Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἁρμόδιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • A.D.). ἁρμόδιος: -α, -ον, (ἁρμόζω) ὁ ἁρμόζων, προσαρμοζόμενος, πολλοῖς ἀνθρώπων γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται ἁρμόδιαι Θέογν. 422. ΙΙ. ἁρμόδιος, ἀνάλογος
    6 KB (476 words) - 15:09, 1 July 2020
  • Ἁρμόδιος: ὁ Гармодий (соучастник Аристогитона в убийстве Гиппарха) Her.
    155 bytes (9 words) - 17:14, 31 December 2018
  • -α, -ο (AM ἁρμόδιος, -ία, -ιον) ο κατάλληλος, ο υπεύθυνος ή ο ειδικός σε ένα θέμα αρχ. ο ταιριαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. μεταρρηματικός σχηματισμός < (θ.) αρμοδ-
    503 bytes (39 words) - 11:02, 23 December 2018
  • ἐντάξιος, ἁρμοστός, ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἐναίσιος, ἐγχωρέω, διάφορος, ἔγκαιρος, ἄρσιος, ἁρμόνιος, γνήσιος, ἐναίσιμος
    280 bytes (12 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀποδεκτός, ἀπολαυστός, ἀγανός, ἐμμελής, δεκτός, ἁρμόδιος, ἑδανός, γλυκύς, ἀρέσκω, ἀρεστός, ἀμισής, ἄφορτος, ἀρατός, ἀσπάσιος
    306 bytes (14 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἐντάξιος, ἄρτιος, ἐμμελής, ἁρμόδιος, διάφορος, δέω, ἀνάλογος, γνήσιος, ἐμπρεπής
    200 bytes (9 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἁρμοστός, ἀμφιδέξιος, ἁρμόδιος, ἐγχωρέω, ἐναίσιμος, ἐμπρεπής
    156 bytes (6 words) - 06:54, 22 August 2017
  • Nbf. zu grate (w. s.) = ἡδέως, Gloss. II, 35, 51. ἀποδεκτός, ἀγανός, ἁρμόδιος, γλυκύς, ἀκραής, ἀρεστός, ἐνήδονος, ἀσμενιστός, ἀσπαστός
    311 bytes (21 words) - 07:08, 22 August 2017
  • ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἀραρότως, ἀναλογούντως
    112 bytes (4 words) - 06:50, 22 August 2017
  • ἁρμόδιος, ἔνδικος, ἀνεπαίσχυντος
    91 bytes (3 words) - 07:00, 22 August 2017
  • Ἁρμόδιος, ὁ. Harmŏdĭus: ĭi, m., = Ἁρμόδιος, I a famous Athenian, murderer of Hipparchus, Cic. Tusc. 1, 49, 116; Plin. 7, 23, 23, § 87; Gell. 9, 2. Look
    640 bytes (93 words) - 18:38, 19 May 2020
  • για τον οποίο φροντίζει κανείς («ἀλλὰ οἱ τοῦτ’ ἧν ἐπιμελές», Ηρόδ.) 2. αρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιμελές η προσοχή, η περιέργεια
    866 bytes (69 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ο (θηλ. επιμελήτρια) (AM ἐπιμελητής) επιμελούμαι ο αρμόδιος για την επιμέλεια, την επιστασία (α. «επιμελητής αρχαιοτήτων» β. «τῶν τῆς πόλεώς εἰμ’ ἐπιμελητὴς
    2 KB (115 words) - 07:11, 29 September 2017
  • 22, 9. κατάλληλος: -ον, ὁ κείμενος ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, ἀντίστοιχος, ἀρμόδιος, πόροι «(ἀντιτιθέμενοι τοῖς παραλλάττουσιν) Ἀριστ. Προβλ. 11. 58, 3, πρβλ
    7 KB (530 words) - 12:40, 5 July 2020
  • ἔγκαιρος, -ον) 1. αυτός που γίνεται στον κατάλληλο χρόνο, επίκαιρος 2. αρμόδιος, κατάλληλος μσν.- νεοελλ. (για καρπούς) 1. ώριμος, γινωμένος 2. φρέσκος
    461 bytes (38 words) - 06:28, 29 September 2017
  • λύραν ἐπίτειν' ἕως ἂν ἁρμόσῃ Macho 2.9. [Seite 355] (ἄρω, ἅρμα, ἁρμός, ἁρμόδιος), attisch praes. meist ἁρμόττω; fügen, ordnen, passen. – Hom. viermal:
    53 KB (4,950 words) - 14:30, 3 July 2020
  • μέτρα καὶ ῥυθμοὺς ἐναρμόσασα», Πλούτ.) 3. φρ. «ἐφαρμόζω ἐπί τινος» — είμαι αρμόδιος, σχετικός με κάτι 4. παθ. ἐφαρμόζομαι (για γεωμετρικά σχήματα) συνταυτίζομαι
    3 KB (183 words) - 12:26, 15 February 2019
  • führend, dah. zweckmäßig, τέλος σκοπιμώτατον, Sp. σκόπιμος: -ον, (σκοπὸς) ὁ ἁρμόδιος πρός τινα σκοπόν, Εὐστ. Πονημάτ. 13. 28, κτλ. -η, -ο / σκόπιμος, -ον
    2 KB (132 words) - 12:10, 1 July 2020
  • ἐργαζόμενος, «μαστορικά», Ἀνθ. Π. 1. 106· ― ὡσαύτως σοφουργικός, ή, όν, ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο, Ἐκκλ. -όν, Α αυτός που εργάζεται επιδέξια, με μαστοριά («τοῡ
    841 bytes (55 words) - 06:08, 31 December 2018
  • Sch.), Pl. 150, 1067, Lys.1.12, X. Cyr.5.2.28, etc. :—Pass., πειραθεὶς ὁ Ἁρμόδιος ὑπὸ Ἱππάρχου Th.6.54, cf. Pl. Phdr.227c ; v. infr. B. IV, cf. πεῖρα 11
    55 KB (5,757 words) - 14:55, 5 July 2020
  • κοσμεῖν… οἰκοδομήμασιν εὐπρεπέστερα Πλάτ. Νόμ. 761C. 2) ἀρμόζων, πρέπων, ἁρμόδιος, ἄνδρα δ’ εὐπρεπέστερον (δηλ. ἐξελθεῖν ἐστι) Αἰσχύλ. Χο. 664, κτλ.· οὐ
    11 KB (798 words) - 16:10, 4 July 2020
  • ο, Ν εισπράκτορας αρμόδιος να εισπράττει δημόσιους φόρους ή δημοτικά τέλη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    170 bytes (20 words) - 12:56, 29 September 2017
  • ο (Α ἐλεγκτής) νεοελλ. υπάλληλος αρμόδιος να ελέγχει τη διαχείριση, τα πεπραγμένα άλλων υπαλλήλων («εφορειακός ελεγκτής, τελωνειακός κ.λπ.») αρχ. ο ελεγκτήρ
    363 bytes (31 words) - 07:08, 29 September 2017
  • sufficiency, παίδων Id.Lg.930c. ἱκανότης: -ητος, ἡ, τὸ νὰ εἶναί τις ἱκανός, ἁρμόδιος, πρόσφορος, Πλάτ. Λῦσ. 215Α. ΙΙ. ἐπάρκεια, ἐπαρκὴς ἀριθμός, παίδων δὲ ἱκανότης
    3 KB (235 words) - 15:18, 1 July 2020
  • πιλημάτων ἢ πίλων, ὁ αὐτ. Α΄, 171· ― πιλοποιϊκὸς καὶ -ποιητικός, ή, όν, ἁρμόδιος πρὸς πιλοποιίαν, ὕδωρ Γαλην.· ἡ πιλοποιητική, ἡ τέχνη τοῦ πιλοποιοῦ, Πολυδ
    1 KB (74 words) - 18:35, 1 July 2020
  • u. Sp., wie Plut.; τινός, Arist. probl. 11, 39. ῥυπτικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος πρὸς κάθαρσιν ἀπὸ ῥύπου, ἀπὸ ἀκαθαρσίας, ῥυπτικωτάτη κόνις Πλούτ. 2. 697Α·
    3 KB (228 words) - 15:47, 1 July 2020
  • ; ἡ -κή (sc. τέχνη), magical art, Poll.7.209. μαγγᾰνευτικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς μαγγανείαν, κτλ.· ἡ -κὴ (ἐνν. τέχνη), γοητεία, ταχυδακτυλουργική,
    1 KB (91 words) - 10:45, 1 July 2020
  • -ή, -ό (AM ἑρμηνευτικός, -ή, -όν) ερμηνευτής 1. αυτός που ερμηνεύει ο αρμόδιος για ερμηνεία («ερμηνευτικά σχόλια») 2. φρ. «ερμηνευτική δύναμη» — η δύναμη
    855 bytes (67 words) - 07:13, 29 September 2017
  • Sp., wie Plut. u. oft S. Emp. πληκτικός: -ή, -όν, (πλήσσω) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς πλῆξιν ἢ κτύπημα, πλ. θήρα, ἡ διὰ κάμακος ἁλιεία, Πλάτ. Σοφ. 200C·
    7 KB (519 words) - 15:30, 2 July 2020
  •    A v.l. for ἀγωνιστικός, D.H.Rh.6.6. ἀγωνικός: -ή, -όν, ὁ εἰς ἀγῶνα ἁρμόδιος ἢ ἐπιτήδειος, Διον. Ἁλικ. ῥητ. 6. -ή, -όν • Alolema(s): ἀγονιϙóς Graff
    1 KB (102 words) - 11:46, 21 August 2017
  • ευτρεπίζω μσν. μέσ. εὐπρεπίζομαι 1. είμαι προικισμένος με κάτι 2. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. παθ. είμαι δεκτός, ευπρόσδεκτος. Αναζήτηση σε: Google
    516 bytes (35 words) - 06:39, 29 September 2017
  • παρασκευάζω, ετοιμάζω 5. κάνω κάτι σύμφωνα με την προτίμηση κάποιου 6. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος, έτοιμος, ευχάριστος II. (μτχ.) ἀρηρώς κ. ἀραρώς, -υῑα, -ός
    2 KB (137 words) - 10:50, 23 December 2018
  • zum Wiederherstellen geschickt. ἀνασκευαστικός: -ή, -όν, ὁ κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος πρὸς ἀνασκευὴν ἢ ἀναίρεσιν, ἐν τῇ λογικῇ, ἀνασκευαστικοὶ τόποι Ἀριστ. Τοπ
    3 KB (219 words) - 14:05, 5 July 2020
  • 1220, ἴδε ἐν λέξ. βορά. ΙV. ἀντίθετ. τῷ ξένος, ὁ πρέπων εἴς τι πρᾶγμα, ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, οὔτε ... καλὸν οὐδὲν οὐδ’ οἰκήιον Ἡρόδ. 3. 81,
    37 KB (3,279 words) - 14:55, 5 July 2020
  • ἠθικαί, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 16. 2) λογικός, εὔλογος, Πολύβ. 25. 9, 2. 3) ἁρμόδιος εἰς λογικὴν σκέψιν ἢ συζήτησιν, οἱ λ. διάλογοι, τοῦ Πλάτωνος, οἷοι ὁ Θεαίτητος
    12 KB (1,083 words) - 17:30, 1 July 2020
  • – Auch adv., Rhett. θετικός: -ή, -όν, ἔχων ἱκανότητα εἰς τὸ τιθέναι, ἁρμόδιος εἰς τὸ θέτειν, ὀνομάτων θ., εὐφυὴς εἰς τὸ δίδειν ὀνόματα, Διον. Ἁλ. π.
    10 KB (744 words) - 09:45, 1 July 2020
  • ineptus, Θεοφρ. Χαρ. 12· ἀκ. καὶ λάλος, Ἀλκίφρ. 3. 62. 2) μετ᾿ ἀπαρ., οὐχὶ ἁρμόδιος ὅπως πράξῃ τι, Ξεν. Ἱππαρχ. 7. 6, κατὰ συγκρ. ος, ον : 1 qui vient ou
    10 KB (856 words) - 15:15, 4 July 2020
  • ἁρμόδιος
    37 bytes (1 word) - 06:48, 22 August 2017
  • Theophr., Diosc. χᾰρᾰκίας: -ου, ὁ, (χάραξ) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς χάρακα, ἁρμόδιος εἰς κατασκευὴν χαρακώματος, εἶδος καλάμου, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 11. 1
    3 KB (170 words) - 16:19, 1 July 2020
  • Füttern, Mästen gehörig, geschickt (?). χορταστικός: -ή, -όν, (χορτάζω) ἁρμόδιος εἰς τὸ χορτάζειν, χορταστικὸς ὡς καὶ νῦν, ἴδε καπανικός. -ή, -ό / χορταστικός
    1 KB (70 words) - 17:40, 1 July 2020
  • δύνασθαι λοιδορούμενον φέρειν Φιλήμων ἐν «Ἐπιδικαζομένῳ» 1· - ἁρμόζων, ἁρμόδιος, εὐάρμοστος, πρόσφορος, κατάλληλος, Πλάτ. Νόμ. 729C. - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ
    17 KB (1,475 words) - 15:25, 4 July 2020
  • εντεταλμένος να παραγγέλλει και να παρακολουθεί την εκκίνηση των δρομέων αρχ. ο αρμόδιος να εκσφενδονίζει στη μάχη πέτρες με ειδική μηχανή. Αναζήτηση σε: Google
    387 bytes (36 words) - 07:00, 29 September 2017
  • attractions, SIG685.70 (Crete, ii B. C.). ἀποδεικτικός: -ή, -όν, κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος πρὸς ἀπόδειξιν, ὁ ἀποδεικνύων, ὁ ἀποδεικτικὸς συλλογισμὸς Ἀριστ. Ἀναλυτ
    5 KB (415 words) - 12:30, 1 July 2020
  • ως ουσ. τὸ ἐπιεικές α) επιείκεια, συγκαταβατικότητα β) αγαθότητα αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος («τύμβον δ’ οὐ μάλα πολλόν... ἀλλ’ ἐπιεικέα τοῖον», Ομ. Ιλ
    2 KB (161 words) - 06:41, 29 September 2017
  • 1272] trocknend, abmagernd, Arist. probl. 5, 40. ἰσχναντικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ἴχνανσιν, Ἀριστ. πρβλ. 5. 40, 4. ἰσχναντικός, -ή, -όν (Α) ισχναίνω
    1 KB (62 words) - 15:40, 1 July 2020
  • B. οἶκος, K. S.; τὸ εὐκτήριον, Beifall, ibd. εὐκτήριος: -ον, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς προσευχήν, εὐκτήριος οἶκος Συλλ. Ἐπιγρ. 8638, Εὐσέβ. Π. 928Α, Βασίλ
    2 KB (168 words) - 14:10, 30 June 2020
  • προτρεπτικός entgeggstzt Rhett. gr. IV, 60. ἀποτρεπτικός: -ή, -όν, ἐπιτήδειος, ἢ ἁρμόδιος ὅπως ἀποτρέψῃ, τινὸς Διοσκ. 1. 89, Ψευδο-Λουκ. Φιλόπατρ. 8· ἀπ. εἶδος τῶν
    2 KB (209 words) - 14:15, 1 July 2020
  • Themist. – Adv., Aristaen. 1, 15. ἔγκαιρος: -ον, ὁ εἰς κατάλληλον καιρόν, ἁρμόδιος, Πλάτ. Πολιτ. 282Ε, Νόμ. 928Α. -ον • Grafía: en inscr. graf. ἐνκ- 1
    3 KB (269 words) - 09:50, 30 June 2020
  • 7, 10 Oec. 5, 10; Luc. u. a. Sp. πρεπώδης: -ες, (εἶδος) κατάλληλος, ἁρμόδιος, ἁρμόζων, ὡς ἡ μετοχ. πρέπων, Ἀριστοφ. Πλ. 793· μετὰ δοτ., αὐτόθι 797·
    3 KB (223 words) - 15:54, 4 July 2020
  • ἐπηβόλους», Αισχύλ. β. «οὐ γὰρ νηὸς ἐπήβολο γίγνομαι οὐδ' ἐρετάων», Ομ. Οδ.) 3. αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. 1. ικανός, επιδέξιος 2. προσιτός, εκείνος τον οποίο μπορεί
    1 KB (70 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ἐκπορίζεσθαι ἃ πρόσφορα ἦν Θουκ. 1. 125, πρβλ. 7. 62· ὅθεν, 2) κατάλληλος, ἁρμόδιος, ἄξιος, Πινδ. Ν. 3. 54., 8. 82, κτλ. (ἴδε ἐν λέξ. ἀνηγέομαι)· μετὰ δοτ
    15 KB (1,343 words) - 14:55, 4 July 2020
  • εμπειρογνώμων, ο, η πραγματογνώμων, ειδικός, που λόγω τών προσόντων του θεωρείται αρμόδιος να εκφέρει γνώμη για ειδικό ζήτημα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    278 bytes (29 words) - 06:29, 29 September 2017
  • διαιρετικῶς λέγειν, Plut. reip. ger. pr. 6. διαιρετικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς διαίρεσιν, ὃν δύναταί τις νὰ διαιρέσῃ, Πλάτ. Σοφ. 226C. 2) ἱκανὸς νὰ
    8 KB (670 words) - 17:11, 1 July 2020
  • φύλαξη δημόσιων εγγράφων μσν.-αρχ. δικαστικός υπάλληλος ο οποίος είναι αρμόδιος για τη σύνταξη τών συμβολαίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμβόλαιο(ν) + -γράφος]. Αναζήτηση
    2 KB (124 words) - 19:55, 28 June 2020
  • ; – gedankenreich, Arist. poet. 24. διανοητικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς σκέψιν, τοῦ νοῦ, ἡ δ. κίνησις Πλάτ. Τιμ. 89Α· ἀρετὴ δ., ἀντίθ. τῷ ἠθική
    7 KB (615 words) - 15:09, 30 June 2020
  • ἀκόλουθος PLond.ined. 2089 (iii B.C.). ἡγεμονικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἡγεμόνα, ἕτοιμος, ἐπιτήδειος πρὸς ὁδηγίαν, πρὸς τι Ξεν. Ἀπομν. 2. 3
    7 KB (548 words) - 18:10, 1 July 2020
  • ἐφαρμόσσειε, «εἰ ἐφαρμόζοιεν αὐτῷ τὰ ὅπλα» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Τ. 385. 2) εἶμαι ἁρμόδιος ἢ δύναμαι νὰ προσαρμοσθῶ εἴς τι, τινι Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 32, 2, Πολιτικ
    14 KB (1,152 words) - 18:07, 4 July 2020
  • -α, -ο, Ν αρμόδιος ο μαζί με άλλον ή άλλους αρμόδιος («συναρμόδια υπουργεία»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    343 bytes (44 words) - 12:39, 29 September 2017
  • Gemeinde sollen einen Eid leisten. γερούσιος: -α, -ον, ὁ προωρισμένος ἢ ἁρμόδιος διὰ τοὺς γέροντας, γ. οἶνος, ὃν πίνουσι μόνον οἱ ἀρχηγοί, Ἰλ. Δ. 259· γ
    4 KB (338 words) - 17:50, 30 June 2020
  • Νόμ. 655Α, Κρατ. 405Α. ΙΙ. ἐπὶ ἀνθρώπων, ὁ καλῶς συμμορφούμενος εἴς τι, ἁρμόδιος, ἐπιτήδειος, πρὸς ἅπαντα Ἰσοκρ. 239C· εὐάρμ. ἑαυτὸν ἐν πᾶσι παρέχειν Πλάτ
    5 KB (380 words) - 18:40, 1 July 2020
  • Ῥωμαίων, Plut. Pomp. 37; – auch adv., Plut. παροξυντικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς τὸ προτρέπειν, παροτρύνει, εἴς τι Ξενοφ. Κύρ. 2. 4, 29· πρός τι Δημ
    5 KB (402 words) - 13:41, 1 July 2020
  • τινός, Sezt. Emp. adv. math. 8, 165. ἐκκαλυπτικός: -ή, -όν, κατάλληλος, ἁρμόδιος πρὸς ἐκκάλυψιν, μετὰ γεν., Σέξτ. Ἐμπ. 11. 2 101. ― Ἐπίρρ. -κῶς, αὐτόθι
    2 KB (135 words) - 18:25, 1 July 2020
  • Angemessene, der ἀκαιρία entgeggstzt, Plat. Polit. 305 d. ἐγκαιρία: ἡ, ἁρμόδιος καιρός, ἀντίθετον τῷ ἀκαιρία, Πλάτ. Πολιτ. 305D. -ας, ἡ • Alolema(s):
    1 KB (88 words) - 14:35, 29 June 2020
  • machen, Vitr.; vgl. Anthol. XIV, 139. γνωμονικός: -ή, -όν, (γνώμων Ι) ἁρμόδιος ὅπως παράσχῃ κρίσιν, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2,10· πεπειραμένος, ἔμπειρος ἔν τινι
    6 KB (521 words) - 17:32, 30 June 2020
  • aus Daktylen bestehend, ῥυθμός Longin. δακτῠλικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὸν δάκτυλον, Λατ. digitalis· αὐλὸς δ., αὐλὸς ὃν ἔπαιζον διὰ τῶν δακτύλων
    5 KB (476 words) - 16:10, 30 June 2020
  • δικαιολογημένος, δίκαιος («ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος», Θουκ.) αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος 2. αξιέπαινος, επαινετός («καὶ κατορθώσασι γὰρ εὔλογόν (ἐστι)»
    3 KB (176 words) - 06:42, 29 September 2017
  • 16· Ἰων. -εώτερος, -εώτατος, Ἡρόδ. 9. 2., 1. 110, κ. ἀλλ. (ἐπιτηδές): ― ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, γῆ, χώρα Ἡρόδ. κλ. ‒― Σύνταξις: ἐπιτήδειος ἔς τι
    24 KB (2,152 words) - 16:05, 4 July 2020
  • πάντες ἐναίσιμοι ὄρνιθες αὐτόθι 182· ἰδίως ἐπὶ καλῆς σημασ., πρόσφορος, ἁρμόδιος, ἐπιτήδειος, Λατ. opportunus, ἐπὶ οἰωνῶν, ἐναίσιμα σήματα φαίνων, εὐσύμβολα
    13 KB (1,112 words) - 12:45, 30 June 2020
  • ἀνόητος καὶ φορτικός Plut. Alc. 3 l. φορτῐκός: -ή, -όν, (φόρτος)· ― κυρίως, ἁρμόδιος πρὸς μεταφορὰν φορτίων, πλοῖον φ., φορτηγόν, Δίων Κ. 56. 27. ― Ὁ Πολυδ
    15 KB (1,256 words) - 15:45, 4 July 2020
  • onis, Akk. onem u. ona, m. (Ἀριστογείτων), I) ein Athener, mit Harmodius (Ἁρμόδιος) Mörder des Pisistratiden Hipparchus, als Urheber der demokratischen Freiheit
    897 bytes (109 words) - 09:07, 15 August 2017
  • [Seite 743] ή, όν, einführend, Clem. Al. εἰσηγητικός: ἁρμόδιος εἰς εἰσήγησις, τινὸς Κλήμ. Ἀλ. 22. -ή, -όν inductor εἰ. τρόπος ἀπάτης Clem.Al.Prot.2
    872 bytes (72 words) - 07:06, 29 September 2017
  • scherzweis, scherzhaft, Sp. παικτός: -ή, -όν, πρὸς ὃν δύναταί τις νὰ παίξῃ, ἁρμόδιος πρὸς εὐθυμίαν καὶ παιγνίδια, Ἐκκλ. παικτός, -ή, -όν (ΑΜ) παίζω 1. αυτός
    906 bytes (75 words) - 12:12, 29 September 2017
  • γένοιντο ἐμμελέστεροι αὐτόθι 121Β· οὕτω, ἐμμελὴς πολιτεία Πλούτ. Πελοπ. 19. β) ἁρμόδιος, κατάλληλος, προσήκων, κριτὴς Πλάτ. Νόμ. 876D· ἐμμελὴς ἐπί τι Πλουτ. Λούκουλ
    20 KB (1,771 words) - 16:00, 4 July 2020
  • ἀλλήλοις περὶ ἀνδραγαθίας ἀντεποιοῦντο X.An.5.2.11, ὁ Ἀριστογείτων ἐκεῖνος καὶ Ἁρμόδιος οὐ διὰ τὸ γένος ἐτιμήθησαν ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνδραγαθίαν Is.5.47, ἐν δὲ κινδύνοις
    5 KB (469 words) - 15:33, 4 July 2020
  • adv. avec de justes proportions, convenablement. Étymologie: ἁρμόδιος. ἁρμοδίως: надлежащим образом, справедливо (προσφιλῶς πᾶσι καὶ ἁ. ποιεῖσθαι τι
    312 bytes (19 words) - 17:12, 31 December 2018
  • [Seite 4] κύων, ὁ, zur Hasenjagd geeignet, Sp. λαγωϊκός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς θήραν λαγωῶν, Achmes Ὀνειρ. 279. λαγωϊκός, -ή, -όν (Μ) λαγώς αυτός
    437 bytes (40 words) - 07:29, 29 September 2017
  • seeräuberisch, νῆες, Plut. Pomp. 45 u. a. Sp. πειρᾱτικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς πειρατείαν, Ἀχιλλ. Τάτ. 2. 17· ὁ ἀνήκων εἰς πειρατάς, Πλουτ. Πομπ.
    4 KB (277 words) - 13:43, 1 July 2020
  • δημηγορία, rhet. 1, 1. – Adv., Poll. 4, 26. δημηγορικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος πρὸς δημοσίαν ἀγόρευσιν ἔχων τὴν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα. Ξεν. Ἀπομν. 1. 2
    6 KB (522 words) - 14:30, 4 July 2020
  • - ἡ λεκτικὴ (δηλ. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ ὁμιλεῖν, Πλάτ. Πολιτικ. 305D. ΙΙ. ἁρμόδιος εἰς τὴν ὁμιλίαν, οἱ λ. τῶν λόγων, οἱ συντεταγμένοι εἰς κοινὸν τῆς συνηθείας
    6 KB (506 words) - 17:20, 1 July 2020
  • όν,    A for quarrying stones, σίδηρος D.S.3.12. λᾱτομικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ἐξαγωγὴν λίθων, σίδηρος Διόδ. 3. 12. -ή, -ό (Α λατομικός, -ή, -όν)
    1 KB (63 words) - 10:50, 1 July 2020
  • προσήκοντα καιρὸν ἢ κατὰ τὴν προσήκουσαν ἐποχὴν φαινόμενος, ἄνθη Ἀλκίφρων 3. 16· ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, χειμῶνος ὥρα ἦν, καὶ πῦρ ἐξέκαυσε τῇ ὥρᾳ σύγκαιρον
    2 KB (136 words) - 14:46, 1 July 2020
  • Benetzen, Anfeuchten geschickt, bei Ath. II, 59 b. ὑγραντικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ὕγρανσιν, τῆς ἕξεως Δίφιλ. Βίον. παρ’ Ἀθην. 59Β, πρβλ. Κλήμ. Ἀλ. 215
    1 KB (75 words) - 15:45, 1 July 2020
  • («ευάρμοστο ζεύγος νεονύμφων») αρχ. 1. αυτός που συμμορφώνεται εύκολα σε κάτι 2. αρμόδιος, επιτήδειος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐάρμοστον η ευαρμοστία. επίρρ... ευαρμόστως
    1 KB (76 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἑστιᾶν, hochzeitlich bewirthen, Eth. 4, 2. γαμικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς γάμον, νόμοι Πλάτ. Νόμ. 712Α · γ. ὁμιλία, ἡ σαρκικὴ μῖξις, Ἀριστ. Πολ
    8 KB (785 words) - 14:25, 4 July 2020
  • υπάλληλος, που εκτελεί βοηθητικές εργασίες α) «δικαστικός κλητήρας» — υπάλληλος αρμόδιος για την κοινοποίηση δημόσιων εγγράφων, δικογράφων, κλήσεων προς τους μάρτυρες
    2 KB (131 words) - 07:24, 29 September 2017
  • κολληθεὶς ὡς ὑπὸ τέκτονος, Σοφ. Τρ. 768. ΙΙ. μεταφ., καλῶς ἁρμοζόμενος, ἁρμόδιος, ὅπως ἂν ἀρτίκολλα συμβαίνῃ τάδε, ὅπως ἀποβαίνωσιν ἀκριβῶς ὅπως πρέπει
    5 KB (343 words) - 16:26, 1 July 2020
  • (ἐνν. τέχνη), κανόνες περὶ ὑγιεινῆς διαίτης, Ἱππ. 405. 42. ΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς διαιτητήν· λόγος δ., κρίσις ὑπὸ διαιτητῶν, Στράβων 461. -ή, -όν 1
    4 KB (338 words) - 16:10, 30 June 2020
  • προσαρμοζόμενος, Ἥρων ἐν Ἀρχ. Μαθημ. σ. 116· κατά τι Πολύβ. 22. 11, 15· ἁρμόδιος, κατάλληλος, καί μοι λέγειν τοῦτ’ ἔστιν ἀρμοστόν Φιλήμ. Παρ’ Ἀθην. 569D
    3 KB (281 words) - 09:10, 30 June 2020
  • ὁ τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ εἰς τὸν αὐτοκράτορα ἀνήκων, ἢ διὰ τὸν αὐτοκράτορα ἁρμόδιος, Διον. Ἁλ. 8. 59. 2) ἐλεύθερος, αὐτεξούσιος, Κλήμ. Ἀλ. 434. ‒ Ἐπίρρ. -κῶς
    3 KB (283 words) - 14:10, 4 July 2020
  • 3) ἀνημμένος, λαμπὰς Ἀνθ. Π. 6. 100˙ βωμὸς αὐτόθι 10. 7. ΙΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς θυσίαν διὰ πυρός, ὀρθοστάται Εὐρ. Ἑλ. 547. 2) ὡς οὐσιαστ., ἔμπυρα (ἐνν
    18 KB (1,709 words) - 15:01, 4 July 2020
  • διατεθειμένος, ἔχων κλίσιν νά, ἐπίφορος ῥέπειν πρός τι Ἱππ. π. Ἄρθρ. 792· ἁρμόδιος, κατάλληλος, εἴς τι Λογγῖν. 5. 1· ἀπολ., λάγνος, ἀκόλαστος. Ἱππ. 1280.
    7 KB (584 words) - 16:05, 1 July 2020
  • αὐλητικός: -ή, -όν, (αὐλος) ὁ τοῦ αὐλοῦ, ὁ εἰς τὸν αὐλόν ἀνήκων, κατάλληλος ἤ ἁρμόδιος δι’ αὐλόν, ἤ αὐλητάς μέν οὐ νομίζει, αὐλητικά δέ πράγματα; Πλάτ. Ἀπολ.
    5 KB (521 words) - 15:50, 1 July 2020
  • ἡ ἐξέλκυσις αὐτῶν, Εὐστ. 464. 41· ἐπίθ. βελουλκικός, ή, όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς βελουλκίαν, Παῦλ. Αἰγ. 6. 88. -οῦ, ὁ 1 instrumento para la extracción
    2 KB (139 words) - 17:42, 30 June 2020
  • ο ειδικός γιατρός ή υπάλληλος αρμόδιος για τη διαπίστωση του θανάτου και τών αιτίων του μετά από εξωτερική νεκροψία του νεκρού, που εκδίδει και τη σχετική
    803 bytes (57 words) - 11:55, 29 September 2017
  • Θεογ. 593. πρβλ. Ruhnk. Ep. Cr. σ. 83. ΙΙ. χρήσιμος, ὠφέλιμος, πρόσφορος, ἁρμόδιος, κατάλληλος, καλός, μετὰ δοτικ., κούρῃ οὐ σύμφορός ἐστιν ἕκτη, ἡ ἕκτη ἡμέρα
    14 KB (1,379 words) - 16:10, 4 July 2020
  • ἐμπορικῶς, kaufmännisch, Strab. VIII p. 376. ἐμπορικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἐμπόριον, ὡς καὶ νῦν, οἶκος Στησίχ. 78˙ ἐμπ. τέχνη ἢ ἐμπορικὴ μόνον
    11 KB (1,157 words) - 14:13, 4 July 2020
  • 1050· εὐήρ. σκάφη Πλουτ. Ἀντών. 65: - καθόλου, εὐήρ. πρὸς τὴν χρείαν, ἁρμόδιος, ἁρμόζων..., Ἱππ. 19. 52· εὐ. τεύχη Χρησμ. παρὰ Παυσ. 4. 12, 4· εὐ. ἵππος
    5 KB (373 words) - 16:25, 1 July 2020
  • καὶ προσφυέστερον αὐτόθι 67Α. ΙΙ. ὁ φυσικῶς ἀνήκων εἴς τινα, ἐκ φύσεως ἁρμόδιος ἢ κατάλληλος πρός τι, Πλάτ. Ἐπιστ. 344Α, Διον. Ἁλ. π. Θουκ. 5· μετ’ ἀπαρ
    9 KB (717 words) - 14:20, 4 July 2020
  • πραγματεία περὶ στρατηγίας, Διογ. Λ. 5. 80. ΙΙ. ἀπὶ προσώπων, ἐπιτήδειος ἢ ἁρμόδιος εἰς στρατηγίαν, πεπειραμένος εἰς τὸ στρατηγεῖν καὶ πεπαιδευμένος, Πλάτ
    13 KB (1,082 words) - 15:35, 4 July 2020
  • -ια, -ιο (AM ἀναρμόδιος, -ον) ο μη αρμόδιος, ακατάλληλος, ανίκανος για κάτι νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει δικαίωμα να εκτελέσει κάτι ή να αποφανθεί για
    470 bytes (45 words) - 06:53, 29 September 2017
  • -ο (AM ἐξαγγελτήριος, -ον) εξαγγελτικός, αυτός που μεταδίδει αγγελία ή αρμόδιος για εξαγγελία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    222 bytes (25 words) - 07:09, 29 September 2017
  • ὁ, Α αξιωματούχος που ήταν αρμόδιος για τον εφοδιασμό περιοχής με σιτάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + -θέτης (< τίθημι), πρβλ. νομο-θέτης. Αναζήτηση σε: Google
    436 bytes (28 words) - 12:29, 29 September 2017
  • οὐδεὶς οὐδὲ ἱερεύσιμός ἐστι Plut. Symp. 8, 8, 3. θύσῐμος: -ον, (θύω) ἁρμόδιος εἰς θυσίαν, κτήνεα Ἡρόδ. 1. 50, Ἀριστοφ. Ἀχ. 784, κτλ. ος, ον : propre
    2 KB (176 words) - 14:35, 4 July 2020
  • Ἱστ. 6. 7, 2· εἴς τι Πλουτ. Νουμ. 19. ΙΙ. φαίνομαι κατάλληλος, προσήκων, ἁρμόδιος, τὰ μὴ προσεικότα, πράγματα ἀνάρμοστα, Σοφ. Φιλ. 903· οὕτως, ἔξωρα... κοὐκ
    7 KB (583 words) - 17:55, 4 July 2020
  • -ή, -ό ανακριτής ο σχετικός με την ανάκριση ή ο αρμόδιος για τη διεξαγωγή της. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    180 bytes (24 words) - 06:53, 29 September 2017
  • οφειλόμενο ποσό στον αποδέκτη γ. «εκδότης εντάλματος, διαβατηρίου κ.λπ.» — ο αρμόδιος υπάλληλος ή η αρμόδια αρχή για την έκδοσή τους 4. «εκδότης εισιτηρίων»
    2 KB (141 words) - 07:07, 29 September 2017
  • μ. πρὸς τοὺς ὑπηκόους, πρᾶος, ἤπιος πρός..., Θουκ. 1. 77. 4) ἀνάλογος, ἁρμόδιος, μισθὸς μ. τοῖς σώφροσι Πλάτ. Τίμ. 18Β· μ. λόγοι Ξεν. Συμπ. 8, 3. ― Καθ’
    36 KB (3,159 words) - 16:10, 4 July 2020
  • 927 e; λόγος D. Hal. iud. de Lys. 20. ἐπιτροπικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἐπίτροπον, ἐπ. νόμοι, νόμοι περὶ ἐπιτροπείας, Πλάτ. Νόμ. 927Ε· ἐπ.
    3 KB (205 words) - 15:38, 1 July 2020
  • οὐδὲ ἱερεύσιμός ἐστιν Plut. Symp. 8, 8, 3. ἱερεύσιμος: -ον, κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος εἰς θυσίαν, Πλούτ. 2. 729C. ος, ον : propre au sacrifice. Étymologie:
    1 KB (94 words) - 15:40, 1 July 2020
  • 371] ή, όν, die Berge durchwandernd, Clem. Al. ὀρειβᾰτικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος πρὸς διάβασιν ὀρέων, Κλήμ. Ἀλ. 240. -ή, -ό (Α ὀρειβατικός, -ή, -όν) ορειβάτης
    837 bytes (69 words) - 12:10, 29 September 2017
  • translation of Lat. Cibullius, Lyd.Mens.4.1. εὐωχιαστικός: -ή, -όν, κατάλληλος, ἁρμόδιος πρὸς εὐωχίαν, Ἰανὸν κήνουλον (caenulum), οἷον εὐωχιαστικὸν Ἰω. Λυδ. π.
    888 bytes (47 words) - 07:15, 29 September 2017
  • umarbeitend, τέχνη, D. L. 3, 100. μετασκευαστικός: -ή, -όν, ἐπιτήδειος ἢ ἁρμόδιος εἰς τὸ μετασκευάζειν, ἐπὶ τέχνης, ἡ χαλκευτικὴ καὶ ἡ τεκτονικὴ μετασκευαστικαί
    1 KB (96 words) - 11:00, 1 July 2020
  • Salben gehörig, geschickt (?). μῠριστικός: -ή, -όν, ὁ πρὸς τὸ μυρίσαι ἁρμόδιος, εὐώδης, Ἀέτ. 1, σ. 9b, 39. -ή, -ὁ (ΑΜ μυριστικός, -ή, -όν, Μ ουδ. και
    2 KB (139 words) - 17:30, 28 June 2020
  • the indictment, Sch.AristId.p.441D. ἀντιγραφικός: -ή, -όν, κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος πρὸς ἀντιγραφήν, Σχόλ. εἰς Ἀριστείδ. ἔκδ. Δινδορφ. σ. 441. -ή, -όν referente
    1 KB (89 words) - 15:28, 1 July 2020
  • Paus. 8, 42; τὸ κρυπτήριον, Sp., der Schlupfwinkel. κρυπτήριος: -α, -ον, ἁρμόδιος πρὸς ἀπόκρυψιν, κρυπτήριον ἄντρον Χρησμ. παρὰ Παυσ. 8. 42, 6· κρυπτήριον
    2 KB (114 words) - 10:35, 1 July 2020
  • Sol. 12; καὶ μανεικὸς βίος, Plat. Phaedr. 248 d. τελεστικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος εἰς τέλεσιν ἢ ἐκτέλεσιν, Ἀριστ. Φυσιογν. 6. 44. 2) κατάλληλος πρὸς μύησιν
    5 KB (353 words) - 14:46, 1 July 2020
  • νομοθετικὴ (ἐξυπακ. τέχνη) ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 464C, 520B, κ. ἀλλ. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἁρμόδιος εἰς τὸ νομοθετεῖν, Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 10. 9, 17. ή, όν : habile à faire
    4 KB (283 words) - 17:20, 1 July 2020
  • καλὸς καιρὸς, Πλουτ. Λυκοῦργ. 29, Ἀππ. Καρχηδ. 120. 2) μεταφορ. (ὥρα Β) ἁρμόδιος, κατάλληλος, προσήκων, ὡραίων τυχεῖν = νομίμων τυχεῖν, Εὐρ. Ἱκ. 175· οὕτως
    25 KB (2,260 words) - 12:35, 5 July 2020
  • (α. «πρὸς οἰκείας χερός» — με το ίδιο του το χέρι β. «οἰκεῑα κακά») 3. αρμόδιος, κατάλληλος («στην οικεία θέση» — στην κατάλληλη, στην αρμόζουσα θέση)
    5 KB (425 words) - 12:45, 15 February 2019
  • d;, δύναμις Luc. hist. conscr. 34. ἑρμηνευτικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἑρμηνείαν· ἡ ἐρμηνευτικὴ (δηλ. τέχνη) Πλάτ. Πολιτικ. 260D. ἑρμ. δύναμις
    3 KB (199 words) - 15:15, 1 July 2020
  • ἔργον ἱππ. nennt Tryph. 2 das trojanische Pferd. ἱππήλᾰτος: -ον, (ἐλαύνω) ἁρμόδιος πρὸς ἱππασίαν ἢ ἁρματηλασίαν (ὡς τὸ παρὰ πεζογράφοις ἱππάσιμος), οὐ γάρ
    4 KB (265 words) - 15:41, 1 July 2020
  • ἰχνῶν τὰ ὁποῖα ἀφίνουσι τὰ ζῷα, Πλούτ. 2. 593Β. 2) ἐπιτήδειος εἰς θήραν, ἁρμόδιος, τὰ θ. τῶν φίλων, τὰ τεχνάσματα δι’ ὧν ἀγρεύει τοὺς φίλους, Ξεν. Ἀπομν
    3 KB (272 words) - 09:50, 1 July 2020
  • ἱππικὰ Πλάτ. Ἀλκ. 1. 124Ε· ἡ ἐμὴ ἱππική, τὸ ἐμὸν ἵππευμα, Λυσ. 169, 6. ΙΙΙ. ἁρμόδιος πρὸς ἵππευσιν, Ὑπερθ. ἱππικώτατος Ἀριστοφ. Λυσ. 677. IV. τὸ ἱππικόν, ὡς
    15 KB (1,320 words) - 15:25, 4 July 2020
  • Brut. 51; vgl. Aristaen. 1, 24. 27. ἠθικός: -ή, -όν, (ἦθος ΙΙ) ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὴν ἠθικήν, ἠθικός, ἀντίθ. διανοητικός, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 13, 20 κ.
    13 KB (1,047 words) - 13:50, 4 July 2020
  • Reise antreten darf, Plut. Qu. Rom. 25. ἀνεκδήμητος: -ον, ἀκατάλληλος, μὴ ἁρμόδιος πρὸς ἀποδημίαν, τὴν μετὰ καλάνδας ἡμέραν καὶ νόνας καὶ εἰδοὺς ἀνέξοδον
    1 KB (98 words) - 14:12, 1 July 2020
  • ἐφορατικὸν δεῖ εἶναι τῶν ἔργων Xen. Oec. 12, 19. ἐφορατικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος πρὸς τὸ ἐφορᾶν, ἐπιβλέπειν, ἐπιτηρεῖν, Ξεν. Οἰκ. 12, 19. ή, όν : propre
    2 KB (103 words) - 15:39, 1 July 2020
  • 165. 3. 4) παρ’ Ἀττικοῖς, ὡσαύτως, ἄξιος, ἐπάξιος, κατάλληλος, προσήκων, ἁρμόδιος, δίκη Ἠλ. 298, Ξεν. Οἰκ. 12. 19· χάρις ὁ αὐτ. Ἑλλ. 1. 6. 11· ἄξια δράσας
    57 KB (5,930 words) - 15:50, 4 July 2020
  • γυναικήιος, -η, -ον, (γυνή):-ἀνήκων εἰς γυναῖκα, ἐξαρτώμενος, οἰκεῖος, ὅμοιος, ἁρμόδιος εἰς γυναῖκα, Λατ. muliebris, γυναικεῖαι βουλαί, γυναικεῖα σχέδια, Ὀδ. λ
    21 KB (2,130 words) - 15:50, 4 July 2020
  • χρήματα, Schiffsladung, Xen. An. 5, 8, 1. γαυλικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς γαῦλον· -χρήματα γ., αἱ πραγματεῖαι, τὸ φορτίον, Ξεν. Ἀν. 5. 8, 1·
    2 KB (146 words) - 13:15, 30 June 2020
  • 248 e; περὶ ἀνθρώπους M. Anton. 16. δημοκοπικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς δημοκόπον, βίος δ. Πλάτ. Φαίδρ. 248Ε· δ. περί τινα Μ.Ἀντων. 1. 16.-Ἐπίρρ
    3 KB (234 words) - 15:05, 30 June 2020
  • ἐκκλησιάζειν, genau, Dem. 17, 13. ἐξεταστικός: -ή, -όν, ὁ ἐπιτήδειος ἢ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάζῃ, μετὰ γεν., τῶν ἔργων ἐξεταστικὸς Ξεν. Ἀπομν. 1. 1, 7· ἐξ. καὶ
    4 KB (314 words) - 15:37, 1 July 2020
  • Sp.; auch = hemmend, in Schranken haltend, Sp. κολαστικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς κόλασιν, τιμωρίαν, Πλάτ. Σοφιστ. 229Α· τὸ -κὸν Πλούτ. 2. 458Β· ― μετὰ
    3 KB (193 words) - 10:35, 1 July 2020
  • ασχολούμαι με πολλά ταυτοχρόνως, για τα περισσότερα από τα οποία δεν είμαι αρμόδιος ή κατάλληλος 2. δείχνω άκαιρη περιέργεια για θέματα που δεν μέ αφορούν
    1 KB (81 words) - 12:19, 29 September 2017
  • παραβαλλόμεναι vying with one another, Id.Andr.289 (lyr.); [ἀφορμὰς] αἷς οὔτε Ἁρμόδιος παραβεβλήσεται Philostr.VA5.34:—freq. in Pass., π. τινί Hdt.4.198; πρός
    50 KB (4,604 words) - 14:55, 5 July 2020
  • -ή, -ό 1. ο αρμόδιος, ο ικανός για ανίχνευση 2. το ουδ. ως ουσ. το ανιχνευτικό ελαφρό και ταχύ πολεμικό πλοίο ή αεροπλάνο που χρησιμοποιείται για να ανιχνεύσει
    700 bytes (60 words) - 06:55, 29 September 2017
  • -ή, -ό (Α ἐξαγγελτικός, -ή, -όν) ο κατάλληλος ή αρμόδιος να αναγγέλλει, να φέρνει αγγελίες, εξαγγελτήριος, ειδοποιητήριος νεοελλ. μουσ. «εξαγγελτικό μοτίβο»
    917 bytes (65 words) - 06:32, 29 September 2017
  • κύριου ονόματος στο τέκνο με κοινή δήλωση τών γονέων στον ληξίαρχο που είναι αρμόδιος και για την καταχώριση της γέννησης του τέκνου 2. εκκλ. η ονοματοθεσία
    403 bytes (39 words) - 12:09, 29 September 2017
  • Гармодий = Ἁρμόδιος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    41 bytes (37 words) - 06:25, 14 October 2019
  • Antreiben gehörig, geeignet, Eust. 1169, 55. παροτρυντικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς παρότρυνσιν, παρορμητικός, Εὐστ. 1169 55. -ή, -ό / παροτρυντικός
    2 KB (94 words) - 13:41, 1 July 2020
  • Ἀττ. - Ἐπίρρ. (ἐν χρήσει μάλιστα παρὰ Τραγ., πρβλ. ἀραῖος): 1) ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς εὐχήν, ἀναθηματικός, Ἅιδου... εὐκταίαν χάριν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1387· τρίτην
    10 KB (805 words) - 15:05, 4 July 2020
  • Fahrweg, Il. 7, 340. 439. ἱππηλάσιος: -α, -ον, (ἐλαύνω) ὡς τὸ ἱππήλατος, ἁρμόδιος πρὸς ἱππασίαν ἢ ἁρματηλασίαν, ἱππ. ὁδός, ἁμαξιτός, Ἰλ. Η. 340, 439. α
    2 KB (158 words) - 12:45, 14 January 2019
  • ή, όν, wohlgefallend, M. Ant. 9, 6. εὐαρεστικός: -ή, -όν, κατάλληλος, ἁρμόδιος πρὸς εὐαρέστησιν, Μ. Ἀντων. 9. 6. ή, όν : propre à plaire. Étymologie:
    1 KB (69 words) - 14:04, 30 June 2020
  • Gymnasiarchen gehörig, ῥάβδοι Plut. Ant. 33. γυμνασιαρχικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς γυμνασίαρχον, Πλούτ. Ἀντ. 33. ή, όν : de gymnasiarque. Étymologie:
    2 KB (190 words) - 14:55, 30 June 2020
  • ἐφαρμόδιος: -ον, = ἁρμόδιος, Θ. Λάσκ. σ. 1281, ἔκδ. Mi.
    113 bytes (9 words) - 11:00, 5 August 2017
  • τό γ., = γυμνητία, Strab. VII p. 306. γυμνητικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς γυμνῆτα, ὅπλα Ξεν. Κύρ. 1.2,4, Πλούτ. Φλαμιν. 4· τὸ γυμνητικὸν =γυμνητεία
    2 KB (210 words) - 13:35, 30 June 2020
  • bahnend, vorbereitend, fördend, Arist. u. Sp. ὁδοποιητικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς ὁδοποίησιν, Διον. Ἀρ. -ή, -ό (ΑΜ ὁδοποιητικός, -ή, -όν) οδοποιώ κατάλληλος
    1 KB (90 words) - 18:00, 1 July 2020
  • τέχνη) architecture, Luc.Cont.5 (al. -δομική). οἰκοδομητικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος εἰς οἰκοδομήν, ἡ οἰκοδομητικὴ (ἐξυπακ. τέχνη), ἡ ἀρχιτεκτονική, Λουκ. Χάρων
    2 KB (98 words) - 13:38, 1 July 2020
  • Ἐμπ. π. Π. 1. 228, π. Μ. 7. 197, κλπ. ΙΙ. τοῖος μετ’ ἀπαρεμ., κατάλληλος, ἁρμόδιος ἢ ἱκανὸς νά..., τοῖοι ἀμυνέμεν Ὀδ. Β. 60· πρβλ. οἷος ΙΙΙ. ΙΙΙ. μετ’ ἐπιθ
    22 KB (2,150 words) - 14:45, 4 July 2020
  • OGI120 (Naukratis, ii B.C.), etc. -ακος, ὁ, Α (στην Αίγυπτο) υπάλληλος αρμόδιος για τη φύλαξη συμβολαίων και άλλων εγγράφων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συγγραφή «έγγραφο
    1 KB (94 words) - 14:41, 1 July 2020
  • ἄρμενος, -η, -ον· 1. αυτός που αρμόζει, αρμόδιος, πρέπων, κατάλληλος για, με δοτ., σε Ομήρ. Οδ.· απόλ., αρμόδιος, συμβατός, κατάλληλος, Λατ. habilis, σε
    47 KB (4,447 words) - 18:00, 4 July 2020
  • ὅρμος, Ἀριστοφ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 9, 2, Στράβ. 252, 635, κλπ. ΙΙ. ὡς ἐπίθ., ἁρμόδιος πρὸς προσόρμισιν, κατάλληλος πρὸ ἀγκυροβολίαν, αἰγιαλὸς Στράβ. 645· τόπος
    2 KB (163 words) - 15:21, 1 July 2020
  • Sp. – Adv., καὶ εἰδότως, M. Ant. 6, 42. παρακολουθητικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος ἢ ἱκανὸς ὅπως παρακολουθήσῃ ἢ ἐννοήσῃ, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 6, 14· μετὰ δοτ.
    2 KB (183 words) - 08:40, 1 July 2020
  • δ' ἐναίσιμον τίει βίον», Αισχ.) 4. (για πρόσ.) τιμημένος 5. (για πράγμ.) αρμόδιος, κατάλληλος, πρέπων 6. (το ουδ. ως επίρρ.) ἐναίσιμον πρεπόντως, στον αρμόζοντα
    1 KB (85 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ἐπεὶ ἧκεν ἡ κ. τοῦ νόμου παρὰ Δημ. 544. 20, κτλ. 4) νόμιμος, κανονικός, ἁρμόδιος, ὕπνος πόνος τε, κ. ξυνωμόται Αἰσχύλ., Εὐμ. 127, πρβλ. 326· ― κύρια ἔχειν
    77 KB (8,066 words) - 14:05, 5 July 2020
  • σκύλο) πιστός, ωφέλιμος 7. (για οιωνούς) αίσιος, ευοίωνος 8. (για πράγμ.) αρμόδιος, επιτήδειος, ωφέλιμος («πολλὰ καὶ ἐσθλὰ κτήματα», Ομ. Οδ) 9. το ουδ. ως
    2 KB (196 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἐμφανιζόμενος ἐν εὐθέτῳ καὶ καταλλήλῳ τόπῳ, Αἰλ. π. Ζ. 16. 16.· καθόλου, ἁρμόζων, ἁρμόδιος, Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 6. - Ἐπίρρ. εὐέδρως· «εὐθέτως, βεβαίως» Ἡσύχ. ος
    6 KB (458 words) - 15:51, 1 July 2020
  • Vieh- oder Schafzucht geeignet, χώρα, Philo u. a. Sp. προβᾰτεύσιμος: -ον, ἁρμόδιος εἰς βοσκὴν προβάτων, χώρα Φίλων 2. 91, 131. -ον, Α προβατεύω κατάλληλος
    926 bytes (48 words) - 14:00, 1 July 2020
  • making use of such service, Sch.D.T.p.111 H. ὑπουργηματικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ὑπούργημα, Ἀν. Βεκ. 653. -ή, -όν, Α ὑπούργημα, -ατος] αυτός που
    820 bytes (44 words) - 12:36, 1 July 2020
  • von Sachen = bequem sein, Hippocr. ὑπερευκαιρέω: εἶμαι λίαν εὔκαιρος ἢ ἁρμόδιος, κατάλληλος, οἰκία ὑπερευκαιρέουσα Ἱππ. 1276.
    921 bytes (37 words) - 15:40, 2 July 2020
  •    A of or for silencing, Eust.197.48. κατασῑγαστικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὸ κατασιγάζειν, Εὐστ. 197, ἐν τέλ. κατασιγαστικός, -ή, -όν (Μ) κατασιγάζω
    827 bytes (44 words) - 21:30, 30 June 2020
  •    A fit for wintering in, λιμήν Stad.125,345. παραχειμαστικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς παραχειμασίαν, λιμὴν Γεωγρ. Μικρ. 2. 459 Gail. -ή, -ό / παραχειμαστικός
    947 bytes (44 words) - 11:47, 1 July 2020
  • γονίδιο-χειριστής 6. φρ. α) «χειριστής του κλείστρου» στρ. στρατιώτης αρμόδιος να ανοίγει και να κλείνει το κλείστρο κατά τη βολή του πυροβόλου β) «χειριστής
    3 KB (213 words) - 23:35, 29 June 2020
  • Πλούτ.) 4. μέτριος, μικρός 5. (για πρόσ.) ευπρεπής, κόσμιος 6. (για πρόσ.) αρμόδιος, κατάλληλος 7. επιμελής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    722 bytes (52 words) - 06:28, 29 September 2017
  • -ή, -ό 1. ο ικανός, ο αρμόδιος να εξευγενίσει και να εκπολιτίσει σύμφωνα με τις αρχές του ανθρωπισμού 2. αυτός που αναφέρεται στη θεωρία του ανθρωπισμού
    671 bytes (58 words) - 06:25, 29 September 2017
  • ο, Ν (πολ. δικ.) δικαστής αρμόδιος για την εκδίκαση πταισμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < πταίσμα, -ατος + -δίκης (< δίκη), πρβλ. ειρηνο-δίκης. Η λ. μαρτυρείται από το
    544 bytes (36 words) - 12:24, 29 September 2017
  • στρατόπεδο 2. στρατιωτικός αξιωματούχος 3. αυλικός αξιωματούχος που ήταν αρμόδιος για την αυτοκρατορική τράπεζα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. castrensianus (< castrensis
    834 bytes (53 words) - 07:21, 29 September 2017
  • AB363. [Seite 205] unpassend, von ἁρμόζω, Suid. ἀναρμόδιος: -ον, ὁ μὴ ἀρμόδιος, Ζωσιμ. 1. 29. - Ἐπίρρ. ἀναρμοδίως, «ἀκαταλλήλως» Α. Β. 363. 33. -ον
    2 KB (113 words) - 12:10, 29 June 2020
  • ὅταν φθάσῃ (ὁ καιρὸς) ὁ ὡρισμένος ὑπὸ τῶν νόμων, Δημ. 399. 6. ΙΙ. εἶμαι ἁρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος, τοῦ καθήκοντος χρόνου Σοφ. Ο. Τ. 75, πρβλ. Δημ
    25 KB (2,448 words) - 19:10, 3 July 2020
  • -ή, -ό 1. ο σχετικός με την αναθεώρηση ή ο αρμόδιος γι' αυτήν (π.χ. «αναθεωρητική Βουλή») 2. αυτός που επιφέρει αναθεώρηση (π.χ. «αναθεωρητική απόφαση
    942 bytes (69 words) - 06:39, 29 September 2017
  • κάτι, ευεπίφορος, επιρρεπής («ἐπίφορος πρὸς δεισιδαιμονίαν», Πλούτ.) 4. αρμόδιος, κατάλληλος 5. (για έγγραφο) αυτός που σχετίζεται με το προκείμενο ζήτημα
    1 KB (107 words) - 07:12, 29 September 2017
  • ἐπηβόλους», Αισχύλ. β. «οὐ γὰρ νηὸς ἐπήβολο γίγνομαι οὐδ' ἐρετάων», Ομ. Οδ.) 3. αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. 1. ικανός, επιδέξιος 2. προσιτός, εκείνος τον οποίο μπορεί
    10 KB (866 words) - 16:15, 4 July 2020
  • 8, 4, Ἀνδοκ. 10. 35. 3) μετοχ. συμφέρων, ουσα, ον, χρήσιμος, ὠφέλιμος, ἁρμόδιος, καλός, Σοφ. Ο. Τ. 875, κτλ.· βίος... ἐκεῖσε συμφέρων, καὶ πέραν τοῦ τάφου
    67 KB (6,392 words) - 12:45, 5 July 2020
  • ἐπισφραγιστικός: -ή, -όν, ἐπισφραγίζων, ἁρμόδιος πρὸς ἐπισφράγισιν, Εὐστ. Θεσσαλ. ἔκδ. Μί. τ. 136, σ. 661.
    210 bytes (15 words) - 11:13, 5 August 2017
  • σύμφορος, προσηνής, προσανής, ποτανής, ἥμερος, ἅμερος, εὐφυής, καίριος, ἁρμόδιος, ἐπίκαιρος, ἑδραῖος, εὐήρης, εὔθετος Look up in: Google | Wiktionary
    440 bytes (56 words) - 09:30, 15 October 2019
  • passage: τέλος δ., = sq., Str.4.3.2. διαγωγικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς διάβασιν, τέλος δ. = ἑπομ., Στράβ. 192. ή, όν : qui concerne le passage
    2 KB (122 words) - 15:05, 30 June 2020
  • καὶ τῶν ὀφρύων τὸ ἐπιπρεπές Luc. imag. 7, = ἐπιπρέπεια. ἐπιπρεπής: -ές, ἁρμόδιος, εὐπρεπής, Διωτογέν. Πυθαγόρ. παρὰ Στοβ. 331. 9: ― τὸ ἐπιπρεπές, = τῷ προηγ
    2 KB (113 words) - 15:34, 29 June 2020
  • хорошо приготовленный = ἁρμόδιος, εὔτυκτος, ἐΰτυκτος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota |
    87 bytes (40 words) - 21:30, 13 October 2019
  • надлежащий = εὐκτός, αἴσιμος, ἔμμετρος, ἐναίσιμος, ἱκνεύμενος, ἱκνούμενος, ἁρμόδιος, ἐμμελής, ἐοικώς, ὡραῖος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    243 bytes (46 words) - 18:00, 18 October 2019
  • σύμφορος, προσφυής, ἄρμενος, καίριος, εὐάρμοστος, ἱκνεύμενος, ἱκνούμενος, ἁρμόδιος, μουσικός, σύμμετρος, μέτριος, ἐμμελής, προσφερής, εὔθετος, δίκαιος, ἐοικώς
    757 bytes (69 words) - 07:37, 15 October 2019
  • ἄρτιος, συνῳδός, συμπρεπής, ἀκόλουθος, ὁμόλογος, ἱκνεύμενος, ἱκνούμενος, ἁρμόδιος, σύμμετρος, ἄξιος, προσῳδός, ἀντίπαλος Look up in: Google | Wiktionary
    437 bytes (54 words) - 18:35, 18 October 2019
  • ον,    A suitable, Orib.8.32.1. -ον, Α αρμόδιος, κατάλληλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + οἰκεῖος «αρμόδιος, κατάλληλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    730 bytes (25 words) - 19:14, 28 June 2020
  • ο ο αρμόδιος για την εκτέλεση πλειστηριασμών. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    113 bytes (16 words) - 07:07, 29 September 2017
  • -ον, Α ο αρμόδιος να κόβει αιχμηρούς πασσάλους, χάρακες. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάραξ, -ακος + -κοπος (< κόπος < κόπτω), πρβλ. ἀργυρο-κόπος. Αναζήτηση σε: Google
    467 bytes (27 words) - 12:44, 29 September 2017
  • ο αυτός που εκτελεί ή είναι αρμόδιος για την αποθήκευση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    136 bytes (19 words) - 07:08, 29 September 2017
  • -έω, Α εὐκαιρῶ 1. είμαι πάρα πολύ εύκαιρος 2. (για πράγμ.) είμαι πολύ αρμόδιος, πολύ κατάλληλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    244 bytes (25 words) - 12:59, 29 September 2017
  • οργανισμός για τη διατήρησή του στη ζωή και για την ανάπτυξή του αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος στο να τρέφει ή να ανατρέφει 2. αυτός που συντελεί στην επούλωση
    4 KB (320 words) - 09:50, 1 July 2020
  • Strab. a. a. O., auf geographische Weise. γεωγρᾰφικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἅρμόδιος εἰς γεωγραφίαν, γ. ἐμπειρία, γ. πίναξ, κτλ., Στράβ. 2, 7, κτλ.― Ἐπίρρ.
    2 KB (200 words) - 13:20, 30 June 2020
  • gehörig, Sp., auch adv., Schol. Ap. Rh. 2, 60. παραβλητικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος εἰς παραβολήν, «ὁ παραβάλλων» Ἡσύχ. - Ἐπίρρ. παραβλητικῶς, Σχόλ. εἰς Ἄρατ
    1 KB (97 words) - 08:40, 1 July 2020
  • strophisch, aus einer Strophe bestehend, Gramm. στροφικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος εἰς στροφήν, στρεφόμενος, ἴδε ἐν λέξ. λίσχροι. -ή, -ό / στροφικός, -ή
    2 KB (146 words) - 17:35, 1 July 2020
  • Dysc. de adv. 577, 28. μηκυντικός: -ή, -όν, κατάλληλος πρὸς μήκυνσιν, ἁρμόδιος, Α. Β. 577. μηκυντικός, -ή, -όν (Α) μηκύνω 1. αυτός που συνηθίζει να
    1 KB (99 words) - 11:05, 1 July 2020
  • (sc. τέχνη) this art, Ael.NA6.8. σκῠλᾰκοτροφικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὴν ἀνατροφὴν ἢ ἀγωγὴν τῶν σκυλάκων, ἡ σκυλακοτροφικὴ (ἐξυπακ. τέχνη)
    1 KB (91 words) - 13:09, 1 July 2020
  • Kunst des Freiwerbers, Plat. Theaet. 150 a. προμνηστικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς τὸ προμνᾶσθαι, νὰ κάμνῃ «προξενιάν», ― ἡ προμνηστικὴ (ἐξυπακ. τέχνη)
    1 KB (93 words) - 18:15, 30 June 2020
  • Ξεν. Κύρ. 7. 2, 13. ΙΙ. ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρῆσιν, ὡς τὸ ἀγαθός, καλός, ἁρμόδιος, ὡς λέγομεν καὶ νῦν, καλὸς λιμὴν Ὀδ. Ζ. 263· ἀνέμῳ... καλῷ Ξ. 253, 299·
    115 KB (11,486 words) - 15:25, 4 July 2020
  • Θουκ. 4. 61· οἱ πρ. ξύμμαχοι ὁ αὐτ. 1. 40, κτλ. 2) ἁρμόζων, κατάλληλος, ἁρμόδιος, πρόσφορος, ἡ πρ. σωτηρία ὁ αὐτ. 6. 83· τιμαὶ Πλάτ. Νόμ. 952C, Ἐπιν. 985D·
    45 KB (4,259 words) - 19:14, 3 July 2020
  • 2. φονέας τυράννου 3. (το αρσ. στον πληθ.) οι τυραννοκτόνοι οι Αθηναίοι Αρμόδιος και Αριστογείτων, οι οποίοι φόνευσαν τον τύραννο Ίππαρχο και τους οποίους
    3 KB (172 words) - 14:09, 11 December 2019
  • γιατρός» — λέγεται για να δηλώσει ότι αυτός που έπαθε κάτι είναι ο πιο αρμόδιος για να δίνει συμβουλές στους άλλους προκειμένου να μην πάθουν ό,τι έπαθε
    1 KB (107 words) - 15:20, 15 January 2019
  • κατά την οποία επιτρέπεται η διεξαγωγή δίκης, δικάσιμος 5. κατάλληλος, αρμόδιος («τίς μοι φανεῑται πίστις ἔνδικος», Σοφ.) 6. ευμενής, ευνοϊκός («πέλοιτ'
    1 KB (119 words) - 06:28, 29 September 2017
  • Étymologie: ζυγόν, ἵστημι. ο (AM ζυγοστάτης, Α δωρ. ζυγοστάτας) ο ζυγιστής, ο αρμόδιος για το ζύγισμα υπάλληλος αρχ. μτφ. (για τον Δία) κριτής, δικαστής. [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (137 words) - 14:20, 30 June 2020
  • για επισφράγιση, επιβεβαιωτικός, επικυρωτικός μσν. αυτός που σφραγίζει, ο αρμόδιος για την επισφράγιση. επίρρ... επισφραγιστικώς και -ά με τρόπο που επιβεβαιώνει
    578 bytes (43 words) - 06:32, 29 September 2017
  • καιροσκόπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. opportunist < λατ. οpportunus «πρόσφορος, αρμόδιος, επιτήδειος» + κατάλ. -ist]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    578 bytes (38 words) - 12:10, 29 September 2017
  • καιροσκόπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. opportunist < λατ. οpportunus «πρόσφορος, αρμόδιος, επιτήδειος» + κατάλ. -ist]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    578 bytes (38 words) - 12:10, 29 September 2017
  • -ή, -ό εφορεύω 1. ο αρμόδιος στο να εφορεύει, να επιτηρεί, ο εποπτικός 2. φρ. «εφορευτική επιτροπή» — η επιτροπή που εποπτεύει μια νόμιμη διαδικασία, κυρίως
    404 bytes (38 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐπικοιτωνίτης, ὁ (Α) τιτλούχος της αυλής στο Βυζάντιο, αρμόδιος για τον κοιτώνα του αυτοκράτορα, ο παρακοιμώμενος ευνούχος (κατά μετφρ. από το λατ. cubicularius
    358 bytes (33 words) - 06:31, 29 September 2017
  • -ή, -ό 1. αρμόδιος για την επεξεργασία νομοθετημάτων («νομοπαρασκευαστική επιτροπή» — επιτροπή νομικών που ασχολείται με την τεχνική επεξεργασία και διαμόρφωση
    899 bytes (58 words) - 11:58, 29 September 2017
  • κανδηλάριος, ὁ (Μ) κανδηλάπτηρ, ο αρμόδιος για τις καντήλες του ναού. [ΕΤΥΜΟΛ. < κανδήλα + κατάλ. -άριος (< λατ. -arius), πρβλ. σπαθ-άριος, τιτουλ-άριος]
    487 bytes (31 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αρμόδιος για την κατακύρωση του αποτελέσματος της δημοπρασίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατακυρώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Ελληνογαλλικόν
    473 bytes (35 words) - 07:22, 29 September 2017
  • ο, Ν ο αρμόδιος για τον ευτρεπισμό του συνοδικού, της αίθουσας συνεδριάσεων της συνόδου. [ΕΤΥΜΟΛ. < συνοδικό «η αίθουσα συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου»
    506 bytes (36 words) - 12:56, 29 September 2017
  • -ή, -ό 1. ο σχετικός με τη γνωμοδότηση 2. αρμόδιος μόνο για γνωμοδότηση και όχι για λήψη αποφάσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γνωμοδότης Η λ. μαρτυρείται από το 1851
    443 bytes (38 words) - 06:26, 29 September 2017
  • -ή, -ό (Α ἐπιτηρητικός, -ή, -όν) επιτηρητής νεοελλ. κατάλληλος ή αρμόδιος να επιτηρεί, αυτός που έχει εντολή να επιτηρεί («επιτηρητικός στρατός» — τμήμα
    602 bytes (50 words) - 07:12, 29 September 2017
  • διακρίνομαι, υπερέχω, εξέχω 2. κινώ τον θαυμασμό μσν. ευνοώ αρχ. 1. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος 2. διακοσμώ, στολίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    8 KB (712 words) - 14:20, 3 July 2020
  • Source: ἐξαγγελτικός -ή, -ό (Α ἐξαγγελτικός, -ή, -όν) ο κατάλληλος ή αρμόδιος να αναγγέλλει, να φέρνει αγγελίες, εξαγγελτήριος, ειδοποιητήριος νεοελλ
    5 KB (379 words) - 15:12, 1 July 2020
  • εἰσὶ -κοί Choerob.in Heph.p.226C. -ή, -ὁ (Α κανονιστικός, -ή, -όν) ο αρμόδιος για κανονισμό, για ρύθμιση (νεολλ.) φρ. «κανονιστικά διατάγματα» — τα διατάγματα
    1 KB (55 words) - 15:46, 28 June 2020
  • Source: ἀνακριτικός -ή, -ό ανακριτής ο σχετικός με την ανάκριση ή ο αρμόδιος για τη διεξαγωγή της. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    618 bytes (58 words) - 06:53, 29 September 2017
  • τ, 1, σ. 861, Ἰω. Χρυσ. τ. 5, σ. 239, κλπ. ὁ, ΜΑ ὑποδέχομαι ταμίας, αρμόδιος για την παραλαβή τών χρημάτων του δημόσιου ταμείου αρχ. ο ὑποδοχεύς, αυτός
    2 KB (131 words) - 10:10, 30 June 2020
  • ἐξαπτικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ἔξαψιν, ἐξαπτικὴ παθῶν ὕλη Ἰω. Δαμασκ. σ. 756, ἔκδ. Μί. -ή, -όν que enciende, que inflama ὕλη ἐξαπτικὴ τοῦ φωτὸς τῆς
    340 bytes (34 words) - 12:31, 21 August 2017
  • εντεταλμένος να παραγγέλλει και να παρακολουθεί την εκκίνηση των δρομέων αρχ. ο αρμόδιος να εκσφενδονίζει στη μάχη πέτρες με ειδική μηχανή. Αναζήτηση σε: Google
    4 KB (316 words) - 15:32, 1 July 2020
  • παραστατικώτερον τὸν κίνδυνον ὑπέμειναν, D. Sic. 20, 11. παραστᾰτικός: ἡ, όν, ἀρμόδιος ὄπως ἵσταται πλησίον τινός· ἐπίρρ. -κῶς, Φώτ., Σουΐδ. 2) ὁ δυνάμενος νὰ
    9 KB (736 words) - 17:30, 1 July 2020
  • Ael.VH 12.1. Source: ἀγοραστής ἀγοραστής: -οῦ, ὁ (ἀγοράζω), δούλος, αρμόδιος για την αγορά προμηθειών για το σπίτι, προμηθευτής, σε Ξεν. ἀγοραστής:
    3 KB (269 words) - 19:40, 30 June 2020
  • ισομετρικός, αντίθ. προς τα ὑπερβάλλων και ἐλλείπων, σε Πλάτ. κ.λπ. 3. γενικά, αρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, σε Αισχύλ.· σύμμετρος ὡς κλύειν, σε κατάλληλη απόσταση
    22 KB (1,920 words) - 16:15, 4 July 2020
  • Étymologie: ἐπιμελέομαι. ο (θηλ. επιμελήτρια) (AM ἐπιμελητής) επιμελούμαι ο αρμόδιος για την επιμέλεια, την επιστασία (α. «επιμελητής αρχαιοτήτων» β. «τῶν τῆς
    12 KB (1,049 words) - 16:10, 4 July 2020
  • αυτός που μετρούσε και μοίραζε τις μερίδες ψωμιού και άλλων τροφίμων 2. ο αρμόδιος να ελέγχει την ακρίβεια τών μέτρων τών σιτηρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + -μέτρης
    3 KB (224 words) - 20:00, 30 June 2020
  • δικαιολογημένος, δίκαιος («ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος», Θουκ.) αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος 2. αξιέπαινος, επαινετός («καὶ κατορθώσασι γὰρ εὔλογόν (ἐστι)»
    12 KB (936 words) - 17:50, 4 July 2020
  • φιλοξενία τών ξένων («εἴσω προξένων μέθες πόδα», Ευρ.) 6. δημόσιος υπάλληλος, αρμόδιος για την καταγραφή διαθηκών 7. προστάτης, βοηθός («φρόντισον καὶ γενοῡ πανδίκως
    23 KB (2,093 words) - 16:15, 4 July 2020
  • και κατώτερος του υποστρατήγου μσν. εκκλ. (ως μοναστικό αξίωμα) μοναχός αρμόδιος για τον χορό τών ψαλτών, την ευταξία της τραπεζαρίας του μοναστηριού, τη
    8 KB (587 words) - 15:50, 4 July 2020
  • -ή, -όν, Α ὑπαντῶ αστρολ. αρμόδιος ή επιτήδειος για συνάντηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    156 bytes (19 words) - 12:42, 29 September 2017
  • ἐπακολουθητικός, -ή, -όν (Α) επακολουθώ ο ικανός ή κατάλληλος ή αρμόδιος να επακολουθεί («ἐπακολουθητική δύναμις», Πλούτ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    275 bytes (25 words) - 07:10, 29 September 2017
  • παλαιστριαῑος, -αία, -ον (Α) αρμόδιος ή κατάλληλος για την παλαίστρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαίστρα + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ. πλευρ-ιαίος]. Αναζήτηση σε: Google |
    400 bytes (26 words) - 12:12, 29 September 2017
  • ευτρεπίζω μσν. μέσ. εὐπρεπίζομαι 1. είμαι προικισμένος με κάτι 2. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. παθ. είμαι δεκτός, ευπρόσδεκτος. Αναζήτηση σε: Google
    943 bytes (46 words) - 12:40, 1 July 2020
  • ανάμεσα σε πολλούς άλλους 2. αυτός που διακρίνεται για κάτι 3. κατάλληλος, αρμόδιος. επίρρ... ἐμπρεπῶς με τρόπο ξεχωριστό, υπερέχοντα, διακρινόμενο. Αναζήτηση
    3 KB (263 words) - 15:12, 1 July 2020
  • Sp. ἐπακολουθητικός, -ή, -όν (Α) επακολουθώ ο ικανός ή κατάλληλος ή αρμόδιος να επακολουθεί («ἐπακολουθητική δύναμις», Πλούτ.). Αναζήτηση σε: Google
    917 bytes (45 words) - 15:38, 1 July 2020
  • διαχείριση αξιώματος, υπόλογος, επιφορτισμένος με συγκεκριμένο καθήκον, αρμόδιος, πλήρης ευθυνών, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· ὑπεύθυνοι, οἱ, στην Αθήνα, άρχοντες
    15 KB (1,246 words) - 14:10, 4 July 2020
  • για τον οποίο φροντίζει κανείς («ἀλλὰ οἱ τοῡτ’ ἧν ἐπιμελές», Ηρόδ.) 2. αρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιμελές η προσοχή, η περιέργεια
    13 KB (1,143 words) - 15:10, 4 July 2020
  • for a παλαίστρα, αὐλίδιον Thphr.Char. 5.9. παλαιστριαῑος, -αία, -ον (Α) αρμόδιος ή κατάλληλος για την παλαίστρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαίστρα + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ
    931 bytes (38 words) - 13:40, 1 July 2020
  • προς αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες β) υπάλληλος τών φορολογικών αρχών, αρμόδιος για τη βεβαίωση του φόρου και τον έλεγχο της φορολογικής δήλωσης. [ΕΤΥΜΟΛ
    983 bytes (75 words) - 11:35, 14 January 2019
  • -ή, -ό (ΑΜ ἐλεγκτικός, -ή, -όν) 1. ο ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος να ελέγχει 2. το θηλ. ως ουσ. η ελεγκτική το σύνολο τών μεθόδων και τών αρχών τις οποίες
    965 bytes (80 words) - 07:07, 29 September 2017
  • conseil, à conseiller. Étymologie: βουλεύθω. βουλευτήριος, -ον (Α) ο αρμόδιος ή κατάλληλος να παρέχει συμβουλές. [ΕΤΥΜΟΛ. < βουλευτήρ (< βουλεύω) «βουλευτής»
    2 KB (106 words) - 13:11, 30 June 2020
  • Source: ἐλεγκτικός -ή, -ό (ΑΜ ἐλεγκτικός, -ή, -όν) 1. ο ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος να ελέγχει 2. το θηλ. ως ουσ. η ελεγκτική το σύνολο τών μεθόδων και τών
    6 KB (527 words) - 17:50, 1 July 2020
  • σκύλο) πιστός, ωφέλιμος 7. (για οιωνούς) αίσιος, ευοίωνος 8. (για πράγμ.) αρμόδιος, επιτήδειος, ωφέλιμος («πολλὰ καὶ ἐσθλὰ κτήματα», Ομ. Οδ) 9. το ουδ. ως
    20 KB (1,816 words) - 16:15, 4 July 2020
  • ἀπροσδοκήτου κακοῡ γενομένου», Θουκ.) 7. φρ. α) «οἷός εἰμι» (με απαρμφ.) i) είμαι αρμόδιος, κατάλληλος ή ικανός για κάτι («οὐ γὰρ ἦν ὥρα οἵα τὸ πεδίον ἄρδειν», Ξεν
    7 KB (567 words) - 12:45, 15 February 2019
  • οικειώ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην οίκείωση ή ο πρόσφορος, ο αρμόδιος για εξοικείωση («τέχνης οἰκειωτικῆς», Πλάτ.) 2. προσοικειωτικός, προσαρμοστικός
    2 KB (147 words) - 10:40, 29 June 2020
  • les logements. Étymologie: σταθμός, δίδωμι. ὁ, Α βαθμοφόρος που ήταν αρμόδιος να καθορίζει καταλύματα για τους στρατιώτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < σταθμός «κατάλυμα»
    2 KB (85 words) - 19:45, 28 June 2020
  • οφειλόμενο ποσό στον αποδέκτη γ. «εκδότης εντάλματος, διαβατηρίου κ.λπ.» — ο αρμόδιος υπάλληλος ή η αρμόδια αρχή για την έκδοσή τους 4. «εκδότης εισιτηρίων»
    3 KB (308 words) - 12:32, 1 July 2020
  • Δίων Κ.) 2. δίκαιος, χρηστός («ἐναισίου δὲ σοῦ τύχοιμι», Σοφ.) 3. πρέπων, αρμόδιος, κατάλληλος («ὑβρισμοὺς οὐκ ἐναισίους», Αισχ.). Αναζήτηση σε: Google |
    3 KB (199 words) - 21:50, 9 January 2019
  • κατά την οποία επιτρέπεται η διεξαγωγή δίκης, δικάσιμος 5. κατάλληλος, αρμόδιος («τίς μοι φανεῑται πίστις ἔνδικος», Σοφ.) 6. ευμενής, ευνοϊκός («πέλοιτ'
    19 KB (1,819 words) - 13:45, 4 July 2020
  • ), Ph.Bel.52.42. Source: ἀναγραφεύς ἀναγρᾰφεύς: -έως, ὁ (ἀναγράφω), αρμόδιος για τις αναγραφές, τις καταχωρήσεις, γραμματέας, σε Λυσ. ἀναγρᾰφεύς:
    3 KB (222 words) - 15:26, 1 July 2020
  • δήλωσιν, ἐπιστήμη προδηλωτικὴ πράξεως Πλάτ. Ὅροι 414β. -ή, -όν, Α προδηλῶ αρμόδιος, κατάλληλος για την εκ τών προτέρων δήλωση, αυτός που φανερώνει κάτι προηγουμένως
    2 KB (108 words) - 09:20, 1 July 2020
  • εἶδος αὐτόθι 267Β. -ή, -όν, Α 1. αυτός που είναι ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος για τη βοσκή ή τη συντήρηση χερσαίων ζώων 2. φρ. «ἡ πεζονομικὴ ἐπιστήμη»
    2 KB (158 words) - 13:44, 1 July 2020
  • ἐπιμελητικός, -ή, -όν (Α) επιμελητής 1. ο αρμόδιος ή ικανός να φροντίζει κάτι 2. (το θηλ. ή το ουδ. ως ουσ.) ἡ ἐπιμελητική, τὸ ἐπιμελητικόν η επιμέλεια
    375 bytes (38 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἐξαγορευτικός, -ή, -όν (Α) εξαγορεύω ο αρμόδιος να εκφράσει ή να ερμηνεύσει κάτι («καὶ τῶν ἐννοηθέντων ἐξαγορευτική, καὶ τῶν ἀφανῶν σαγηνευτική [[[επιστήμη]]]
    354 bytes (32 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ανάμεσα σε πολλούς άλλους 2. αυτός που διακρίνεται για κάτι 3. κατάλληλος, αρμόδιος. επίρρ... ἐμπρεπῶς με τρόπο ξεχωριστό, υπερέχοντα, διακρινόμενο. Αναζήτηση
    518 bytes (41 words) - 07:08, 29 September 2017
  • όν,    A exciting, τοῦ ὄχλου Eust.211.7. ἀνασειστικός: ὁ κατάλληλος ἢ ἀρμόδιος εἰς τὸ ἀνασείειν, Εὐστ. εἰς Ἰλιάδα Β. 235. -όν agitador τοῦ ὄχλου Eust
    709 bytes (31 words) - 12:18, 29 June 2020
  • Source: διαθετικός -ή, -ό (Α διαθετικός, -ή, -όν) 1. ο κατάλληλος ή αρμόδιος να κανονίζει ή να διευθετεί κάτι 2. γραμμ. «διαθετικά ρήματα» — ρήματα
    1 KB (101 words) - 14:55, 28 June 2020
  • ὁ, ΜΑ ὑποδέχομαι ταμίας, αρμόδιος για την παραλαβή τών χρημάτων του δημόσιου ταμείου αρχ. ο ὑποδοχεύς, αυτός που υποδέχεται ή φιλοξενεί κάποιον. Αναζήτηση
    324 bytes (31 words) - 12:55, 29 September 2017
  • peeping through, θυρίδες Cod.Just.8.10.12.2. παρακυπτικός: -ή, -όν, ὁ ἀρμόδιος ὅπως παρακύπτη τις, θυρίδες παρ. Ἰουστιαν. Κῶδ. 8. 10, 12, § γ΄. β΄, Βασιλικ
    1 KB (95 words) - 11:25, 1 July 2020
  • γεγενημένας ἢ τὰς ὑπὸ τοῦ λόγου πεπορισμένας», Ισοκρ.) δ) γίνομαι κατάλληλος, αρμόδιος για κάτι («αἱ δὲ πράξεις αὐτῶν... πρὸς τὰ ψύχη καὶ τὰς ἀλέας πεπορισμέναι»
    21 KB (1,784 words) - 15:55, 2 July 2020
  • , Cyr.Al.Mt.233.2. Source: βοώνης βοώνης, ο (Α) στην Αθήνα άρχοντας αρμόδιος να αγοράζει βόδια για θυσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους + -ώνης < ωνούμαι «αγοράζω»]
    3 KB (215 words) - 20:20, 30 June 2020
  • ως ουσ. τὸ ἐπιεικές α) επιείκεια, συγκαταβατικότητα β) αγαθότητα αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος («τύμβον δ’ οὐ μάλα πολλόν... ἀλλ’ ἐπιεικέα τοῖον», Ομ. Ιλ
    22 KB (1,912 words) - 16:05, 4 July 2020
  • ἀπροσδοκήτου κακοῡ γενομένου», Θουκ.) 7. φρ. α) «οἷός εἰμι» (με απαρμφ.) i) είμαι αρμόδιος, κατάλληλος ή ικανός για κάτι («οὐ γὰρ ἦν ὥρα οἵα τὸ πεδίον ἄρδειν», Ξεν
    26 KB (2,394 words) - 14:34, 4 July 2020
  • ον, ein Lastschiff, Thuc. 6, 88 u. Sp. φορτηγικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἀρμόδιος εἰς φορτηγίαν, εἰς μεταφορὰν φορτίων, πλοῖον φ., φορτηγόν, ἐμπορικόν, Θουκ
    3 KB (206 words) - 14:48, 1 July 2020
  • de. Étymologie: ἐπιμελέομαι. ἐπιμελητικός, -ή, -όν (Α) επιμελητής 1. ο αρμόδιος ή ικανός να φροντίζει κάτι 2. (το θηλ. ή το ουδ. ως ουσ.) ἡ ἐπιμελητική
    2 KB (164 words) - 22:20, 9 January 2019
  • Source: διατηρητικός -ή, -ό (Α διατηρητικός, -ή, -όν) ο κατάλληλος, ο αρμόδιος να διατηρεί, να διαφυλάσσει αρχ. το ουδ. ως ουσ. το διατηρητικόν η διατήρηση
    2 KB (190 words) - 15:10, 30 June 2020
  • -όν, Α προσομιλῶ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προσομιλία ή ο αρμόδιος για συναναστροφή 2. αυτός που γίνεται με συναναστροφή, επικοινωνία 3. το
    2 KB (131 words) - 14:07, 1 July 2020
  • με χρυσό, όμοιος με χρυσό. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο)- + πρεπώδης «κατάλληλος, αρμόδιος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1,011 bytes (47 words) - 15:25, 1 July 2020
  • ὑπαντῶν, Πτολεμ. Τετράβ. 141, ἐν τῇ Ἀστρολογίᾳ. -ή, -όν, Α ὑπαντῶ αστρολ. αρμόδιος ή επιτήδειος για συνάντηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    787 bytes (39 words) - 15:19, 1 July 2020
  • μόσχευμα πρόσφορος, κατάλληλος στο να βλαστήσει παραφυάδες, μοσχεύματα, αρμόδιος, επιτήδειος για μόσχευση («μοσχευματική ράβδος»). Αναζήτηση σε: Google
    645 bytes (43 words) - 06:48, 29 September 2017
  • οpportunismo < ιταλ. opportuno < λατ. οpportunus «πρόσφορος, επιτήδειος, αρμόδιος» + κατάλ. -ism (βλ. λ. -ισμός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (160 words) - 12:05, 29 September 2017
  • οpportunismo < ιταλ. opportuno < λατ. οpportunus «πρόσφορος, επιτήδειος, αρμόδιος» + κατάλ. -ism (βλ. λ. -ισμός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (160 words) - 12:10, 29 September 2017
  • Δίων Κ.) 2. δίκαιος, χρηστός («ἐναισίου δὲ σοῦ τύχοιμι», Σοφ.) 3. πρέπων, αρμόδιος, κατάλληλος («ὑβρισμοὺς οὐκ ἐναισίους», Αισχ.). Αναζήτηση σε: Google |
    628 bytes (48 words) - 07:08, 29 September 2017
  • οικειώ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην οίκείωση ή ο πρόσφορος, ο αρμόδιος για εξοικείωση («τέχνης οἰκειωτικῆς», Πλάτ.) 2. προσοικειωτικός, προσαρμοστικός
    619 bytes (50 words) - 12:07, 29 September 2017
  • ἐπιτηρέω. -ή, -ό (Α ἐπιτηρητικός, -ή, -όν) επιτηρητής νεοελλ. κατάλληλος ή αρμόδιος να επιτηρεί, αυτός που έχει εντολή να επιτηρεί («επιτηρητικός στρατός»
    2 KB (120 words) - 15:38, 1 July 2020
  • τίτλος αξιωματούχου στην Αίγυπτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο)- + ὑποδέκτης «ταμίας, αρμόδιος για την παραλαβή χρημάτων του δημόσιου ταμείου»]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (87 words) - 14:54, 1 July 2020
  • υποφερτός («ἵνα ἔργα γελαστά καὶ οὐκ ἐπιεικτὰ ἴδησθε», Ομ. Οδ.) 3. (με δοτ.) αρμόδιος, κατάλληλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εικ-τός (< είκω «υποχωρώ, οπισθοχωρώ»)].
    779 bytes (50 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 38. -ον, Α 1. ο ένας μαζί με τον άλλο ή ο ένας εναντίον του άλλου 2. αρμόδιος ή πρόσφορος («προσάλληλος καρπὸς τόπῳ», Θεόφρ.) 3. αμοιβαίος 4. σχετικός
    2 KB (100 words) - 10:05, 1 July 2020
  • ἐξαγορεῖον. Source: ἐξαγορευτικός ἐξαγορευτικός, -ή, -όν (Α) εξαγορεύω ο αρμόδιος να εκφράσει ή να ερμηνεύσει κάτι («καὶ τῶν ἐννοηθέντων ἐξαγορευτική, καὶ
    2 KB (167 words) - 15:37, 1 July 2020
  • που είναι επιτήδειος ή κατάλληλος στο να μεταστρέφει ή αυτός που είναι αρμόδιος στο να διευθύνει («τῶν ἀγωγῶν ἄν εἴη καὶ μεταστρεπτικῶν ἐπὶ τὴν τοῦ ὄντος
    2 KB (140 words) - 12:40, 15 February 2019
  • καὶ εἰκὼς Αἰσχύλ. Ἀγ. 760, Χο. 560, Εὐρ. Κύκλ. 376, Ἀριστοφ. Σφ. 1321. 2) ἀρμόδιος, ἁρμόζων, κατάλληλος, μῦθοί γε ἐοικότες... ὧδε ἐοικότατα μυθήσασθαι Ὀδ
    47 KB (4,337 words) - 18:10, 4 July 2020
  • υποφερτός («ἵνα ἔργα γελαστά καὶ οὐκ ἐπιεικτὰ ἴδησθε», Ομ. Οδ.) 3. (με δοτ.) αρμόδιος, κατάλληλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εικ-τός (< είκω «υποχωρώ, οπισθοχωρώ»)].
    4 KB (298 words) - 09:40, 30 June 2020
  • (για πλοίο) αυτός που έχει καλά καθίσματα, ο εΰσσελμος 5. ο ταιριαστός, ο αρμόδιος 6. φρ. «καθέδρα εὔεδρος» — ασφαλές κάθισμα πάνω στο άλογο 7. φρ. «ὄρνιν
    1 KB (105 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -όν) μετρητής 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μέτρηση ή που είναι αρμόδιος για μέτρηση ή που είναι ικανός στη μέτρηση («ἐπειδή μέτρον καὶ μετρητικἠ
    4 KB (286 words) - 10:55, 1 July 2020
  • Παραδείγματα λέξεων σε -ιος: άγιος, άθλιος, αιθέριος, αίθριος, αιώνιος, αρμόδιος, αυτοσχέδιος, βαθύσκιος, γαλήνιος, γενέθλιος, δέσμιος, δόλιος, εγκύκλιος
    28 KB (1,746 words) - 15:15, 15 January 2019