Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἔμφρων" on this wiki. See also the other search results found.

  • τίθησ’ ἐγκύμονα), Αἰσχύλ. Προμ. 848· ἔμφρων εἰμὶ ὁ αὐτ. Χο. 1026· ἔμφρων καθίσταμαι Σοφ. Αἴ. 306· ποιητὴς... οὐκ ἔμφρων ἐστὶν Πλάτ. Νόμ. 719C· ἀντὶ μανικῶν
    16 KB (1,547 words) - 13:50, 9 January 2019
  • πάνσοφος (Plat.), Ar. and P. ὑπέρσοφος (Plat.). Sensible: P. and V. σώφρων, ἔμφρων, εὔβουλος, συνετός, V. ἀρτίφρων (also Plat. but rare P.), φρενήρης, ὀρθόβουλος
    888 bytes (94 words) - 10:09, 21 July 2017
  • P. and V. σώφρων, ἔμφρων, εὔβουλος, Ar. and P. φρόνιμος. Be prudent, v.: P. and V. σωφρονεῖν. Of things: P. and V. σώφρων, ἔμφρων, Ar. and P. φρόνίμος
    468 bytes (53 words) - 09:50, 21 July 2017
  • and V. μανιώδης, ἔμπληκτος; see mad. In one's senses: use adj., P. and V. ἔμφρων, ἔννους, V. φρενήρης, ἀρτίφρων (also Plat. but rare P.). Be in one's senses
    2 KB (197 words) - 10:01, 21 July 2017
  • φρονεῖν:see sane. Prudent: P. and V. σώφρων, ἔμφρων, εὔβουλος, Ar. and P. φρόνιμος. Of things: P. and V. σώφρων, ἔμφρων, Ar. and P. φρόνιμος. Be sensible, v.:
    861 bytes (86 words) - 06:39, 22 August 2017
  • ἐξ ἄλλου, Αἰσχύλ. Θήβ. 576, Σοφ. Ο. Τ. 1403· οὔτ’ ἀβέλτερος οὔτ’ αὖθις ἔμφρων Ἄλεξ. ἐν «Φαίδρῳ» 1. 8· ἐνίοτε ἐν τῇ ἀποδόσει ἀντὶ τοῦ δε, τοῦτο μέν..,
    2 KB (176 words) - 11:42, 5 August 2017
  • adj. P. and V. σοφός, σώφρων, ἔμφρων, δριμύς (Eur., Cycl.), συνετός, ἔννους, πυκνός (Plat.), P. ἀγχίνους, Ar. and P. φρόνιμος, ὀξύς. Of things: P. and
    457 bytes (50 words) - 10:01, 21 July 2017
  • -ον (AM ἔμφρων, -ον) φρόνιμος, γνωστικός, μυαλωμένος («οἱ ἄφρονες ἀπεδείχθησαν ἔμφρονες») αρχ. 1. μυαλωμένος, αυτός που έχει σώες και ακέραιες τις φρένες
    1 KB (100 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ἔμφρων, ἔννοος, ἐναίσιμος, βούλιος, βουλήεις, ἀρτιόφρων, ἐμφρόνιμος, ἔμφρενος
    194 bytes (8 words) - 07:20, 22 August 2017
  • ἀνορθοῦν, Ar. and P. ἐπανορθοῦν. In one's right mind, adj.: P. and V. ἔννους, ἔμφρων; see sane. Right as opposed to left: P. and V. δεξιός. The right hand: P
    4 KB (444 words) - 11:01, 7 August 2017
  • adj. P. and V. ἔννους, ἔμφρων, V. φρενήρης, ἀρτίφρων (also Plat. but rare P.). Of things: P. and V. ἔμφρων; see wise. Be sane, v.: P. and V. φρονεῖν, εὖ
    4 KB (583 words) - 21:25, 27 February 2019
  • ἀστεῖος, διανοητικός, ἀνθρωπόνους, ἔμφρων, διανοητής, ἔνδοξος, εἰδύλος
    178 bytes (7 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ἀριφραδής, εἰδήμων, γνώστης, ἔμφρων, ἔνδοξος, εἰδύλος
    141 bytes (6 words) - 06:38, 22 August 2017
  • ἐγκέλευστος, ἐμψυχήϊος, ἐμψυχόω, ἔμψυχος, ἔνθεος, ἔμφρων, αἰόλος
    167 bytes (7 words) - 06:52, 22 August 2017
  • de Galilea al este del Jordán, actual Et-Taybeh, I.AI 12.346. Source: Ἐμφρών
    102 bytes (17 words) - 12:28, 21 August 2017
  • adj. Endowed with reason: use P. and V. λόγον ἔχων. Sane: P. and V. ἔμφρων; see sane. Reasonable: P. and V. εὔλογος. Look up rational on Perseus Dictionaries
    303 bytes (39 words) - 09:49, 21 July 2017
  • adj. Possessed of reason: P. and V. λόγον ἔχων. Sane: P. and V. ἔμφρων; see sane, sensible. Probable: P. and V. εἰκώς. Fair, equitable: P. and V. ἐπιεικής
    825 bytes (93 words) - 09:49, 21 July 2017
  • at learning: P. εὐμαθής. Wise, clever: P. and V. σοφός, συνετός, ἔννους, ἔμφρων, Ar. and P. φρόνιμος. Of things: Ar. and P. φρόνιμος. Look up intelligent
    521 bytes (81 words) - 09:00, 10 January 2019
  • adj. Of persons: P. and V. εὔβουλος, συνετός, ἔμφρων, σώφρων, Ar. and P. φρόνιμος. Of things: P. and V. ἔμφρων, σώφρων, Ar. and P. φρόνιμος. Look up judicious
    326 bytes (42 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ἀντιληπτικός, ἐνδαής, ἔμφρων, ἀρραδιούργητος
    118 bytes (4 words) - 06:58, 22 August 2017
  • ἀνωρεπής, ἀλκήεις, ἔμφρων, ἔνθυμος
    98 bytes (4 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἡμαρτηκότες (Soph., Ant. 926). Conscious, as opposed to insensible: P. and V. ἔμφρων. Look up conscious on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    806 bytes (90 words) - 09:26, 21 July 2017
  • ἀνδρικός, δυνατός, ἀνδρεῖος, ἔμφρων, ἄρρηκτος
    123 bytes (5 words) - 06:58, 22 August 2017
  • Th.576, S.OT1403, Pl.Ap.24b; on the other hand, οὔτ' ἀβέλτερος οὔτ' αὖ. ἔμφρων Alex. 245.8; sts. in apodosi for δέ, τοῦτο μέν… τοῦτ' αὖθις… S.Ant.167;
    13 KB (1,232 words) - 11:10, 26 February 2019
  • ἀντιληπτικός, διανοητός, ἔμφρων
    88 bytes (3 words) - 06:44, 22 August 2017
  • ἔμφρων, ἔννοος
    52 bytes (2 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ἐνδιακρίτως, ἔμφρων
    62 bytes (2 words) - 07:10, 22 August 2017
  • 536 b. ἀρτίφρων: -ον, γεν. ονος, (ἄρτιος, φρὴν) ὁ τὰς φρένας ἄρτιος, ἔμφρων. οὔτε μάλ’ ἀρτίφρων Ὀδ. Ω. 261. πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 295, Πλάτ. Πολ. 536Β· ἀρτίφρων
    4 KB (335 words) - 20:20, 9 January 2019
  • ἀστικός, ἔμφρων
    54 bytes (2 words) - 06:58, 22 August 2017
  • τελετήν, Phaedr. 250 c; auch im med., μετὰ θεοὺς καὶ τοῖς δαίμοσιν ὅ γ' ἔμφρων ὀργιάζοιτ' ἄν, Legg. IV, 717 b. Er braucht es auch neben τιμάω, wie wir »feiern«
    6 KB (522 words) - 17:35, 10 January 2019
  • and V. σαφής, ἐμφανής; see clear. Sensible, in one's senses: P. and V. ἔμφρων. Look up lucid on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    236 bytes (33 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 06:44, 22 August 2017
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 06:46, 22 August 2017
  • adv. sensément, avec prudence; Sp. ἐμφρονέστατα. Étymologie: ἔμφρων. ἐμφρόνως: (благо)разумно, рассудительно Plat., Plut.
    261 bytes (14 words) - 19:44, 31 December 2018
  • Sleep, Call.Del.234; σκότος Lyc.1127, etc.    2 of persons, oblivious, opp. ἔμφρων, S.E.M.7.129.    II of or from Lethe, ἄκατος AP9.279 (Bass.); v.λήθη 11
    3 KB (219 words) - 13:30, 9 January 2019
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 06:51, 22 August 2017
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • φρόνῐμος: -ον, καὶ η, ον, Πλούτ. 2. 1070Β· ― ὁ ἔχων σώας τὰς φρένας, ἔμφρων, Σοφ. Αἴ. 259. ΙΙ. ἀτάραχος, Ξεν. Κύρ. 5. 2, 17· τὸ φρόνιμον, ἑτοιμότης
    14 KB (1,271 words) - 14:44, 3 October 2019
  • nur in der davon abgeleiteten Form πινυτός vorkommen. πνῠτός: πινυτός, «ἔμφρων, σώφρων» Ἡσύχ. -ή, -όν, Α ο πινυτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πέπνυμαι. Αναζήτηση
    781 bytes (40 words) - 12:18, 29 September 2017
  • sur βέλτερος, avec ἀ augmentatif : « vraiment trop bon » (ironique). Ant. ἔμφρων. -ον • Morfología: [-α, -ον Pl.Phlb.48c; sup. -ώτατος Ar.Ra.989, compar
    5 KB (468 words) - 14:13, 2 October 2019
  • umarmen, καὶ κεῖνος πατέρα προσπτύξεται, Od. 11, 451; ἐς δ' ὑγρὸν ἀγκῶν' ἔτ' ἔμφρων παρθένῳ προσπτύσσεται, Soph. Ant. 1222, so auch Luc. D. D. 7, 3; überh.
    2 KB (180 words) - 19:33, 2 August 2017
  • πάντες E.Hel.1600, cf. Rh.792, A.R.3.36, 4.1337, νέκυς Nonn.D.12.174 •c. gen. ἔμφρων δ' ἀνᾴξας ὁ ξένος πεσήματος E.IT 315, θώκου Nonn.D.41.309. 2 abs. c. otros
    8 KB (701 words) - 16:00, 9 January 2019
  • c. ind., ἧος ἐνὶ Τροίῃ πολεμίζομεν Od.13.315, cf.17.358,390; ἕ. δ' ἔτ' ἔμφρων εἰμί A.Ch.1026, cf. Pers.710 (troch.); ἕ. ἔτι ἐλπὶς [ἦν] Th.8.40; ἕ. ἔτινέος
    50 KB (5,701 words) - 13:40, 3 October 2019
  • reaonable, prudent, rational (Od.). Other forms: Variant forms are πνυτός ἔμφρων, σώφρων H., often in Cypr. PN, e.g. Πνυτ-αγόρας (Masson Beitr. z. Namenforsch
    6 KB (584 words) - 12:30, 9 January 2019
  • auch jetzt noch, 1, 455; νῦν δ' ἔτι ζεῖ Aesch. Spt. 690; Ag. 792; ἕως ἔτ' ἔμφρων εἰμί Ch. 1022; εἰ Ζεὺς ἔτι Ζεύς Soph. O. C. 629, wie εἴπερ ἴσχει Ζεὺς ἔτ'
    30 KB (3,322 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 06:43, 22 August 2017
  • κ. Hdt. 1.87; οἱ μὲν ὀφθαλμῶν ἰητροὶ κατεστέασι, οἱ δὲ κεφαλῆς Id.2.84; ἔμφρων καθίσταται S.Aj.306; τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων Epicur. Sent.13; ἐς μάχην
    85 KB (8,170 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 20, Πολύβ. 2. 15, 4. 4) βλέπω, ἐξετάζω, τὴν οἰκίαν Ἀθήν. 179Α. ΙΙ. εἶμαι ἔμφρων, ἔχω σῴας τὰς φρένας (ἄνευ ἀντικειμ.) (ὡς τὸ καταφρονεῖν, ἀντίθετ. τῷ παραφρονεῖν)
    10 KB (936 words) - 13:48, 3 October 2019
  • ες, wie ein Verständiger, Hippoer. ἐμφρονώδης: -ες, (εἶδος) φαινόμενος ἔμφρων, ἐμβλέψιες ἐμφρονώδεες σφόδρα Ἱππ. 1211F. -ες medic. que muestra consciencia
    1 KB (57 words) - 07:08, 29 September 2017
  • Hp.Epid.5.22. [Seite 820] zur Besinnung kommen, Hippocr. ἐμφρονέω: (ἔμφρων) ἔρχομαι εἰς τὰς φρένας μου, Ἱππ. 1149Α. estar consciente, aor. recuperar
    832 bytes (39 words) - 12:28, 21 August 2017
  • φρενόσπασμος, φρενοσπληνικός. (Β συνθετικό) αλλόφρων, άφρων, έκφρων, ελληνόφρων, έμφρων, εναντιόφρων, ετερόφρων, εχέφρων, ματαιόφρων, μεγαλόφρων, ομόφρων, ορθόφρων
    12 KB (773 words) - 11:10, 14 January 2019
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • τέχνης 1 καὶ 32. -ον, Α εξαιρετικά σοφός, σοφότατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ἔμφρων «λογικός, μυαλωμένος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    477 bytes (32 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ἔμφρων
    33 bytes (1 word) - 07:17, 22 August 2017
  • Ἐμφρών
    33 bytes (1 word) - 06:45, 22 August 2017
  • σύνδεση του ρ., εξάλλου, με τον τ. παρακμ. πέπνυμαι και το επίθ. πνυτός ἔμφρων, σώφρων (Ησύχιος) προσκρούει σε σοβαρές σημασιολογικές δυσχέρειες (βλ. λ
    50 KB (4,805 words) - 14:15, 3 October 2019
  • сознательный = βαθύς, θεωρητικός, ἔννοος, ἔννους, ἔμφρων Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    117 bytes (41 words) - 09:20, 15 October 2019
  • L’élém. ach. 134f.); auch Aor. Pass. Opt. 2. sg. πνυθείης (Nik.) und πνυτός· ἔμφρων, σώφρων H., oft in kypr. PN, z.B. Πνυταγόρας (Masson Beitr. z. Namenforsch
    15 KB (1,448 words) - 15:35, 2 October 2019
  • находящийся в сознании = ἔμφρων Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    37 bytes (39 words) - 02:10, 14 October 2019
  • рассудительный = ἔμφρων, συνετός, εὔβουλος, εὐγνώμων, ἀρτίφρων, δαΐφρων, φρόνιμος, σώφρων, σαόφρων, σοφός, σύννοος, σύννους, εὔφρων, ἐΰφρων, νοήμων, πεπνυμένος
    729 bytes (69 words) - 08:05, 15 October 2019
  • πραγματικός, βουλήεις, ἐοικώς, λογιστικός, πινυτός, ἀριφραδής, ἐσθλός, ἔμφρων Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    904 bytes (77 words) - 10:00, 15 October 2019
  • сопровождаемый сознанием = ἔμφρων Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    37 bytes (38 words) - 09:10, 15 October 2019
  • ein Festgestelltsein, eine feste Haltung gewonnen haben; ἡ ἑστηκυῖα καὶ ἔμφρων ἡλικία Plat. Legg. VII, 882 c, wie καθεστώς, das bestehende, feste, sichere;
    126 KB (12,513 words) - 13:45, 3 October 2019
  • ἔμφρενος: ὁ, = ἔμφρων, Ἰω. Μαλαλ. σ. 120. 13. -ον sensato, razonable μηδὲν ἔμφρενον λογιζόμενοι de los enamorados, Io.Mal.Chron.5.120. Source: ἔμφρενος
    251 bytes (24 words) - 12:28, 21 August 2017
  • μηδὲ φρονεῖν Πλάτ. Σοφ. 249Α· ― ἀλλ’ ὡσαύτως, ἔχω τὰς φρένας μου, εἶμαι ἔμφρων, ἔχω σώας τὰς φρένας, φρονοῦντα, ἀντίθετον τῷ μεμηνότα. Σοφ. Αἴ. 82, πρβλ
    68 KB (6,739 words) - 14:40, 3 October 2019
  • φρενόσπασμος, φρενοσπληνικός. (Β συνθετικό) αλλόφρων, άφρων, έκφρων, ελληνόφρων, έμφρων, εναντιόφρων, ετερόφρων, εχέφρων, ματαιόφρων, μεγαλόφρων, ομόφρων, ορθόφρων
    65 KB (6,122 words) - 14:40, 3 October 2019
  • τα 500.000 έτη πριν από την εποχή μας β) «χόμο σάπιενς» (βιολ.-ανθρωπολ.) έμφρων άνθρωπος, ο σύγχρονος, με τα γεωλογικά κριτήρια, άνθρωπος, του οποίου η
    2 KB (145 words) - 12:48, 29 September 2017