. αντικρούω, αντιλέγω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    257 bytes (22 words) - 06:55, 29 September 2017
  • Ra.1072. (Α ἀνταγορεύω) 1. αγορεύω εναντίον κάποιου, αποκρίνομαι στην απολογία εναγόμενου 2. αντικρούω, αντιλέγω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (163 words) - 19:15, 31 December 2020
  • ἀπολογέομαι. -η, -ο (ΑΜ εὐαπολόγητος, -ον) αυτός που εύκολα επιδέχεται απολογία (επομένως και αθώωση), αυτός για τον οποίο απολογείται κάποιος εύκολα,
    2 KB (135 words) - 17:40, 23 August 2021
  • εκ τών προτέρων με προσωπική απόφαση, πριν να ακούσω την κατηγορία ή την απολογία 2. φρ. α) «προκαταγιγνώσκω τινὸς φόνον» — αποφασίζω εκ τών προτέρων εναντίον
    8 KB (732 words) - 21:35, 30 December 2020
  • -η, -ο (ΑΜ εὐαπολόγητος, -ον) αυτός που εύκολα επιδέχεται απολογία (επομένως και αθώωση), αυτός για τον οποίο απολογείται κάποιος εύκολα, αυτός τον οποίο
    821 bytes (53 words) - 17:35, 23 August 2021
  • πληθ. αναζήτηση 8. (αττ. δίκ.) επαγγελία (ενν. δοκιμασίας) κλήση ρήτορα σε απολογία, γιατί δημηγόρησε δημόσια, χωρίς να έχει δικαίωμα 9. (γενικά) κλήση. *
    15 KB (1,556 words) - 09:41, 4 May 2022
  • the vine, κλῆρος (κλᾶρος) lot, κλῶμαξ heap of stones (s. vv.), ἀπόκλωμα. ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον H. - Quite doubtful Κλαζομεναί PlN (Anatolia), acc. to Fraenkel
    4 KB (435 words) - 18:35, 8 July 2020
  • λόγο» — αδικαιολόγητα γ. «χὠ λόγος καλὸς προσῆν», Σοφ.) 12. λογοδοσία, απολογία (α. «δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν για τις πράξεις μου» β. «λόγον...
    186 KB (17,548 words) - 15:30, 5 April 2022
  • σιτίσεως στο Πρυτανείο καθ' όλη την διάρκεια της θητείας τους. Ο Σωκράτης στην απολογία του αντέτεινε αντί της θανατικής του καταδίκης την σίτισή του στο Πρυτανείο
    34 KB (3,551 words) - 15:50, 25 July 2021
  • αναισθησιολογία, αναλογία, ανθολογία, ανομολογία, αντιλογία, απεραντολογία, απολογία, αργυρολογία, αρχαιολογία, αστειολογία, αστρολογία βαττολογία, βοτανολογία
    12 KB (494 words) - 11:20, 19 December 2018