Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὡραία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Jahreszeit, Frühling u. Sommer. vgl. ὡραῖος, B. A. 73. ὡραία: ἡ, ἴδε ὡραῖος Ι. 3. ας (ἡ) : v. ὡραῖος. ὡραία: ион. ὡραίη ἡ (sc. ὥρα) надлежащее (свое) время
    1 KB (76 words) - 08:24, 31 December 2018
  • ὡραία = the season for sailing ⇢ Look up "ἡ ὡραία" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient
    64 bytes (28 words) - 21:15, 3 July 2020
  • ἥβην ἦλθεν ὡραία γάμων», Ευρ.) β) εσχατόγηρος 6. αυτός που αρμόζει σε κάποιον (α. «βίος τε εὐκλεὴς καὶ θάνατος ὡραῑος», Ξεν. β. «ἔνθα... ὡραῑα ἐπετέλουν
    5 KB (404 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ὡραῖα: τά сбор последнего урожая, сельскохозяйственные продукты Thuc., Xen., Plat.
    165 bytes (10 words) - 06:08, 31 December 2018
  • sailing: P. and V. πλοῦς, ὁ, V. εὔπλοια, ἡ. the season for sailing: P. ἡ ὡραία (Dem. 1292). prevention from sailing: P. and V. ἄπλοια, ἡ. when sailing was
    1 KB (119 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ὡραία, Κυρηναῖοι, Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ὡραία, Κηρηναίοι». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • particul. mûr pour le mariage : ὡραία γάμου ou γάμων HDT, XÉN mûre pour le mariage, nubile ; avec un gén. de pers. : ὡραία ἀνδρός HDT jeune fille mûre pour
    25 KB (2,260 words) - 18:20, 8 July 2020
  • ὡραίη: ἡ ион. = ὡραία.
    69 bytes (4 words) - 06:20, 1 January 2019
  • μέρος ή πύργος από όπου βλέπει κανείς σε μεγάλη απόσταση ή από όπου έχει ωραία θέα 2. το μέρος προς το οποίο βλέπει κανείς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    595 bytes (56 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τὰ ὡραῖα = fruit of the soil, fruits of the earth, produce of the seasons, the fruits of the season ⇢ Look up "τὰ ὡραῖα" on Google | LSJ full text search
    142 bytes (41 words) - 22:10, 3 July 2020
  • και φτερά χιονάτα», Παλαμ. β. «ἐβλάστησεν ἡ κόρη πανεύμορφος καὶ εὐθαλής, ὡραία, χιονάτη», Διγεν. Ακρ.) 2. το θηλ. ως ουσ. η Χιονάτη πασίγνωστη ηρωίδα παιδικών
    920 bytes (69 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 806b18, Men.Sam.46.    II a form of speech, dialect, Ev.Matt. 26.73; ἡ λ. σου ὡραία LXX Ca.4.3; style, Phld.Rh.2.27 S. [Seite 9] ἡ, Geschwätz, Gerede, nach
    8 KB (666 words) - 14:25, 7 July 2020
  • («ἦ σὸν τὸ κλεινὸν εἶδος Ἠλέκτρας τόδε» [[[αντί]]: η Ηλέκτρα], Σοφ.) 3. ωραία όψη 4. στον πληθ. διακοσμητικά σχέδια 5. ιατρ. ιδιοσυγκρασία 6. μουσ. η μουσική
    3 KB (217 words) - 07:06, 29 September 2017
  • άλλα») νεοελλ. 1. ως επίθ. μερικοί, -ές, -ά, κάποιοι, -ες, -οια («είδα κάτι ωραία πράγματα») 2. ως προσδιορισμός για έξαρση ή μείωση («έχει κάτι μάτια») 3
    3 KB (210 words) - 14:05, 8 January 2019
  • ο 1. μεγάλο κομμάτι 2. ωραία και προκλητική γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθ. του τ. κομμάτι, πρβλ. κεφάλι: κέφαλος, κλωνί: κλώνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    339 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • συναπτόμενον τῷ Ἀφροδίτη, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφροδ. 2. 2) μετάφορ., ἐπὶ ὡραίας κόρης, = ὡραία ὡς Ἀφροδίτη, Ὀππ. Ἁλ. 4. 235. ΙΙ. ὡς προσηγορ., ἔρως, πάθος, Εὐρ. Βάκχ. 773·
    6 KB (505 words) - 10:10, 29 June 2020
  • φιλτάτης μ. σποδὸν Σοφ. Ἠλ. 1159. 2) συχνάκις, ὡς τὸ Λατ. forma, species, ὡραία μορφή, Πινδ. Ο. 6. 128., 9. 99, κτλ. 3) καθόλου, εἶδος, σχῆμα, ἐξωτερικόν
    32 KB (2,957 words) - 09:35, 8 July 2020
  • (I) το (AM ἄρωμα) νεοελλ. η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά αρχ. 1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα 2. τα καλλιεργούμενα μυρωδικά, τα μπαχαρικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής 1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση 2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και σεμνότητα ήθους 3. ευγενική, πολιτισμένη συμπεριφορά
    788 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    1 KB (91 words) - 14:00, 8 January 2019
  • μαθημάτων Πλάτ. Πολ. 444D, Γοργ. 475Α· ἐς κάλλος ἀσκεῖ, προσπαθεῖ νὰ φαίνηται ὡραία, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ κάλλος αὐτῆς, Εὐρ. Ἠλ. 1073· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας δαίμων
    18 KB (1,657 words) - 20:30, 7 July 2020
  • ἡ. season of marriage: V. γάμων ἀκμή, ἡ. the fruits of the season: P. τὰ ὡραῖα. in season: see seasonably. out of season: see unseasonably. spice: P.
    726 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ὁ; see fruit. grain: P. and V. σῖτος, ὁ. produce of the seasons: P. τὰ ὡραῖα. produce (of money, etc.): P. ἐπικαρπία, ἡ. ⇢ Look up "produce" on Perseus
    2 KB (155 words) - 09:15, 20 May 2020
  • β' πρόσ. του αδύνατου τύπου της κτητικής αντωνυμίας («τα μάτια σου είναι ωραία»). (II) το, Ν άκλ. είδος γλυκού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chou (a la creme) «μικρό
    740 bytes (56 words) - 11:55, 9 January 2019
  • στάχυς, ὁ, V. γῆς βλαστήματα, τά. γῆς φυτά, τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα. corn: P. and V. σῖτος, ὁ. tree fruit: P. and V. ὀπώρα, ἡ. P. δένδρων καρπός
    2 KB (197 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ὡραία ⇢ Look up "the season for sailing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    48 bytes (22 words) - 12:15, 23 May 2020
  • και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον) Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος μσν.- νεοελλ. 1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα») 2. (για
    4 KB (281 words) - 15:20, 15 January 2019
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    1 KB (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • τελευταία εισάγεται με τον αλλά για να δηλώσει σπουδαιότητα «ωραία η εμφάνισή του, ωραία η ομιλία του, αλλά το κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • περὶ τοῦ κυνὸς Ἄργου, Ὀδ. Ρ. 308, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 107· ἴδε ἐν λ. δέμας. 2) ὡραία μορφή, κάλλος, ὡς τὸ Λατ. forma, Ὀδ. Ρ. 454, Ἡρόδ. 1. 199., 8. 105, κτλ.·
    52 KB (5,442 words) - 23:00, 7 July 2020
  • σύνθεση («παίζει στο πιάνο και τραγουδάει το ίδιο κομμάτι κάθε απόγευμα») 3. ωραία και προκλητική γυναίκα, κόμματος 4. στον πληθ. κομμάτια συντρίμμια, θραύσματα
    3 KB (250 words) - 07:25, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός, κόσμιος μσν. μεγαλοπρεπής
    1 KB (90 words) - 12:25, 15 February 2019
  • 1128Η, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 1, 6, π. Ζ. Γεν. 2. 4, 10. ΙΙ. λεπτὰ καὶ ὡραῖα ὑποδήματα, Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. λευκά: τά 1) (sc. ἱμάτια) белые одежды
    718 bytes (68 words) - 07:52, 31 December 2018
  • -ον) αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος 2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ
    695 bytes (44 words) - 06:19, 29 September 2017
  • κούκλα κι από μέσα πανούκλα» — λέγεται για καθετί κακό, το οποίο όμως έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. πανούκλα < λατ. panucula, υποκορ. του
    666 bytes (50 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ονομασία τών φυτών που κατά παλαιότερη ταξινόμηση ήταν γνωστά ως ερείκη η ωραία και ερείκη η δενδρώδης 3. φρ. μτφ. «δεν μπαίνω σε καλούπι» ή «δεν βάζω σε
    1 KB (96 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    3 KB (191 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Rep. IX, 573 d, κῶμοι καὶ θάλειαι, früher θαλίαι. θάλεια: ἡ, θάλλουσα, ὡραία, ἄφθονος· παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐπὶ εὐωχίας ἢ συμποσίων, θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ
    8 KB (717 words) - 08:40, 8 July 2020
  • καλοπιάνω) 1. φέρομαι καλά, κολακεύω κάποιον, τον πιάνω με το καλό 2. προσπαθώ με ωραία και παρήγορα λόγια να εξευμενίσω κάποιον νεοελλ. 1. πιάνω κάτι καλά, γερά
    711 bytes (67 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ευνοημένος από την τύχη (μσν) 1 (για τόπο) κατάλληλος για κάτι 2. όμορφος, με ωραία εμφάνιση 3. ευγενικός, λεπτός αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπιδέξια τα
    3 KB (247 words) - 06:31, 29 September 2017
  • καλοκαίριον) το θέρος, η θερινή εποχή νεοελλ. 1. καλός καιρός, καλοκαιρία, ωραία μέρα 2. φρ. ειρων. «όξω από τα καλοκαίρια» — για αυτούς που κρύβουν την πραγματική
    2 KB (112 words) - 07:21, 29 September 2017
  • θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι») 2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα νεοελλ. γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό») αρχ.-μσν. εκπληκτικός
    1 KB (74 words) - 06:39, 29 September 2017
  • εὐτυχίαν, ἐπὶ τῆς Ἀφροδίτης, Σοφ. Τρ. 515, Ἀνθ. Π. 5. 545 · ἐπὶ νύμφης, ὡραία, Σοφ. Ἀντ. 795. ος, ον : 1 dont la couche est désirable; 2 propice aux
    2 KB (159 words) - 15:50, 30 June 2020
  • γῆς βλαστήματα, τά, γῆς φυτά τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα. (Plato), τὰ ὡραῖα. he who provides the seed is responsible for the crop: P. ὁ τὸ σπέρμα παρασχὼν
    2 KB (152 words) - 08:50, 20 May 2020
  • μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.) 3. φρ. «είναι ζωγραφιά» — είναι ωραίος ή ωραία μσν. αγιογραφία μσν.-αρχ. ζωγραφική τέχνη αρχ. 1. το ζωγράφισμα 2. (για πρόσ
    1 KB (102 words) - 07:16, 29 September 2017
  • εἰς ὄνυχα, ad unguem expressit, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 13· σύμπηξις εἰς ὄνυχα, ὡραία, λεπτή, τελεία ἁρμογή, ὡς τὸ Λατ. committere in unguem, Γαλην. 4, σ. 11·
    29 KB (2,987 words) - 17:55, 8 July 2020
  • 1. (επιφών. επιδοκιμασίας και θαυμασμού) εύγε, έξοχα, πολύ ωραία 2. ειρωνικά και σε εκφράσεις αποδοκιμασίας («μπράβο σου, το έσπασες το ποτήρι») 3. (ως
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • «ἐπιτελῆ, εἰς πέρας ἀγόμενα» Σουΐδ.: ― ἐπὶ γυναικός, ἡ ἐν ὥρᾳ γάμου, «ἐπιτελής· ὡραία γαμεῖσθαι» Ἡσύχ. ― Ἐπίρρ. -έως, ἐπὶ τέλους, Ἀρετ. π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 8
    6 KB (452 words) - 15:35, 4 July 2020
  • εὐπροσωπία, ἡ (Α) ευπρόσωπος ωραία όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    134 bytes (17 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ξεθώριασε) 3. βλέμμα («ελόγιασα να τή θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώνω», Ερωτόκρ.) 4. ωραία όψη, ευχάριστη όψη («φέρνει μόσχους και θωριές εις τ' άνθη μ' ένα φίλημα»
    923 bytes (78 words) - 07:18, 29 September 2017
  • κριθῶν, οἷσι δὴ καὶ τὰ ἅπαντα ἀκολουθείτω τὰ ἄλλα ὡραῖα νεμόμενα, Legg. VIII, 847 e. – Dah. ἡ ὡραία, sc. ὥρα, die Jahreszeit, in welcher die Feldfrüchte
    7 KB (740 words) - 14:35, 14 January 2019
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    3 KB (231 words) - 14:10, 30 June 2020
  • μου» — γίνεται ό,τι θέλω δ) «περνάει η μπογιά της» — διατηρείται ακόμη η ωραία της εμφάνιση ε) «περασμένα ξεχασμένα» — πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς δυσάρεστες
    6 KB (474 words) - 12:17, 29 September 2017
  • (για ανθρώπους και κυρίως για γυναίκες) αυτός που έχει αρμονικές γραμμές, ωραία σωματική διάπλαση και ωραίες αναλογίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -γραμμος (<
    731 bytes (48 words) - 07:20, 29 September 2017
  • 1. ντύνω κάποιον ωραία, κομψά 2. ντύνω κάποιον με καλά ρούχα 3. (η μτχ. παθ. παρκμ.) καλοντυμένος, -η, -ο 1. ντυμένος ωραία, κομψά 2. ντυμένος με επίσημη
    381 bytes (37 words) - 06:37, 29 September 2017
  • μουσικών οργάνων 4. ναυτ. είδος ιστίου 5. φρ. α) «έχει δυνατή πένα» — γράφει ωραία β) «στην πένα» — άψογα, έξοχα, τέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. penna < λατ. penna
    1 KB (106 words) - 11:45, 9 January 2019
  • Ομοιότητα στον σχηματισμό παρουσιάζει το αρχ. ινδ. sudiv-, su-div-a-m «ωραία μέρα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (97 words) - 06:33, 29 September 2017
  • сезон = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    52 bytes (38 words) - 09:50, 14 October 2019
  • Or.23(42).20, 36(48).120, Philostr.Ep.16. Τέμπεα: συνῃρ. Τέμπη, τά, ἡ ὡραία κοιλὰς ἡ μεταξὺ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Ὄσσης, δι’ ἧς ὁ Πηνειὸς ῥέων ἐκβάλλει
    4 KB (324 words) - 14:29, 30 June 2020
  • και όμορφος, -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη, ο νόστιμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    124 bytes (20 words) - 07:08, 29 September 2017
  • -α, -ο (AM καλλιπάρειος, -ον) αυτός που έχει ωραίες παρειές, ωραία μάγουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πάρειος (< παρειά «μάγουλο»), πρβλ. λευκο-πάρειος, χαλκο-πάρειος]
    519 bytes (32 words) - 06:38, 29 September 2017
  • -ο (Α ἄγευστος, -ον) 1. αυτός που δεν έχει γεύση 2. αυτός που δεν έχει ωραία γεύση, ανούσιος, άνοστος 3. αυτός που δεν δοκίμασε, που δεν γνώρισε κάτι
    919 bytes (69 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐειδής, -ές) αυτός που έχει ωραία μορφή (είδος), ο ωραίος, ο όμορφος («γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής», Παπαδ.) αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐειδές
    736 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και αποτελεί το παλαιότερο ίσως άθυρμα του ανθρώπινου γένους 2. μτφ. πολύ ωραία και κομψή γυναίκα («κούκλα είσαι μ' αυτό το ντύσιμο») 3. ομοίωμα ανθρώπου
    2 KB (121 words) - 07:25, 29 September 2017
  • μέντἄν διετέθην Ἀριστοφ. Ὄρν. 1692. 2) ἄνευ ῥήματός τινος, ὡς καὶ νῦν, εὖγε, ὡραῖα! πολὺ καλὰ! Λατ. cuge! Πλάτ. Γοργ. 494C, κ. ἀλλ.· διπλοῦν, εὖγ’, εὖγε Ἀριστοφ
    7 KB (624 words) - 13:40, 4 July 2020
  • εὐάμπελος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία αμπέλια («Σαλαμῑνα τὴν εὐάμπελον», Στράβ.) 2. αυτός που είναι κατάλληλος για ωραία αμπέλια 3. επίθ. του Διονύσου.
    513 bytes (37 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐχαίτης, ὁ (Α) 1. (για άλογα) αυτός που έχει ωραία χαίτη 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος», Καλλ.) 3. ως επίθ. του
    695 bytes (56 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἡδυσώματος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραίο σώμα, ωραία μορφή (ως αντίθ. του ἡδυγνώμων). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + -σώματος (< σώμα), πρβλ. α-σώματος, φιλο-σώματος]
    507 bytes (32 words) - 06:35, 29 September 2017
  • μνημονεύεται ἐκ τοῦ Διον. Ἀρεοπαγ.· - καλλιέργημα, τό, καὶ καλλιεργία, ἡ, ὡραία ἐργασία, Εὐσ. ἐν Βίῳ Κωνστ. 3. 31, 2. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 398
    1 KB (70 words) - 12:45, 1 July 2020
  • καλὸν πετράδιον, ὡραία ψηφίς, «λίθοι.. ὅμοιαι καλολάϊγξιν, αἷς παίζουσιν αἱ κόραι» Τζέτζ. Ἱστ. 7. 254. καλολάιγξ, -ιγγος, ἡ (Μ) ωραία ψηφίδα, όμορφο πετραδάκι
    1 KB (53 words) - 21:15, 30 June 2020
  • θεῷ make them pay a tithe to Apollo, Hdt.7.132; of things, δ. τὰ ἐξ ἀγροῦ ὡραῖα tithe them (as an offering)... X.An.5.3.9; δ. τοὺς Θηβαίους τοῖς θεοῖς Plb
    12 KB (1,150 words) - 22:30, 7 July 2020
  • εὔνυμφος, -ον (Α) αυτός που ανήκει σε ωραία νύφη ή που έχει ωραία νύφη («εὔνυμφον λέχος» — κρεβάτι ωραίας νύφης ή που έχει ωραία νύφη). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νύμφη.
    448 bytes (36 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Α και εὖ γε) (επιφών. επιδοκιμασίας, συχνά σε διπλή ή και τριπλή εκφορά) ωραία! πολύ καλά! μπράβο! («εὖγε, ὦ βέλτιστε», Πλάτ.) αρχ. 1. επίρρ. (σε απαντήσεις
    1 KB (81 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ζαργάνη) νεοελλ. 1. (ιχθυολ.) λαϊκή ονομ. του ψαριού βελόνη η οξεία 2. μτφ. ωραία, ελκυστική και καμαρωτή γυναίκα αρχ. το ψάρι ταινία. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < αρχ
    539 bytes (40 words) - 06:35, 29 September 2017
  • και καρδία μυλωνά» — λέγεται για πρόσωπα ή πράγματα επιφανειακά μεν πολύ ωραία, αλλά κατά βάθος άσχημα β) «όλοι κλαίνε τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι»
    2 KB (172 words) - 11:25, 14 January 2019
  • εὐείμων, -ον (Α) ωραία ντυμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ειμων (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ. κακο-είμων, μελαν-είμων]. Αναζήτηση σε: Google |
    484 bytes (26 words) - 07:14, 29 September 2017
  • βόρεια πλευρά και το κέντρο του ναού και, μπαίνοντας πάλι στο ιερό από την Ωραία Πύλη, τά αποθέτει στην Αγία Τράπεζα «τὰ ἅγια τοῑς ἁγίοις», λειτουργική φράση
    1 KB (127 words) - 06:31, 29 September 2017
  • , ὡς θηλ. κύριον ὄνομα ἡ Πανδώρα, δηλ. ἡ παρὰ πάντων λαβοῦσα δῶρα, γυνὴ ὡραία πλασθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἡφαίστου καὶ λαβοῦσα δῶρα παρὰ πάντων τῶν θεῶν ὅπως ἑλκύσῃ
    5 KB (405 words) - 13:40, 1 July 2020
  • ἱμερόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + -γυιος (< γυῖον), πρβλ. αγλαό-γυιος, λιπό-γυιος]. Αναζήτηση σε: Google
    450 bytes (28 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -η, -ο αυτός που έχει κτιστεί με ωραία μάρμαρα («καλλιμάρμαρο στάδιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -μάρμαρος (< μάρμαρο), πρβλ. ολο-μάρμαρος, πολυ-μάρμαρος
    486 bytes (30 words) - 07:20, 29 September 2017
  • («τον πρύτανη πλαισιώνουν ικανά στελέχη») β) περιβάλλω κάτι σαν πλαίσιο («ωραία κτήρια πλαισιώνουν την πλατεία»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    570 bytes (47 words) - 12:04, 29 September 2017
  • -ον (ΑΜ, Α και δωρ. τ. εὐάμερος, -ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ωραία ή ευτυχισμένη μέρα («λευκὸν εὐάμερον φάος», Σοφ.) αρχ. 1. χαρούμενος, ευτυχισμένος
    779 bytes (56 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔκραιρος, -ον και εὐκραίρη, -ον, επικ. τ. ἐΰκραιρος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία κέρατα (α. «εὐκραίρῳ βοΐ», Αισχύλ. β. «εὐκραίρῳ ἀμνῷ», Οππ.) 2. (για πλοίο)
    708 bytes (54 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    5 KB (383 words) - 14:50, 4 July 2020
  • надлежащее время = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    52 bytes (39 words) - 03:25, 14 October 2019
  • к весне = ὡραία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    35 bytes (38 words) - 08:05, 15 October 2019
  • подходящая пора = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    52 bytes (39 words) - 23:50, 13 October 2019
  • εύκερως γένος υμενόπτερων εντόμων αρχ. αυτός που έχει ωραία κέρατα. επίρρ... εὐκεράως (Α) με ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως
    824 bytes (56 words) - 11:25, 14 January 2019
  • θάλασσα νεοελλ. 1. (ως προσηγορικό) νύμφη τών υδάτων, νεράιδα 2. μτφ. πολύ ωραία γυναίκα, λυγερή κοπέλα αρχ. (στον εν.) Νηρηΐς α) τίτλος έργου του Αναξανδρίδου
    1 KB (91 words) - 11:58, 29 September 2017
  • καρπός, ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruits of the earth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    210 bytes (34 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά τά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruit of the soil" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    215 bytes (35 words) - 19:40, 22 May 2020
  • -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -θωρος (< θωρώ), πρβλ. γλυκό-θωρος, κακό-θωρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    392 bytes (26 words) - 07:20, 29 September 2017
  • μεγαλοευπώγων, -ωνος, ὁ (Α) αυτός που έχει μακριά και ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -εὐπώγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    341 bytes (24 words) - 07:36, 29 September 2017
  • εὐλείμων, -ον, ποιητ. τ. ἐϋλείμων, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία λιβάδια («οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ' εὐλείμων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λειμών «λιβάδι»]
    447 bytes (34 words) - 06:34, 29 September 2017
  • το φυτό με ωραία άνθη (συνήθως θερμοκηπίου) της οικογένειας ακανθίδες (acanthaceae). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    176 bytes (20 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (για το βλέμμα) γυρίζω γλυκά, στρέφω με χάρη («στον χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά», Δ. Σολ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    217 bytes (25 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (ἐπάξω ἐπ' ἐμαυτὸν κατάραν, οὐκ εὐλογίαν», ΠΔ) αρχ. 1. ωραίος λόγος, καλή, ωραία έκφραση («εὐλογία καὶ εὐαρμοστία καί... εὐρυθμία», Πλάτ.) 2. ευηχία λόγου
    5 KB (351 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἀγλαόπαις (-αιδος), ο, η (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + παῖς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    315 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία τα μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + γυῖον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    305 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εὔτοξος, -ον (Α) (για τη φαρέτρα) αυτή που έχει ωραία τόξα ή βέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τόξον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    304 bytes (25 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔγραφος, -ον (Μ) ωραία ζωγραφισμένος ή διακοσμημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γραφή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (19 words) - 06:33, 29 September 2017
  • εὔδενδρος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά ή ωραία δέντρα («εὔδενδρον τέμενος», Σιμων.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δένδρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    356 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὔνησος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία νησιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νήσος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    264 bytes (20 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔοφρυς, -υ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία φρύδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + οφρύς «φρύδι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (21 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐσχήμων, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραίο σχήμα, ωραία εμφάνιση 2. ευπρεπής, κόσμιος στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά 3. πρόκριτος, προύχοντας, ευκατάστατος
    1 KB (77 words) - 07:15, 29 September 2017
  • Ἀθην. 517Ε· οὕτω, καλὸς ἰδέᾳ Πινδ. Ο. 10 (11). 123· ὡσαύτως, χορῷ καλή, ὡραία ἐν τῷ χορῷ, Ἰλ. Π. 180· κάλλιστος... ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος Ζ. 294, Ὀδ
    114 KB (11,486 words) - 18:00, 7 July 2020
  • και καρδία μυλωνά» — επιβλητική και ωραία εξωτερική εμφάνιση χωρίς ουσιαστική αξία νεοελλ.-μσν. 1. στολισμός 2. ωραία εξωτερική εμφάνιση, θωριά μσν.-αρχ
    20 KB (1,837 words) - 08:45, 8 July 2020
  • εὐῶπις, -ιδος, ἡ (Α) αυτή που έχει ωραία μάτια, ωραία όψη («εὐώπιδα κούρην», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θηλυκό του εύωψ βλ. λ.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    335 bytes (30 words) - 07:15, 29 September 2017
  • χρησιμοποιείται ως υποστήριγμα 2. μτφ. α) κομμάτι ξερού ψωμιού β) εύσωμη και ωραία γυναίκα, αλλ. κόμματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. taco]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    449 bytes (36 words) - 12:57, 29 September 2017
  • και θεραπεύονται εύκολα τα τραύματα και οι πληγές του μσν. αυτός που έχει ωραία σάρκα, εύσαρκος, καλοκάμωτος, καλοσχηματισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -σαρκος
    823 bytes (55 words) - 07:21, 29 September 2017
  • λιοντάρι) αυτός που έχει ωραία χαίτη («λέων... ἠϋγένειος», Ομ. Οδ.) 2. (για άνδρες και για τον θεό Πάνα) αυτός που έχει ωραία γένια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γένειον
    3 KB (222 words) - 15:51, 1 July 2020
  • στενοί συγγενείς β) στενοί φίλοι 7. φιλικός, πολύ γνώριμος («αισθάνθηκα πιο ωραία, όταν βρέθηκα σε οικείο περιβάλλον») νεοελλ. 1. αυτός τον οποίο γνωρίζει
    5 KB (425 words) - 12:45, 15 February 2019
  • προκαλείται από το ποτό («το κρασί δεν έχει καλό πιόσιμο» — το κρασί δεν αφήνει ωραία γεύση στο στόμα) 4. ως επίθ. αυτό που μπορεί κανείς να πιει, το πόσιμο. [ΕΤΥΜΟΛ
    842 bytes (75 words) - 12:18, 29 September 2017
  • (φουστανέλα, φέσι, τσαρούχια), τσολιάς μσν.-αρχ. 1. (για γυναίκα) ζωσμένη ωραία, με λεπτή μέση, κομψή 2. ντυμένος ελαφρά, ζωσμένος, έτοιμος για αγώνα ή πορεία
    2 KB (111 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐανθής, -ές) 1. αυτός που έχει ή παράγει ωραία και πολλά άνθη («εὐανθὴς καὶ εὐώδης τόπος», Πλάτ.) 2. ανθηρός, θαλερός, ωραίος αρχ. 1. αυτός που
    2 KB (117 words) - 12:25, 15 February 2019
  • επίρρ... ζωγραφιστά 1. με ζωγραφιά, με ζωγραφικό τρόπο 2. περίτεχνα, με ωραία διακόσμηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (91 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Scherz von Plat. Rep. VII, 527 a gebildet; Themist. καλλίπολις: -εως, ἡ, ὡραῖα πόλις, Πλάτ. Πολ. 527C· συχν. ὡς κύριον ὄνομα, Ἡρόδ, Ἡρόδ. 7. 154, κτλ.
    2 KB (109 words) - 21:18, 30 June 2020
  • oscureció en su ira el Señor a la hija de Sión? LXX La.2.1, γνοφωθήσονται τὰ ὡραῖα τῆς ἐρήμου Aq.Ps.64.13. Source: γνοφόω
    699 bytes (43 words) - 15:19, 9 March 2020
  • Étymologie: κάλλος, ὤψ. (AM καλλωπίζω) 1. κάνω ωραίο το πρόσωπο κάποιου ή δίνω ωραία όψη στην εξωτερική εμφάνιση, ομορφαίνω («τήν πόλιν καταχρυσοῦντας και καλλωπίζοντας
    12 KB (1,021 words) - 18:00, 7 July 2020
  • ἐϋπλόκαμος, -ον, θηλ. και ἐϋπλοκαμίς, -ῑδος)] αυτός που έχει ωραίες πλεξούδες, ωραία κόμη νεοελλ. ζωολ. το αρσ. ως ουσ. ο ευπλόκαμος γένος πτηνών της οικογένειας
    1,009 bytes (77 words) - 11:15, 14 January 2019
  • η, Ν 1. είδος νεράιδας, αερικό της κελτικής μυθολογίας 2. μτφ. κομψή, ωραία γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. sylphide < νεολατ
    859 bytes (68 words) - 12:36, 29 September 2017
  • with beautiful leaves, Thphr.HP5.3.2. καλόφυλλος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -φυλλος (< φύλλον), πρβλ. λευκό-φυλλος, μεγαλό-φυλλος]
    899 bytes (36 words) - 10:00, 1 July 2020
  • ἐριώπης, ὁ, (θηλ. ἐριῶπις) (Α) αυτός που έχει μεγάλα, ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. μόριο ερι- + -ωπης (< ωψ «οφθαλμός» που απαντά μόνο ως β’ συνθετικό
    606 bytes (40 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ο αυτός που έχει ωραία εμφάνιση ή γλυκούς τρόπους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    117 bytes (18 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ο γέρος με ωραία, αρρενωπή κορμοστασιά ή και με δυναμικό, ανυπότακτο χαρακτήρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (21 words) - 07:31, 29 September 2017
  • εὐηλάκατος, -ον (αιολ. τ. εὐαλάκατος) (Α) (για γυναίκα) αυτή που έχει ωραία ηλακάτη, ρόκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ηλακάτη «ρόκα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    381 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • (Α) 1) (για την Αφροδίτη) αυτός που παρέχει συζυγική ευτυχία 2. (για νύφη) ωραία («ἵμερος εὐλέκτρου νύμφας», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λέκτρον «κλίνη (συζυγική)»
    572 bytes (36 words) - 07:14, 29 September 2017
  • έχει ωραίους κίονες («εὐστύλων ναῶν», Ευρ.) 2. (για ναό) αυτός που έχει ωραία διάταξη τών κιόνων, με αρμονικές αποστάσεις μεταξύ τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    514 bytes (39 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἐριστάφυλος, -ον (Α) 1. (για κρασί) αυτός που είναι παρασκευασμένος από μεγάλα, ωραία σταφύλια 2. (για τόπο) αυτός που είναι πλούσιος σε σταφύλια 3. επίθ. του
    630 bytes (45 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐειματῶ, -έω (Α) ευείματος είμαιντυμένος ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    114 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ. εὐῶπις) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ-όφθαλμος]. Αναζήτηση σε: Google |
    429 bytes (28 words) - 06:30, 29 September 2017
  • εὐάρματος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία άρματα («εὐαρμάτου ἄλσους», Σοφ.) 2. νικητής στο αγώνισμα της αρματηλασίας («εὐάρματον ἄνδρα», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    643 bytes (39 words) - 07:14, 29 September 2017
  • το 1. διασκέδαση, φαγοπότι 2. (ως επίρρ.) φρ. «τήν περνάω ζέφκι» — περνάω ωραία, διασκεδάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. zevk]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    385 bytes (28 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καλοφτ(ε)ιασμένος, -η, -ο α) καλοδουλεμένος, καλοκαμωμένος β) (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία σωματική διάπλαση, ο καλά διαπλασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    650 bytes (57 words) - 07:21, 29 September 2017
  • αρσ. ως ουσ. ὁ εὔγραμμος ο καλλιγράφος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔγραμμον η ωραία εμφάνιση, η αρμονική γραμμή («τῶν ὀφρύων τὸ εὔγραμμον»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    1 KB (73 words) - 12:25, 15 February 2019
  • οποία τότε διαβαζόταν από τον ιερέα πίσω από τον άμβωνα, ενώ σήμερα από την Ωραία Πύλη). [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο)- + ἄμβων, -ωνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    664 bytes (51 words) - 12:10, 29 September 2017
  • που έχει καλά και γρήγορα πόδια, ο ταχύς μσν. 1. (για ρυθμό στο στίχο) με ωραία συνθεμένους πόδες, με ρέοντα ρυθμό 2. φρ. «εὔπους ἥβη» — η βιαστική νιότη
    685 bytes (55 words) - 07:14, 29 September 2017
  • βημόθυρα, τα (AM βημόθυρον, το, Μ και βημόθυρα, η) η μεσαία πύλη του Ιερού, η Ωραία Πύλη του χριστιανικού ναού. [ΕΤΥΜΟΛ. < βήμα + θύρα. Αναζήτηση σε: Google
    390 bytes (34 words) - 07:00, 29 September 2017
  • «μια χούφτα» — ελάχιστη ποσότητα ή ελάχιστο πλήθος ιβ) «μια χαρά» — πολύ ωραία («τά κατάφερα μια χαρά») ιγ) «είμαι μια χαρά» — είμαι πολύ καλά ιδ) «μία-μία»
    5 KB (429 words) - 09:25, 8 July 2020
  • εὔνυμφος, -ον (Α) αυτός που ανήκει σε ωραία νύφη ή που έχει ωραία νύφη («εὔνυμφον λέχος» — κρεβάτι ωραίας νύφης ή που έχει ωραία νύφη). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νύμφη.
    871 bytes (48 words) - 16:40, 30 June 2020
  • καλλίπαις θεά, schönes Kind, Eur. Or. 962. καλλίπαις: παιδος, ὁ, ἡ, ἔχων ὡραῖα τέκνα, εἰ μή σε Λητὼ καλλίπαις ἐγίνατο Τραγ. παρὰ Γαλην. 11. 483· καλ. πότμος
    4 KB (366 words) - 12:20, 6 July 2020
  • (Egypt, ii B.C.), Hdn.8.2.3 (Pass.), etc.:—Med., cause to be brought down, ὡραῖα πλοίοις Pl.Criti.118e.    2 bring into harbour, ναῦν D. 50.55; ναῦν Ἀθήναζε
    7 KB (622 words) - 10:05, 1 July 2020
  • στολίς. vestir ΝΜΑ στόλος / στολή 1. διακοσμώ, κοσμώ, καλλωπίζω, ντύνω με ωραία ενδύματα και κοσμήματα (α. «στολίζουν τη νύφη» β. «νέον τινὰ στολίσαντες
    7 KB (553 words) - 19:26, 7 July 2020
  • ἠΰκομος, -ον (Α) 1. (για θεές και ευγενείς γυναίκες) αυτή που έχει ωραία κόμη, ωραία μαλλιά, η καλλίκομος 2. (για ζώα) αυτός που έχει καλό, ωραίο μαλλί
    1,006 bytes (74 words) - 06:40, 29 September 2017
  • χρωματισμό, ωραίες αποχρώσεις μσν. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση, ωραία θωριά. επίρρ... θωριακά με ωραίο χρωματισμό, με επιτυχημένο
    590 bytes (48 words) - 07:18, 29 September 2017
  • εὐπάρθενος, -ον (Α) 1. (για πόλη ή χώρα) αυτός που έχει ωραία κορίτσια, ωραίες παρθένους 2. ωραία κόρη («εὐπάρθενε Δίρκα», Ευρ.) 3. αγνή κόρη («Ἄρτεμι..
    732 bytes (47 words) - 07:15, 29 September 2017
  • κατσαρές») 6. φρ. α) «παρά τρίχα» — λίγο έλειψε, παρά λίγο β) «στην τρίχα» — πολύ ωραία, πολύ κομψά γ) «ήλθε στην τρίχα» — κινδύνευσε πολύ δ) «στέκεται στην τρίχα»
    9 KB (751 words) - 14:47, 1 July 2020
  • πρόσωπον, καλὴ ὄψις, Διον. Ἁλ. 3. 11. εὐπροσωπία, ἡ (Α) ευπρόσωπος ωραία όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    691 bytes (35 words) - 14:05, 30 June 2020
  • μηρί’ εὐτρίχων τε μήλων Βακχυλίδ. Ἀποσπ. 4. 5 (ἔκδ. Blass)· ἐπὶ πτηνῶν, ἔχων ὡραῖα πτερά, Θεόκρ. 18. 57. II. κατεσκευασμένος ἐξ ἰσχυρῶν τριχῶν, ἐπὶ ἁλιευτικῆς
    3 KB (211 words) - 08:36, 8 July 2020
  • μέση και στη συνέχεια με σώμα ψαριού που έχει μία ή δύο ουρές 2. γυναίκα ωραία και χαριτωμένη 3. μεγαλόσωμη, δύστροπη γυναίκα 4. ακρόπρωρο καραβιού. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (90 words) - 06:26, 29 September 2017
  • μουσκάτος, -η, -ο (Μ μοσχάτος και μοσκάτος, -η, -ον) 1. αυτός που μυρίζει ωραία σαν το αρωματικό φυτό μόσχος, ευωδιαστός («μοσχάτα λουλούδια», Βιζυην.) 2
    1 KB (85 words) - 07:39, 29 September 2017
  • esp. of the earth, yield, καρπόν Plu.Cam.15, cf. Hp.Aër.12, E.Fr.484.4; ὡραῖα Th.3.58.    2 send up, Φερσεφόνα . . ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν Pi.Fr.133.3.    3
    21 KB (2,065 words) - 16:15, 2 July 2020
  • ἀριστεύει πάλαι (N. 10.10) -η, -ο (Α καλλίκομος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία κόμη, ωραία μαλλιά («ὅς μοι παλλακίδος περιχώσατο καλλικόμοιο», Ομ. Ιλ.) 2. (για
    4 KB (270 words) - 10:02, 1 July 2020
  • εὐβλέφαρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία βλέφαρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βλέφαρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    279 bytes (20 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐίσχιος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία ισχία, ωραίους γλουτούς (α. «Μηνοφίλαν εὐίσχιον» β. «εὐίσχιοι βόες»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    222 bytes (25 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔπρυμνος, -ον (Α) με ωραία πρύμνη («νῆες... εὔπρυμνοι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρυμνός «πρύμνη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    340 bytes (23 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐρασίπτερος, -ον (Α) αυτός που έχει εράσμια, πολύ ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    277 bytes (26 words) - 06:32, 29 September 2017
  • καλολάιγξ, -ιγγος, ἡ (Μ) ωραία ψηφίδα, όμορφο πετραδάκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + λάιγξ, -γγος, ἡ «μικρός λίθος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    374 bytes (25 words) - 07:21, 29 September 2017
  • εὔφυλλος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φύλλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    289 bytes (22 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἀγλαόβοτρυς (-υος), -υ (Α) αυτός που έχει πολύ ωραία, έξοχα σταφύλια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + βότρυς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    318 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαόδενδρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία δέντρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + δένδρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εἰς Πινδ. Ο. 10 (11). 91. -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ. εὐῶπις) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ-όφθαλμος]
    1 KB (52 words) - 06:30, 29 September 2017
  • εὐδάκτυλος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία δάκτυλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    115 bytes (17 words) - 07:14, 29 September 2017
  • καλλίθριξ, -τριχος (Α) 1. αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ωραίο τρίχωμα («καλλίτριχα μῆλα», Ομ. Οδ.) 2. αυτός που έχει ωραία χαίτη («καλλίτριχας ἵππους», Ομ. Ιλ
    3 KB (261 words) - 10:00, 1 July 2020
  • καλλιγραφίας νεοελλ.-μσν. αυτός που έχει ωραίο γραφικό χαρακτήρα, που γράφει πολύ ωραία μσν.-αρχ. ικανός, επιδέξιος αντιγραφέας παπύρων και κωδίκων. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)-
    2 KB (124 words) - 18:59, 29 June 2020
  • schönen Augenlidern, Augen, Probl. 16 (XIV, 122). εὐβλέφᾰρος: -ον, ἔχων ὡραῖα βλέφαρα, Ἀνθ. Π. 14. 122. ος, ον : aux belles paupières, aux beaux yeux
    2 KB (89 words) - 15:40, 30 June 2020
  • εὐάμπελος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία αμπέλια («Σαλαμῑνα τὴν εὐάμπελον», Στράβ.) 2. αυτός που είναι κατάλληλος για ωραία αμπέλια 3. επίθ. του Διονύσου.
    2 KB (131 words) - 14:45, 4 July 2020
  • καλοφωνίζω (Μ) τραγουδώ ωραία, γλυκά, γλυκοτραγουδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος ενεστ. του καλοφωνῶ από τον αόρ. καλοφώνησα που συνέπιπτε με τον αόρ. -ισα
    435 bytes (35 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ξεστομίζω, κοινολογώ 2. (το ουδ. μτχ. ως ο υ σ.) τo ἐκλαλοῡν η διατύπωση με ωραία, παραπλανητικά συνήθως, λόγια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    300 bytes (32 words) - 07:07, 29 September 2017
  • -ισσα, -ικο 1. ο αγαπητικός, ο εραστής 2. νέος με ωραία εμφάνιση, ο εύσωμος, ο λεβέντης 3. ο γενναίος 4. ο κομψός 5. ο γενναιόδωρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ.
    490 bytes (38 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ἔχων ὡραῖα φύλλα, Ἀνακρέοντ. 45. 3· πιθαν. γραφ. ἐν Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 5. 3, 2 (ἀντὶ καλόφυλλος). καλλίφυλλος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία φύλλα
    1 KB (70 words) - 10:00, 1 July 2020
  • 9, 27; καλλιδενδρότατος τόπος Pol. 5, 19, 2. καλλίδενδρος: -ον, ἔχων ὡραῖα δένδρα, Πολύβ. 5. 19, 2, ἐν τῷ Ὑπερθ.: ― καλλιδενδρία, ἡ, δάσος ἐκ καλῶν
    2 KB (97 words) - 10:10, 1 July 2020
  • εύκερως γένος υμενόπτερων εντόμων αρχ. αυτός που έχει ωραία κέρατα. επίρρ... εὐκεράως (Α) με ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως
    2 KB (139 words) - 08:35, 8 July 2020
  • πτερά, Νόνν. Δ. 10. 256. ἐρασίπτερος, -ον (Α) αυτός που έχει εράσμια, πολύ ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (64 words) - 15:38, 1 July 2020
  • τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "the fruits of the season" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    51 bytes (23 words) - 12:15, 23 May 2020
  • (AM κτίσμα) κτίζω 1. ό,τι έχει κτιστεί, οικοδόμημα (α. «η πόλη έχει πολλά ωραία κτίσματα» β. «είναι κτίσμα της αρχαίας εποχής») 2. δημιούργημα, πλάσμα («εἰς
    4 KB (406 words) - 19:10, 29 June 2020
  • mss. εὐαλδές. εὐαλσής: -ές, (ἄλσος) ἔχων ὡραῖα ἄλση, Στραβ. 152. εὐαλσής, -ές (Α) αυτός που έχει ωραία άλση («νησίον εὐαλσές», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <
    1 KB (59 words) - 15:35, 30 June 2020
  • γαλάνα γαλάνα, η (δωρ. τ.) (Α) η γαλήνη («φρόνημα νηνέμου γαλάνας» — για την ωραία Ελένη, σαν ιδέα γαλήνης καλοκαιρινής, Αισχ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    958 bytes (56 words) - 22:00, 30 December 2018
  • εὔπωλος, -ον (Α) (για περιοχή) με πολλά και ωραία πουλάρια, με ωραία άλογα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πώλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    326 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017
  • καὶ ὥρα Plu.2.128d.    3 Ὥρα personified, like Ἥβη, Pi.N.8.1.    III = τὰ ὡραῖα, the produce of the season, fruits of the year, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐτρέφοντο X
    62 KB (6,555 words) - 18:10, 8 July 2020
  • feet, Hsch. s.v. ἀργυρόπεζα. καλλίπους, -οδος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πους (< πούς), πρβλ. γυμνό-πους, ωκύ-πους]
    855 bytes (40 words) - 09:58, 1 July 2020
  • παρειά. -ο (Α λευκοπάρειος, ιων. τ. λευκοπάρῃος, -ον) αυτός που έχει λευκά, ωραία μάγουλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (95 words) - 16:15, 1 July 2020
  • εὐπρεπέστατος. Étymologie: εὖ, πρέπω. -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός
    10 KB (798 words) - 08:45, 8 July 2020
  • [ὁ στρατὸς] συνελέγετο Ἡρόδ. 8. 130· πρῷα τῶν καρπίμων, τὰ πρώϊμα, ὡς τὰ ὡραῖα, Ἀριστοφ. Σφ. 264· σικύων πρῴων ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 1001, πρβλ. 1164 Θεοφρ. π
    2 KB (238 words) - 00:36, 10 January 2019
  • -ον, Μ αυτός που γράφει ωραία, καλλιγράφος («ὡραιογράφος χείρ», Στουδ. Θεόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -γράφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    343 bytes (23 words) - 06:16, 29 September 2017
  • εὐφανής, -ές (ΑΜ) αυτός που έχει καλή εμφάνιση, που φαίνεται ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φανης (< φαίνω), πρβλ. ευλογο-φανής, οφθαλμο-φανής]. Αναζήτηση σε:
    467 bytes (29 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐρατωπός, -ή, -όν (Α) με πολύ ωραία, θαυμαστή εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    121 bytes (18 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐκόρυθος, -ον (Α) αυτός που φέρει ωραία περικεφαλαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κόρυθος (< κόρυς, -θος), πρβλ. ιππο-κόρυθος, τρι-κόρυθος. Αναζήτηση σε: Google
    451 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • καλοστόλιστος και καλοστόλισθος, -ον (Μ) καλοστολίζω ωραία, λαμπρά στολισμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (18 words) - 07:20, 29 September 2017
  • η καλόθωρος καλή όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    97 bytes (15 words) - 06:37, 29 September 2017
  • εὐειμονῶ, -έω (Α) ευείμων είμαι ντυμένος ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    115 bytes (16 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καλλίπτερος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πτερος (< πτερόν), πρβλ. κυανό-πτερος, πυκνό-πτερος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    446 bytes (27 words) - 06:39, 29 September 2017
  • η 1. μεγάλο μπαρμπούνι 2. μτφ. εύσωμη και ωραία γυναίκα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    153 bytes (19 words) - 12:00, 29 September 2017
  • -η, -ον, Μ αυτός που έχει στρογγυλή και ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρογγύλος + εὔμορφος + -πώγωνος (< πώγων, -ωνος), πρβλ. μακρο-πώγωνος]. Αναζήτηση
    489 bytes (28 words) - 12:32, 29 September 2017
  • (για τον φλοιό της Γης) υφίσταμαι στολίδωση αρχ. 1. στολίζομαι, ντύνομαι ωραία 2. σχηματίζω πτυχές, ρυτιδώνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    346 bytes (30 words) - 12:32, 29 September 2017
  • αυτός που έχει ωραίο κεφάλι 2. (για ύφος λόγου) περίοδος που τελειώνει ωραία και γλαφυρά («εὐκόρυφοι καὶ εὔγραμμοι περίοδοι», Διον. Αλ.). Αναζήτηση σε:
    339 bytes (34 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπλυνής, -ές (Α) αυτός που είναι ωραία, καθαρά πλυμένος, ο καθαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πλυνής (< πλύνω), πρβλ. νεο-πλυνής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    429 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • (Μ δροσομυρίζω) 1. μυρίζω ωραία μέσα σε δροσερό περιβάλλον 2. μτχ. παρακμ. δροσομυρισμένος, -η, -ο δροσερός και ευωδιαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    289 bytes (27 words) - 06:27, 29 September 2017
  • εὐμορφομυρισμένος, -η, -ον (Μ) αυτός που μυρίζει ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (17 words) - 06:38, 29 September 2017
  • καλοφωνάζω (Μ) τραγουδώ ωραία, γλυκοτραγουδώ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    116 bytes (14 words) - 06:38, 29 September 2017
  • εὐθαλῶ, -έω (ΑΜ) εύθαλος 1. βλαστάνω ή ανθίζω ωραία («φυτῶν καὶ σπερμάτων εὐθαλούντων καὶ βλαστανόντων», Πλούτ.) 2. βρίσκομαι σε ακμή, ευτυχώ. Αναζήτηση
    324 bytes (30 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν ωραία στολισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + στολιστός (< στολίζω). Η λ. μαρτυρείται από το 1761 στον Ιωσ. Μοισιόδακα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    388 bytes (27 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -η, -ο αυτός που έχει αγγελικό σώμα, ωραία κορμοστασιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγγελος + κορμί]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    299 bytes (21 words) - 06:30, 29 September 2017
  • η, Ν το να λέει ή να γράφει κανείς ωραία λόγια, τα οποία συνήθως στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -λογία]. Αναζήτηση σε: Google
    384 bytes (29 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ο, Ν αυτός που χρησιμοποιεί ωραία λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -λόγος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    266 bytes (19 words) - 06:30, 29 September 2017
  • το, Ν βοτ. αναρριχώμενος θάμνος με ωραία άνθη, καλλωπιστικό φυτό της Άπω Ανατολής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    194 bytes (22 words) - 12:28, 29 September 2017
  • Ν σουσούμι 1. περιγράφω τα χαρακτηριστικά κάποιου 2. εξαίρω, τα ωραία χαρακτηριστικά κάποιου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    226 bytes (22 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἐρωτοκουρτέσα, ἡ (Μ) η ωραία αρχόντισσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, -ωτος + κουρτέσα «ευπροσήγορη, αξιαγάπητη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    333 bytes (21 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἀγλαοφύτευτος, -ον (Μ) αυτός που έχει φυτευτεί ωραία, κομψά, πλούσια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + φυτεύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    317 bytes (22 words) - 06:26, 29 September 2017
  • καλοφωνώ (Μ) καλόφωνος καλοφωνίζω, τραγουδώ ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (15 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν αυτός που έχει ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -πτερος (< πτερόν). Η λ. μαρτυρείται από το 1808 στον Κυρ. Καπετανάκη]. Αναζήτηση σε: Google
    396 bytes (30 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -η, -ο (Α ἀγλαόμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει λαμπρή, ωραία μορφή 2. ως επίθ. του θεού Διονύσου (CIG 1, 38). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + μορφή. Αναζήτηση σε:
    393 bytes (33 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἐπικομῶ, -άω (Α) τρέφω μακριά, πλούσια κόμη, έχω ωραία, πλούσια μαλλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    160 bytes (20 words) - 07:11, 29 September 2017
  • εὔπτερος, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία φτερά 2. αυτός που έχει φτερά στην ψυχή του, ο αγγελικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πτερος (< πτερόν), πρβλ. χρυσό-πτερος
    542 bytes (37 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔχειλος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία χείλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χείλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    264 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καλομύρωδος, -ον (Μ) αυτός που μυρίζει ωραία, μυρωδάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + μυρωδία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    311 bytes (21 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλογεναμένος, -η, -ον (Μ) ο κατασκευασμένος ωραία, ο καλοφτειαγμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- (< επίρρ. καλά) + γεναμένος, μτχ. παθ. παρακμ. του ρ. γίνομαι
    461 bytes (30 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλογραφέας, ὁ (Μ) αυτός που γράφει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + γραφέας (< γράφω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    335 bytes (21 words) - 07:20, 29 September 2017
  • η εύσωμη και ωραία κοπέλα, κορίτσαρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 07:25, 29 September 2017
  • η ωραία, όμορφη κόρη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    63 bytes (13 words) - 12:09, 29 September 2017
  • εὐλεξία, ἡ (Α) ωραία ομιλία, ορθή προφορά τών λέξεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -λεξία (< λεκτός), πρβλ. ακυρο-λεξία, νεο-λεξία κ.ά.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    442 bytes (29 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμορφοστολίζω και ἐμορφοστολίζω και ὀμορφοστολίζω (Μ) στολίζω ωραία, κοσμώ καλά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    182 bytes (19 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐφθογγῶ, -έω (Α) εύφθογγος μιλώ ή τραγουδώ γλυκά, με ωραία φωνή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    158 bytes (20 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμορφογραφία και ἐμορφογραφία, ἡ (Μ) ωραία γραπτή διατύπωση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    140 bytes (17 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπρήων, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία ακρωτήρια 2. πετρώδης, με απότομα βράχια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρηών «ακρωτήριο»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    379 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐμορφοπλασμένος, -η, -ον και 'μορφοπλασμένος, -η, -ον (Μ) αυτός που είναι ωραία πλασμένος, ο καλοσχηματισμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    224 bytes (24 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπλοκαμῶ, -έω και ἐϋπλοκαμῶ, -έω (Α) ευπλόκαμος έχω ωραίους πλοκάμους, ωραία μαλλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    181 bytes (21 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐφαντάσιος, -ον (Α) αυτός που φαντάζεται ωραία πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φαντασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    291 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • η γυναίκα με ωραία ή αρρενωπή κορμοοτασιά, που συνήθως συνδυάζει και δυναμικότητα στον χαρακτήρα ή και ανώτερα πνευματικά και ψυχικά προτερήματα. Αναζήτηση
    302 bytes (30 words) - 06:41, 29 September 2017
  • -έω, Μ ὡραιογράφος γράφω ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    86 bytes (14 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που έχει ωραία διακόσμηση, που έχει διακοσμηθεί με ομορφιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + κοσμῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    331 bytes (24 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ἀγλαοφανής, -ές (Α) αυτός που έχει λαμπρή, ωραία εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + -φανής < φαίνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    357 bytes (22 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαομήτηρ, ἡ (Μ) αυτή που γεννά ωραία και ευγενικά παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + μήτηρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    303 bytes (22 words) - 06:31, 29 September 2017
  • χρησιμοποιώ επιμελημένο ύφος του λόγου 2. περιαυτολογώ χρησιμοποιώντας ωραία λόγια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    277 bytes (24 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καλλιχεύμων, -ίχευμον (Μ) αυτός που ρέει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -χεύμων (< χεῦμα < χέω), πρβλ. βαθυ-χεύμων, πολυ-χεύμων]. Αναζήτηση σε: Google |
    489 bytes (27 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλλιδενδρία, ἡ (Α) καλλίδενδρος δάσος με ωραία δένδρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    134 bytes (17 words) - 07:20, 29 September 2017
  • εὐμορφοντύνω και ὀμορφοντύνω (Μ) ντύνω ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    110 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐιματία, ἡ (Α) ευιματώ ωραία ευδυμασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και εμορφογυναίκα και ομορφογυναίκα, η (Μ εὐμορφογυναῑκα) όμορφη, ωραία γυναίκα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    174 bytes (19 words) - 07:14, 29 September 2017
  • σελάνας ἐρατὸν φάος (O. 10.74) εὐῶπις, -ιδος, ἡ (Α) αυτή που έχει ωραία μάτια, ωραία όψη («εὐώπιδα κούρην», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θηλυκό του εύωψ βλ. λ
    3 KB (238 words) - 15:51, 1 July 2020
  • 169; κιθάρα Herc. Fur. 350; auch ἱστοί, I. T. 221. καλλίφθογγος: -ον, ὡραῖα ἠχῶν, κιθάρα, ᾠδὴ Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 350, Ἴων. 169· ἱστοὶ ὁ αὐτ. Ι. Τ. 222.
    2 KB (146 words) - 15:55, 1 July 2020
  • Edelstein, Orph. Lith. 3, 1; Plin. H. N. 37, 10, 58. εὐπέτᾰλος: -ον, ἔχων ὡραῖα φύλλα, πλήρης φύλλων, Ἀριστοφ. Θεσμ. 1000, Ἀνθ. Π. 4. 1, 19, κτλ. ΙΙ. ὡς
    3 KB (234 words) - 17:20, 1 July 2020
  • χαίτη. εὐχαίτης, ὁ (Α) 1. (για άλογα) αυτός που έχει ωραία χαίτη 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος», Καλλ.) 3. ως επίθ
    3 KB (235 words) - 08:55, 8 July 2020
  • και χαρά σας!» ή «γεια χαρά!» — τρόπος χαιρετισμού ζ) «χαρά Θεού» — πολύ ωραία μέρα, πολύ καλός καιρός η) «στις χαρές σου [ή σας]» ή «στη χαρά σου [ή σας]»
    14 KB (1,475 words) - 13:00, 8 July 2020
  • -ον (ΑΜ, Α και δωρ. τ. εὐάμερος, -ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ωραία ή ευτυχισμένη μέρα («λευκὸν εὐάμερον φάος», Σοφ.) αρχ. 1. χαρούμενος, ευτυχισμένος
    4 KB (329 words) - 23:00, 7 July 2020
  • -η, -ο (AM καλλίμορφος, -ον) 1. ο σχηματισμένος ωραία («καλλίμορφος χορός», Ευρ.) 2. αυτός που έχει ωραία μορφή, ο όμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -μορφος
    2 KB (154 words) - 21:10, 30 June 2020
  • 1. (για σκέλος εντόμου) αυτός που έχει ωραίους ταρσούς, ωραία πόδια 2. αυτός που ανήκει σε ωραία πόδια («εὔταρσοι ἀστράγαλοι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ταρσός.
    2 KB (167 words) - 08:45, 8 July 2020
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    5 KB (391 words) - 08:35, 8 July 2020
  • -ον, θηλ. και καλλιτόκεια (AM) (για γυναίκα) αυτή που γέννησε καλά και ωραία παιδιά, η καλλίτεκνος μσν. (για τη Θεοτόκο) αυτή που γέννησε με θαυμαστό
    1 KB (55 words) - 07:20, 29 September 2017
  • Luc. D. D. 16, 1; superl., Plut. Aemil. Paul. 5. καλλίτεκνος: -ον, ἔχων ὡραῖα τέκνα, Ἀριστ. Ἀποσπ. 622. - Συγκρ., καλλιτεκνοτέρα τῆς Νιόβης Λουκ. Θεῶν
    3 KB (167 words) - 10:05, 1 July 2020
  • Aeschines, Polybius, Plutarch; the Sept..) η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής 1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση 2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και
    5 KB (399 words) - 08:40, 8 July 2020
  • badend, mit schönen Bädern, πόλις, Inscr. (App. 336). εὐλοέτειρα: ἔχουσα ὡραῖα λουτρά, πόλις Ἀνθ. Π. παράρτ. 336. ας; adj. f. aux bains somptueux. Étymologie:
    1 KB (86 words) - 22:40, 9 January 2019
  • Hsch.s.v. κοσμιωτάτη, Phot.s.v. κεκομψευμένος. εὐκαλλώπιστος, -ον (Α) ωραία καλλωπισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -καλλ-ώπιστος (< καλλ-ωπίζω), πρβλ. α-καλλ-ώπιστος]
    937 bytes (36 words) - 14:15, 30 June 2020
  •    A well-based, Nonn.D.40.258. ἐϋκρήπις, -ιδος, ὁ, ἡ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία κρηπίδα, ισχυρή βάση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ (εϋ) + κρηπίς. Αναζήτηση σε: Google
    778 bytes (35 words) - 16:05, 1 July 2020
  • αείφυλλων και φυλλοβόλων θάμνων και λίγων δένδρων, με εντυπωσιακά άνθη και ωραία φύλλα αρχ. η ροδοδάφνη, η πικροδάφνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδον + δένδρον. Τη λ. δανείστηκαν
    882 bytes (64 words) - 12:26, 29 September 2017
  • bene figuratus, formosus, Gloss. εὐχαράκτηρος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία χαρακτηριστικά, ωραίο πρόσωπο, ο όμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χαρακτήρ. Αναζήτηση
    784 bytes (29 words) - 10:35, 30 June 2020
  • τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "produce of the seasons" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    51 bytes (22 words) - 11:30, 23 May 2020
  • εὐστέφανος, -ον (ΑΜ) (A και ἐϋστέφανος, -ον ο στολισμένος ωραία με στεφάνι, ο καλά στεφανωμένος (α. «ἐϋστέφανοι θεῶν θυσίαι», Αριστοφ. β. «οὐρανὸν εὐστέφανον
    1 KB (89 words) - 06:34, 29 September 2017
  • good keel, ἐϋστείρης . . νηός A.R.1.401. ἐϋστείρη, ἡ (Α) (για πλοίο) με ωραία καρίνα («ἐϋστείρης... νηός», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στείρα «καρίνα»]
    798 bytes (37 words) - 15:39, 1 July 2020
  • βλαστάνων, κῆπος χαριτόβλαστος Κ. Μανασσ. Χρον. 4772. -ον, Μ αυτός που έχει ωραία βλάστηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάρις, -ιτος + βλαστός (πρβλ. ἀρτί-βλαστος, ταχύ-βλαστος)]
    556 bytes (36 words) - 12:48, 29 September 2017
  • Eust.990.42. εὐπλαστία, ή (Μ) εύπλαστος 1. η καλή διάπλαση 2. μτφ. κομψή, ωραία σύνθεση λόγου, μύθου ή ύφους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    650 bytes (34 words) - 15:45, 30 June 2020
  • BCH 50.529 (Marathon, ii A.D.). και στολάδομαι Α στόλος + στολή ντύνομαι ωραία, στολίζομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    670 bytes (32 words) - 14:41, 1 July 2020
  • des saisons (Apollon). Étymologie: ὥρα, δίδωμι. ὡρεσῐδώτης: -ου, ὁ (ὥρεα=ὡραῖα), αυτός που παρέχει ώριμους καρπούς στην εποχή τους, σε Ανθ. ὡρεσιδώτης:
    1 KB (105 words) - 20:35, 30 June 2020
  • που έχει ή παίζει ωραία τη φόρμιγγα, τη λύρα («σὺν εὐφόρμιγγι Λυκείῳ», Ανθ. Παλ.) 2. (για λυρική μουσική) αυτός που συνοδεύεται από ωραία λύρα, ο πολύ μελωδικός
    2 KB (171 words) - 14:25, 30 June 2020
  • [Seite 16] ἥβη, schöngliedrig, Pind. N. 7, 4. ἀγλαόγυιος: -ον, ὁ ἔχων ὡραῖα μέλη τοῦ σώματος. Ἥβα Πινδ. Ν. 7. 6. ος, ον : aux membres brillants de
    1 KB (83 words) - 16:00, 1 July 2020
  • τών ὀΐων», Ηρόδ.) 2. το ηθικό κάλλος, η ηθική ωραιότητα νεοελλ. εξαιρετικά ωραία γυναίκα μσν. 1. καλή πρόθεση, καλός σκοπός 2. ευχαρίστηση αρχ. (για πράγματα)
    4 KB (257 words) - 18:05, 7 July 2020
  • λιοντάρι) αυτός που έχει ωραία χαίτη («λέων... ἠϋγένειος», Ομ. Οδ.) 2. (για άνδρες και για τον θεό Πάνα) αυτός που έχει ωραία γένια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γένειον
    548 bytes (45 words) - 06:32, 29 September 2017
  • η, Ν 1. ωραία γυναίκα 2. φρ. «της Ωριάς το κάστρο» (λαογρ.) ονομασία πολλών μεσαιωνικών κάστρων της Ελλάδας συνδεδεμένων με διάφορους μεσαιωνικούς θρύλους
    546 bytes (39 words) - 15:25, 15 January 2019
  • εὔμιτρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μίτρα, ο στολισμένος με ωραία ταινία («εὐμίτροιο χιτῶνος», Μόσχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μίτρα. Αναζήτηση σε: Google
    382 bytes (28 words) - 07:14, 29 September 2017
  • καλλικέλᾰδος: -ον, καλῶς, ὡραῖα ἠχῶν, «εὔφωνος» Σουΐδ. -η, -ο (AM καλλικέλαδος, -ον) καλλίφωνος, αυτός που τραγουδάει, ψάλλει ή ηχεί ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)-
    1 KB (51 words) - 15:55, 1 July 2020
  • εὐγύᾰλος: -ον, ἔχων ὡραῖα κοιλώματα, Τρυφ. 537, Νόνν. Δ. 13. 68 (ἔνθα διάφ. γραφ. εὐρύαλος). εὐγύαλος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία κοιλώματα («καὶ πέδον
    1 KB (65 words) - 23:00, 7 July 2020
  • 1. (για σκέλος εντόμου) αυτός που έχει ωραίους ταρσούς, ωραία πόδια 2. αυτός που ανήκει σε ωραία πόδια («εὔταρσοι ἀστράγαλοι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ταρσός.
    468 bytes (35 words) - 07:15, 29 September 2017
  • και δωρ. τ. εὐφαρέτρας, ο (Α) (για τον Απόλλωνα) αυτός που έχει ωραία φαρέτρα, ωραία θήκη για βέλη («τὸν εὐφαρέτραν Ἀπόλλω προστάταν», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    479 bytes (36 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καλλιγένεθλος: -ον, καλῶς ἐσχηματισμένος, Ποιητὴς π. Βοταν. ΙΙ. ἐνεργ., ἔχων ὡραῖα τέκνα, Κόριννα 23, Πρόκλ. Ὕμν. εἰς Ἑκάτ. 1. καλλιγένεθλος, -ον (Α) 1. ο
    2 KB (92 words) - 18:00, 7 July 2020
  • εἰς Λουκ. Λεξιφ. 8. μυρώδης, -ῶδες (ΑΜ) μύρον μσν. αυτός που μυρίζει ωραία, μυρωδάτος αρχ. όμοιος, περεμφερής με μύρο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    917 bytes (50 words) - 22:25, 30 June 2020
  • Χαιρήμων παρ’ Ἀθην. 608C. καλλίχειρ, -χειρος, ό, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία χέρια. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -χειρ (< χείρ, χειρός), πρβλ. πλουσιό-χειρ,
    1 KB (69 words) - 10:09, 1 July 2020
  • ευκαιρία στον συνωστισμό και άρχισε τις χειρονομίες») 4. μτφ. αξιέπαινη πράξη («ωραία [ή ευγενική] χειρονομία») αρχ. 1. ρυθμική κίνηση τών χεριών σε διάφορες ασκήσεις
    4 KB (271 words) - 16:00, 1 July 2020
  • 5.551, Od. 2.18. εὔπωλος, -ον (Α) (για περιοχή) με πολλά και ωραία πουλάρια, με ωραία άλογα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πώλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (223 words) - 15:45, 30 June 2020
  • 516. εὔκραιρος: Ἐπικ. ἐΰκραιρος, ον, ὡσαύτως, -α, -ον, (κραῖρα) ἔχων ὡραῖα κέρατα, εὔκερως. ἰδίως ἐπὶ βοῶν, βουσὶν ἐϋκραίρῃσιν Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 209·
    3 KB (194 words) - 15:45, 30 June 2020
  • Färben der Augenlider, Galen., sc. φάρμακον. καλλιβλέφᾰρος: -ον, ἔχων καλά, ὡραῖα βλέφαρα, ὡραίους ὀφθαλμούς, Εὐρ. Ἴων 189. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., καλλιβλέφαρον
    3 KB (204 words) - 18:03, 7 July 2020
  • γυναίκες) 1. αυτή που έχει ωραίο πέπλο 2. (κατ' επέκταση) ο ωραία ντυμένος, αυτός που έχει ωραία εμφάνιση 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔπεπλον το δαφνοειδές, μικρός
    3 KB (206 words) - 08:50, 8 July 2020
  • -ον) αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος 2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ
    8 KB (775 words) - 15:25, 8 July 2020
  • εὔροος: Ἐπίκ. ἐΰρροος, ον, συνῃρ. εὔρους, ουν, ῥέων καλῶς ἢ ἀφθόνως, ὁ καλὰ ὡραῖα ῥεύματα ἔχων, Σκάμανδρος Ἰλ. Η. 329, Φ. 130· Σπερχειὸς Σοφ. Φιλ. 491· Εὐρώτας
    6 KB (530 words) - 08:35, 8 July 2020
  • μυρίζει α) αναδίδεται, διαχέεται ευχάριστη ή δυσάρεστη οσμή (α. «μυρίζει ωραία στο δωμάτιο» β. «μυρίζει καρβουνίλας») β) (με γεν. προσ.) επιθυμώ ή επιδιώκω
    9 KB (760 words) - 09:35, 8 July 2020
  • μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.) 3. φρ. «είναι ζωγραφιά» — είναι ωραίος ή ωραία μσν. αγιογραφία μσν.-αρχ. ζωγραφική τέχνη αρχ. 1. το ζωγράφισμα 2. (για πρόσ
    3 KB (233 words) - 08:40, 8 July 2020
  • εὐμορφόθωρος, -η, -ον και ὀμορφόθωρος, -η, -ον (Μ) όμορφος, ωραίος, με ωραία θωριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύμορφος + -θωρος (< θωρώ < θεωρώ), πρβλ. αλλοί-θωρος, κακό-θωρος]
    534 bytes (32 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και καλοφκ(ε)ιάσιδος, -η, -ο 1. αυτός που είναι ωραία και με επιμέλεια φτ(ε)ιασιδωμένος, αυτός που ψιμυθιώνεται καλά 2. μτφ. αυτός που αποκρύπτει την πραγματική
    700 bytes (52 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἰδανόχρους, -ουν και -οος -οον (Α) αυτός που έχει ωραία χρώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανός + -χρους (< -χροος < χρως «χρώμα»), πρβλ. ερυθρό-χρους, ετερό-χρονς]
    527 bytes (31 words) - 07:18, 29 September 2017
  • το άκλ. ωραία γυναίκα του παραδείσου που σύμφωνα με τη μωαμεθανική θρησκεία προορίζεται για την τέρψη τών καλών μουσουλμάνων. [ΕΤΥΜΟΛ. < αραβ. huri. Η
    478 bytes (41 words) - 12:11, 29 September 2017
  • η ωραία, ευχάριστη και εντυπωσιακή θέα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεαματικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 από τον Έλληνα (ψευδώνυμο του Βλ. Γαβριηλίδη) στην εφημερίδα
    409 bytes (33 words) - 06:35, 29 September 2017
  • άνδρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κούκλα κατά το σχήμα αρσεν. -ος: θηλ. -α (π.χ. ωραίος: ωραία)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    442 bytes (36 words) - 06:40, 29 September 2017
  • και καλοφκ(ε)ιάσιδος, -η, -ο 1. αυτός που είναι ωραία και με επιμέλεια φτ(ε)ιασιδωμένος, αυτός που ψιμυθιώνεται καλά 2. μτφ. αυτός που αποκρύπτει την πραγματική
    700 bytes (52 words) - 06:37, 29 September 2017
  • κοκκινοπλουμόχειλος, -η, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία κόκκινα χείλια. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόκκινος + -πλουμόχειλος (< πλουμί «στολίδι» + -χειλος < χεῖλος), πρβλ
    612 bytes (31 words) - 07:24, 29 September 2017
  • 1. αυτός που έχει βάψει τα μάτια του με σουρμέ 2. συνεκδ. αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < σουρμέ «χρωστική ουσία» + κατάλ. -λής (πρβλ. μερακ-λής)]
    511 bytes (39 words) - 12:30, 29 September 2017
  • μαργαριταρόδοντος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία και λευκά δόντια σαν μαργαριτάρια («καὶ μαργαριταρόδοντος καὶ γέννημα χαρίτων», Διγ. Ακρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <
    516 bytes (32 words) - 07:35, 29 September 2017
  • και καλοχάραχτος, -η, -ο (Μ καλοχάραγος, -ον) (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία χαρακτηριστικά, όμορφος νεοελλ. αυτός που έχει χαραχθεί καλά, καλοχαραγμένος
    569 bytes (37 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καλόνυμφος, -ον (Μ) το θηλ. ως ουσ. η καλόνυμφος καλή, ωραία νύφη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -νυμφος (< νύμφη), πρβλ. μελλό-νυμφος, νεό-νυμφος]. Αναζήτηση
    487 bytes (31 words) - 11:20, 14 January 2019
  • καλόρ(ρ)ινος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία, καλοσχηματισμένη μύτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -(ρ)ρινος (< ῥίς, ῥινός «μύτη»), πρβλ. μεγαλό-ρινος, πλατύ-ρρινος]
    514 bytes (33 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλοφακιολισμένος, -ον (Μ) (για γυναίκα) αυτή που έχει ωραία δεμένο το φακιόλι, το κάλυμμα της κεφαλής. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- (< επίρρ. καλά) + φακιόλι, κατά
    518 bytes (36 words) - 07:20, 29 September 2017
  • το, Ν 1. εικονογραφημένο περιοδικό μόδας 2. μτφ. ωραία και κομψή γυναίκα, ντυμένη σύμφωνα με την μόδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < figurino (< figura, πρβλ. φιγούρα)].
    434 bytes (31 words) - 12:44, 29 September 2017
  • gr | Κάτο εὐπάρᾱος: -ον, Δωρ. αντί εὐπάρειος (παρειά), αυτός που έχει ωραία μάγουλα, σε Πίνδ. εὐ-πάρᾱος, ον [doric for εὐπάρειος παρειά with beauteous
    941 bytes (62 words) - 08:50, 8 July 2020
  • εὐπέταλος, -ον, θηλ. και εὐπετάλεια (Α) 1. (για φυτό) αυτός που έχει ωραία πέταλα, ή φύλλα 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐπέταλον είδος δάφνης 3. το αρσ. ως ουσ
    690 bytes (51 words) - 14:20, 14 January 2019
  • καλοφτ(ε)ιασμένος, -η, -ο α) καλοδουλεμένος, καλοκαμωμένος β) (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία σωματική διάπλαση, ο καλά διαπλασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    650 bytes (57 words) - 07:20, 29 September 2017
  • εὐὼψ, -ῶπος, ο, η (Α) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη («εὐῶπα παρειάν», Σοφ.) 2. μτφ. επιθυμητός, ευτυχής, ευμενής («εὐῶπα ἀλκᾶν»
    805 bytes (56 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐτεχνής, -ές (ΑΜ) 1. εύτεχνος, κατασκευασμένος ωραία, με τέχνη 2. επιδέξιος, επιτήδειος 3. αυτός που έχει σχεδιαστεί καλά. επίρρ... εὐτεχνῶς (ΑΜ) επιδέξια
    755 bytes (44 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐφαντασίαστος, -ον (Α) 1. ενεργ. αυτός που πλάθει με τη φαντασία του ωραία πράγματα 2. παθ. αυτόν τον οποίο εύκολα φαντάζεται κάποιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    483 bytes (34 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμορφόχροος, -οον (Μ) αυτός που έχει ωραίο χρώμα, ο χρωματισμένος ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύμορφος + -χροος (< χρως «χρώμα, απόχρωση»), πρβλ. αλλό-χροος, μελανό-χροος]
    524 bytes (31 words) - 07:14, 29 September 2017
  • 1. φορώ καλά ρούχα, ωραία στολή, είμαι καλοντυμένος 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) καλοφορεμένος, -η, -ο ντυμένος καλά, κομψά, καλοντυμένος. Αναζήτηση
    321 bytes (31 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλῶπις, -ιδος, ἡ (Α) αυτή που έχει ωραία όψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -ωπις (< -ωψ, -ωπός < ὤψ, ὠπός «όψη, μάτι, πρόσωπο»), πρβλ. γλαυκ-ώπις, ροδ-ώπις].
    545 bytes (34 words) - 07:21, 29 September 2017
  • συμπόσια», Πλάτ.). επίρρ... εὐμελῶς (ΑΜ) 1. με μελωδία, μελωδικά, με χάρη 2. με ωραία και δυνατά μέλη μσν. με επιμέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -μελής (< μέλος), πρβλ
    1 KB (70 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐφάλαρος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία φάλαρα, δηλ. κοσμήματα μετάλλινα της περικεφαλαίας ή της προμετωπίδας τών αλόγων 2. (κατά τον Ησύχ.) «εὐφάλαρα
    530 bytes (37 words) - 07:15, 29 September 2017
  • Source: ἄσχημος και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον) Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος μσν.- νεοελλ. 1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα»)
    6 KB (444 words) - 15:35, 8 July 2020
  • von der Aehnlichkeit der Blumen, Soph. O. C. 688. καλλίβοτρυς: υ, μὲ ὡραῖα, πυκνά, «φουντωτὰ» ἄνθη, ἢ ἔχων πολλὰς κεφαλὰς ἀνθέων ἐκ μιᾶς ῥίζης, ὁ καλλίβοτρυς
    2 KB (133 words) - 15:52, 1 July 2020
  • εὐοφθαλμότατος. Étymologie: εὖ, ὀφθαλμός. εὐόφθαλμος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία μάτια αρχ. 1. αυτός που έχει οξύ βλέμμα 2. αυτός που είναι ευχάριστος στο
    4 KB (320 words) - 12:40, 5 July 2020
  • λιναγερτουμένη (ἔνθα ἐν τῇ ἐκδ. Μ. Schmidt: κακοείμων). καλοείμων, -ον (Α) ωραία ντυμένος, καλοφορεμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -είμων (< εἷμα «ένδυμα»), πρβλ
    799 bytes (49 words) - 06:37, 29 September 2017
  • σώματος, Βακχυλ. 12, 137, ἔκδ. Blass. ἱμερόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + -γυιος (< γυῖον), πρβλ. αγλαό-γυιος
    1 KB (52 words) - 15:41, 1 July 2020
  • εὐρεῖος Ἡσίοδ. παρὰ Στράβ. 342. ἐϋρρεής και εὐρεής, -ές (Α) αυτός που ρέει ωραία («ἐϋρρεῑος ποταμοῑο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ρε(F)ής (< ρέ(F)ος, το)
    948 bytes (74 words) - 07:15, 29 September 2017
  • 166. κλ. καλόθριξ, -τριχος, ὁ, ἡ (Α) (αντί καλλίθριξ) αυτός που έχει ωραία κόμη ή χαίτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + θρίξ, τριχός]. Αναζήτηση σε: Google |
    645 bytes (44 words) - 07:20, 29 September 2017
  • εὐπλόκᾰμος: Επικ. ἐϋ-πλ-, -ον, αυτός που έχει ωραίες μπούκλες, αυτός που έχει ωραία μαλλιά, σε Όμηρ.· εὐπλ. κόμαι, όμορφες κοτσίδες, σε Ευρ. εὐπλόκᾰμος: эп
    2 KB (138 words) - 22:45, 9 January 2019
  • κᾶλον, πούς. (I) καλόπους, -ουν (Α) 1. (κατά το λεξ. Σούδα) αυτός που έχει ωραία πόδια, εύπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -πους (< πούς, ποδός), πρβλ. πολύ-πους
    2 KB (130 words) - 10:10, 1 July 2020
  • συστηματικά η καλλιγραφία νεοελλ.-μσν. η τέχνη ή η ικανότητα να γράφει κανείς ωραία και περίτεχνα γράμματα αρχ. το προσεγμένο ύφος, η γλαφυρότητα του λόγου.
    2 KB (166 words) - 21:15, 30 June 2020
  • εὐπάρθενος, -ον (Α) 1. (για πόλη ή χώρα) αυτός που έχει ωραία κορίτσια, ωραίες παρθένους 2. ωραία κόρη («εὐπάρθενε Δίρκα», Ευρ.) 3. αγνή κόρη («Ἄρτεμι..
    3 KB (162 words) - 16:50, 30 June 2020
  • Étymologie: καλός, πέταλον. καλλιπέτηλος, -ον (Α) (για άνθος) αυτό που έχει ωραία πέταλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πέτηλος (< πέτηλον, άλλος τ. του πέταλον)
    2 KB (103 words) - 10:10, 1 July 2020
  • beaux sourcils. Étymologie: εὖ, ὀφρύς. εὔοφρυς, -υ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία φρύδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + οφρύς «φρύδι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (82 words) - 15:48, 30 June 2020
  • (φουστανέλα, φέσι, τσαρούχια), τσολιάς μσν.-αρχ. 1. (για γυναίκα) ζωσμένη ωραία, με λεπτή μέση, κομψή 2. ντυμένος ελαφρά, ζωσμένος, έτοιμος για αγώνα ή πορεία
    10 KB (823 words) - 08:35, 8 July 2020
  • Ἀποσπ. 211. καλλίκρηνος, δωρ. τ. καλλίκρανος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία κρήνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -κρηνος (< κρήνη), πρβλ. αγχί-κρηνος, εύ-κρηνος]
    1 KB (68 words) - 10:05, 1 July 2020
  • τρωκτός. τρωκτά: τά, βλ. τρωκτός. τρωκτά: τά τρώγω лакомства, десерт: τ. ὡραῖα Xen. спелые плоды; τ. μέλιτος Her. лепешки на меду.
    678 bytes (28 words) - 06:08, 31 December 2018
  • ής, ές : épq. c. εὐρεής. ἐϋρρεής και εὐρεής, -ές (Α) αυτός που ρέει ωραία («ἐϋρρεῑος ποταμοῑο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ρε(F)ής (< ρέ(F)ος, το)
    2 KB (95 words) - 16:40, 8 July 2020
  • Étymologie: ἡδύς, σῶμα. ἡδυσώματος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραίο σώμα, ωραία μορφή (ως αντίθ. του ἡδυγνώμων). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + -σώματος (< σώμα), πρβλ
    2 KB (80 words) - 17:05, 8 July 2020
  • φῐλευπρόσωπος: -ον, ὁ ἀγαπῶν τὰ ὡραῖα πρόσωπα, Βίος Πολυκάρπου παρὰ Η ?lloix. σ. 550Α. -ον, Μ αυτός που του αρέσουν τα ωραία πρόσωπα ή αυτός που του αρέσει
    764 bytes (59 words) - 12:44, 29 September 2017
  • ὡραῖα συντελεῖ, Hsch. ἐπωριάζω, (ὤρα)    A to be concerned about a thing, Id. (Cf. εὐωριάζω.) ἐπωρεύει: «ὡραῖα συντελεῖ» Ἡσύχ.
    578 bytes (19 words) - 16:26, 8 July 2020
  • | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο η, Ν 1. ωραία γυναίκα 2. φρ. «της Ωριάς το κάστρο» (λαογρ.) ονομασία πολλών μεσαιωνικών
    763 bytes (60 words) - 15:25, 15 January 2019
  • εὔδ]ενδροι (supp. Lobel) Δ. 4. h. 4. εὔδενδρος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά ή ωραία δέντρα («εὔδενδρον τέμενος», Σιμων.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δένδρον. Αναζήτηση
    3 KB (256 words) - 08:35, 8 July 2020
  • θέλων ἑκάτερος ἑὰν ἔμμεν (I. 8.28) -ές (ΑΜ εὐειδής, -ές) αυτός που έχει ωραία μορφή (είδος), ο ωραίος, ο όμορφος («γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής»,
    5 KB (387 words) - 13:50, 4 July 2020
  • με εκτύπωση αναπαραγωγή κειμένων και εικόνων, η τυπογραφία («γράφει τόσο ωραία γράμματα σαν να είναι του τύπου») 10. το σύνολο τών εφημερίδων και τών περιοδικών
    56 KB (5,044 words) - 21:01, 7 July 2020
  • πυρὶ λαμπόμενος», Λουκιαν.) 2. (για το πρόσωπο, για την όψη) έχω ζωηρή ή ωραία έκφραση (α. «έλαμψαν τα μάτια του από τη χαρά» β. «φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ»
    30 KB (2,862 words) - 08:55, 8 July 2020
  • προς την πραγματικότητα («θεωρητικά κέρδη») 2. εκείνος που έχει «θεωρία», ωραία εξωτερική εμφάνιση 3. το αρσ. ως ουσ. ο θεωρητικός α) άτομο που κατέχει καλά
    8 KB (627 words) - 20:30, 7 July 2020
  • Étymologie: εὖ, μίτρα. εὔμιτρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μίτρα, ο στολισμένος με ωραία ταινία («εὐμίτροιο χιτῶνος», Μόσχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μίτρα
    1 KB (86 words) - 08:50, 8 July 2020
  • преимущ. pl. 1) поле, пашня Hom., Pind.; τὰ ἐξ ἀγρῶν Thuc. и τὰ ἐκ τοῦ ἀγρο ὡραῖα или τὰ ἐν ἀγρῷ γιγνόμενα Xen. сельскохозяйственные продукты; 2) сельская
    13 KB (1,485 words) - 14:05, 8 July 2020
  • γυναίκες) 1. αυτή που έχει ωραίο πέπλο 2. (κατ' επέκταση) ο ωραία ντυμένος, αυτός που έχει ωραία εμφάνιση 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔπεπλον το δαφνοειδές, μικρός
    760 bytes (58 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και δωρ. τ. εὐφαρέτρας, ο (Α) (για τον Απόλλωνα) αυτός που έχει ωραία φαρέτρα, ωραία θήκη για βέλη («τὸν εὐφαρέτραν Ἀπόλλω προστάταν», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (89 words) - 15:45, 30 June 2020
  • ἠΰκομος, -ον (Α) 1. (για θεές και ευγενείς γυναίκες) αυτή που έχει ωραία κόμη, ωραία μαλλιά, η καλλίκομος 2. (για ζώα) αυτός που έχει καλό, ωραίο μαλλί
    3 KB (245 words) - 20:40, 7 July 2020
  • που έχει ή παίζει ωραία τη φόρμιγγα, τη λύρα («σὺν εὐφόρμιγγι Λυκείῳ», Ανθ. Παλ.) 2. (για λυρική μουσική) αυτός που συνοδεύεται από ωραία λύρα, ο πολύ μελωδικός
    603 bytes (47 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Κορωνίδος (P. 3.25) ο, η (AM καλλίπεπλος, ὁ, ἡ) αυτή που φορά ωραία πέπλα αρχ. αυτή που φορά ωραία ενδύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πέπλος (< πέπλον), πρβλ
    2 KB (152 words) - 18:10, 1 July 2020
  • Opp. Cyn. 3, 183; Ἑρμῆς Man. 4, 328. εὔσφῠρος: Ἐπικ. ἐΰσφυρος, ον, ἔχων ὡραῖα σφυρά· ἐπὶ γυναικός, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 16, Θέογν. 28. 13, κτλ.· ποὺς Εὐρ. Ἐλ.
    2 KB (195 words) - 08:40, 8 July 2020
  • Diosc. gén. de καλλίθριξ. -η, -ο (Α καλλίτριχος, -ον) αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ωραίο τρίχωμα αρχ. 1. αυτός που συντελεί στην αύξηση τών τριχών 2
    2 KB (91 words) - 18:00, 7 July 2020
  • Διόνυσος Ammon. 2 (IX, 827); Μήνη Man. 1, 74; βόες Nonn. εὐκέραος: -ον, ἔχων ὡραῖα κέρατα, Μόσχ. 9. 52, Ἀνθ. Π. 9. 827· πρβλ. εὔειρος. ος, ον : aux belles
    1 KB (78 words) - 15:40, 30 June 2020
  • καλὴν κόμην, Ἀνακρ. 80 Bgk.· κοινῶς εὐέθειρᾰ. εὐέθειρος, -α, -ον (Α) με ωραία μαλλιά («εὐέθειρα Ἶσις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -έθειρος (< έθειρα «κόμη, χαίτη»)
    839 bytes (49 words) - 08:48, 31 December 2018
  • καλὴν περικεφαλαίαν, Ὀππ. Κυν. 1. 363. εὐκόρυθος, -ον (Α) αυτός που φέρει ωραία περικεφαλαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κόρυθος (< κόρυς, -θος), πρβλ. ιππο-κόρυθος
    1 KB (54 words) - 15:50, 30 June 2020
  • ἑπομ., Σουΐδ., Βυζαντ. εὐύφαντος, -ον (ΑΜ) (κατά το λεξ. Σούδα) «εὐυφής», ωραία υφασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + υφαντός (< υφαίνω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    827 bytes (35 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἀγλαότευκτος, -ον (Α) αυτός που έχει οικοδομηθεί, κατασκευαστεί ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + τεύχω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    319 bytes (21 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εὔπτορθος, -ον (Α) (για κέρατα) αυτός που έχει ωραία κλαδιά, ωραίες διακλαδώσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πτόρθος «κλαδί»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    354 bytes (25 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔπρῳρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία πλώρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πρωρος (< πρώρα), πρβλ. καλλί-πρῳρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    390 bytes (24 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐτέχνητος, -ον (Α) αυτός που είναι έντεχνα κατασκευασμένος, ωραία κατεργασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (19 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐύφαντος, -ον (ΑΜ) (κατά το λεξ. Σούδα) «εὐυφής», ωραία υφασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + υφαντός (< υφαίνω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    375 bytes (23 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔγρᾰφος: -ον, καλῶς ἐζωγραφημένος, Παύλου Σιλ. Ἄμβ. 97. εὔγραφος, -ον (Μ) ωραία ζωγραφισμένος ή διακοσμημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γραφή]. Αναζήτηση σε: Google
    522 bytes (33 words) - 06:32, 29 September 2017
  • εὐέανος, -ον (Α) ντυμένος με ωραία και πλούσια ρούχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + εανός «λεπτός, κομψός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    320 bytes (23 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὔδιφρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία άρματα («Ἤλιδος εὐδίφροιο», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δίφρος «άρμα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    345 bytes (24 words) - 06:33, 29 September 2017
  • 1082] mit schönen Inseln, Nonn. D. 41, 15. εὔνησος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία νησιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νήσος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    827 bytes (39 words) - 15:45, 30 June 2020
  • κνίσα προερχόμενη από θυσίες 2. (για τροφή) άπαχος 3. αυτός που δεν έχει ωραία οσμή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    3 KB (253 words) - 15:31, 8 July 2020
  • ἐϋστείρη, ἡ (Α) (για πλοίο) με ωραία καρίνα («ἐϋστείρης... νηός», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στείρα «καρίνα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    358 bytes (25 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐχαράκτηρος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία χαρακτηριστικά, ωραίο πρόσωπο, ο όμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χαρακτήρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    353 bytes (24 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐκαλλώπιστος, -ον (Α) ωραία καλλωπισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -καλλ-ώπιστος (< καλλ-ωπίζω), πρβλ. α-καλλ-ώπιστος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    430 bytes (24 words) - 06:37, 29 September 2017
  • εὔρειθρος, -ον (Α) (για ποταμό) αυτός που ρέει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρείθρον (< ρέω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    337 bytes (22 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐβόστρυχος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ο καλλιπλόκαμος («εὐβόστρυχος αἴγλη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βόστρυχος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    367 bytes (24 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐκόλως ὁρώμενος, Πολυδ. Ε΄, 150. εὐθέατος, -ον (ΑΜ) μσν. αυτός που παρέχει ωραία θέα αρχ. αυτός που φαίνεται καθαρά («εὐθέατα τὰ ἐν στήλαις γράμματα», Πολυδ
    1,002 bytes (50 words) - 20:30, 7 July 2020
  • τό,    A = πεντέφυλλον, Dsc.4.42. καλλιπέταλον: τό, τὸ ὡραῖα ἔχων πέταλα ἢ φύλλα φυτόν, τὸ πεντάφυλλον, Διοσκ. 4. 42 (ἐκ τῶν νόθων). καλλιπέταλον,
    740 bytes (38 words) - 07:20, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. σχηματίστηκε πιθ. από τη φρ. καλαί ἀοιδαί «ωραία άσματα» + κατάλ. -ια, δηλωτική τών εορτών. Κατ' άλλη, λιγότερο πιθανή, άποψη
    1 KB (76 words) - 09:45, 13 January 2019
  • ἐϋσμῆριγξ, -ιγγος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («ἐϋσμῆριγξ Ἠώς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σμήριγξ «μαλλιά»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    350 bytes (25 words) - 06:35, 29 September 2017
  • -ον, Α αυτός που έχει ωραία μορφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -μορφος (< μορφή), πρβλ. τερατό-μορφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    373 bytes (23 words) - 06:30, 29 September 2017
  • (I) ἐπίκομος, -ον (Α) αυτός που τρέφει πλούσια κόμη, που έχει πλούσια, ωραία μαλλιά. (II) ο φυσιολ. όρος που δηλώνει την ύπαρξη ενός δεύτερου παραπληρωματικού
    845 bytes (72 words) - 12:20, 10 January 2019
  • ἤδη διωρθώθη ἐπιτυχῶς: μεσόφθαλμος. καλόφθαλμος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + ὀφθαλμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    805 bytes (59 words) - 07:20, 29 September 2017
  • εὐόνυξ, -υχος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ισχυρά ή ωραία νύχια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (21 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐσκίαστος, -ον (Α) εύσκιος αυτός που έχει ωραία σκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σκιαστός (< σκιάζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    351 bytes (22 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐπλαστία, ή (Μ) εύπλαστος 1. η καλή διάπλαση 2. μτφ. κομψή, ωραία σύνθεση λόγου, μύθου ή ύφους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    230 bytes (26 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἐϋκρήπις, -ιδος, ὁ, ἡ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία κρηπίδα, ισχυρή βάση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ (εϋ) + κρηπίς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    332 bytes (25 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἅρματα, ἐπὶ τῆς Ἤλιδος, Νόνν. Δ. 37. 139. εὔδιφρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία άρματα («Ἤλιδος εὐδίφροιο», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δίφρος «άρμα»]. Αναζήτηση
    933 bytes (47 words) - 15:45, 30 June 2020
  • πυκνὴν τρίχα, Νόνν. Δ. 11. 388. ἐϋσμῆριγξ, -ιγγος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («ἐϋσμῆριγξ Ἠώς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σμήριγξ «μαλλιά»]. Αναζήτηση σε:
    962 bytes (48 words) - 15:40, 1 July 2020
  • κωμική ονομασία για τα αφοδευτήρια αρχ. (ως επίθετο της Ηχούς) αυτή που έχει ωραία φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -όπη (< θ. -ὀπ-, πρβλ. ὄπωπα, ὀπ-τός, ὄμ-μα (<
    960 bytes (67 words) - 07:32, 31 December 2018
  • εὔσφυρος και ἐΰσφυρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία σφυρά, ωραίους αστραγάλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σφυρόν «αστράγαλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    361 bytes (25 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐπέδιλος, -ον (Α) (ποιητ. επίθ. της Ίριδος) αυτός που έχει ωραία πέδιλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πέδιλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    317 bytes (24 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπώγων, -ωνος, ὁ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πώγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    284 bytes (21 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔρωστος, εὐγυίων... νέων Βακχυλ. XI. 11. εὔγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος, ο εύρωστος («εὐγυίων... νέων», Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ
    1,023 bytes (57 words) - 17:18, 1 July 2020
  • θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι») 2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα νεοελλ. γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό») αρχ.-μσν. εκπληκτικός
    12 KB (1,117 words) - 16:00, 8 July 2020
  • Κ. Μανασσ. Χρον. 106, 129. -η, -ο (Μ καλλίκλαδος, -ον) αυτός που έχει ωραία κλαδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -κλαδος (< κλάδος), πρβλ. ακρό-κλαδος, πολύ-κλαδος]
    585 bytes (39 words) - 07:20, 29 September 2017
  • [Seite 1413] von schöner Gestalt, Sp. -ον, Α αυτός που έχει ωραία μορφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -μορφος (< μορφή), πρβλ. τερατό-μορφος]. Αναζήτηση σε:
    486 bytes (29 words) - 06:30, 29 September 2017
  • θυσανόποδων καρκινοειδών που ακολουθεί τα έξι στάδια του ναυπλίου αρχ. 1. (για ωραία κοπέλα) αυτή που έμοιαζε ως προς το κάλλος με την Αφροδίτη 2. ερωτικό πάθος
    1 KB (87 words) - 14:25, 14 January 2019
  • = Lat.   A decus, Gloss. (s. v.l.). ἡ, Α 1. καλλωπισμός 2. ευπρέπεια, ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < πρέπω. Αναζήτηση
    659 bytes (32 words) - 19:10, 28 June 2020
  • nach VLL. auch übertr., = εὐπρόσωπος. εὔπρῳρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία πλώρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πρωρος (< πρώρα), πρβλ. καλλί-πρῳρος]. Αναζήτηση
    614 bytes (42 words) - 07:15, 29 September 2017
  • belles cornes. Étymologie: καλός, κέρας. ο, η (Α καλλίκερως) αυτός που έχει ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -κερως (< κέρας, πρβλ. αττ. γεν. κέρως < κέρα-ος)
    1 KB (107 words) - 00:10, 10 January 2019
  • βόρειου ημισφαιρίου, μερικά από τα οποία καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά για τα ωραία άνθη τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. pinguicula < λατ. pinguiculus «παχουλός», υποκορ
    902 bytes (63 words) - 12:17, 29 September 2017
  • εὐστομῶ, -έω (Α) 1. εύστομος 1. (για αηδόνι) κελαηδώ ωραία («ἠκροῶντο δὲ ὥσπερ εὐστομούσης ἀηδόνος», Φιλόστρ.) 2. (για πρόσ.) μιλώ με καθαρή προφορά («πρῶτον
    825 bytes (64 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐωπός, -όν (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη 2. συνεκδ. αυτός που είναι ευχάριστος σε κάποιον, φιλικός, ευνοϊκός 3. αυτός
    1 KB (81 words) - 14:15, 14 January 2019
  • boys, Ῥόδος AP12.52 (Mel.). γλῠκύπαις: ὁ, ἡ, ὁ ἔχων «γλυκὰ» τέκνα, δηλ. ὡραῖα, Ρόδος γ., Ἀνθ. Π. 12. 52. γλυκύπαις, η (Α) αυτή που έχει γλυκά αγόρια
    1 KB (88 words) - 16:05, 30 June 2020
  • Rom c. 15, p. 309b.) εὐσχήμων, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραίο σχήμα, ωραία εμφάνιση 2. ευπρεπής, κόσμιος στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά 3. πρόκριτος
    10 KB (880 words) - 08:35, 8 July 2020
  • αρσ. ως ουσ. ο χρυσοφόρος ζωολ. κολεόπτερο έντομο της Νότιας Αμερικής με ωραία χρώματα μσν. χρυσοστόλιστος («χρυσοφόροις θαλάμοις», Θεοφύλ.) αρχ. 1. αυτός
    5 KB (343 words) - 13:45, 8 July 2020
  • full flower Θρ. 7. 7. -ές (ΑΜ εὐανθής, -ές) 1. αυτός που έχει ή παράγει ωραία και πολλά άνθη («εὐανθὴς καὶ εὐώδης τόπος», Πλάτ.) 2. ανθηρός, θαλερός, ωραίος
    10 KB (742 words) - 23:08, 7 July 2020
  • -ον, ἔχων καλὰ ἰσχία, Ἀνθ. Π. 5. 116. εὐίσχιος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία ισχία, ωραίους γλουτούς (α. «Μηνοφίλαν εὐίσχιον» β. «εὐίσχιοι βόες»). Αναζήτηση
    1 KB (78 words) - 15:35, 30 June 2020
  • schönen Kindern, Opp. H. 2, 41, γενέθλη, Nonn. ἀγλαόπαις: ὁ, ἡ, ὁ ἔχων πολλὰ ὡραῖα τέκνα, Ὀππ. Ἁλ. 2. 41, Ἐπιγρ. Ἑλλ. 896. -ιδος 1 de hijos gloriosos, γενέθλη
    1 KB (86 words) - 14:11, 1 July 2020
  • καλός, παρθένος. καλλιπάρθενος, -ον (AM) το θηλ. ως ουσ. ἡ καλλιπάρθενος η ωραία παρθένα αρχ. αυτός που έχει ωραίες νύμφες («Νείλου μὲν αἵδε καλλιπάρθενοι
    3 KB (198 words) - 10:10, 1 July 2020
  • αυτό που βλέπει κάποιος, οπτική εντύπωση, θέαμα (α. «το σπίτι σου έχει ωραία θέα» β. «ἀταρβὴς τῆς θέας» — χωρίς να φοβάται το θέαμα, Σοφ.· Αναζήτηση
    22 KB (1,742 words) - 17:40, 7 July 2020
  • Od. 4.607†. εὐλείμων, -ον, ποιητ. τ. ἐϋλείμων, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία λιβάδια («οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ' εὐλείμων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <
    2 KB (150 words) - 15:40, 30 June 2020
  • Étymologie: λιπαρός, ζώνη. λιπαρόζωνος, -ον (Α) αυτός που φορά λαμπρή, ωραία ζώνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιπαρός «ελαιώδης-λαμπρός» + ζώνη. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (97 words) - 15:55, 1 July 2020
  • peint; 2 qui écrit bien. Étymologie: εὖ, γραμμή. εὐγραφής, -ές (Α) 1. ωραία ζωγραφισμένος («ἔργον τόδ' εὐγραφές... ἀνέθεντο») 2. αυτός που γράφει καλά
    2 KB (152 words) - 23:05, 7 July 2020
  • αρχ. 1. κάνω κάτι υπερβολικά λαμπρό, καταλαμπρύνω 2. παθ. ντύνομαι πολύ ωραία, στολίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ἀγλαΐζω (< ἀγλαός «ένδοξος, λαμπρός»)]
    2 KB (122 words) - 21:15, 30 June 2020
  • longue barbe. Étymologie: εὖ, πώγων. εὐπώγων, -ωνος, ὁ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πώγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (92 words) - 15:51, 1 July 2020
  • λεύκιππον, σε Ευρ. 2. χρησιμ. για την ανθρώπινη επιδερμίδα, λευκή, απαλή και ωραία, σε Όμηρ., Τραγ.· επίσης, με τη σημασία της απογύμνωσης, πούς, σε Ευρ., πρβλ
    47 KB (4,483 words) - 09:20, 8 July 2020
  • ξίφος ἔβαψε [τὴν ἐσθῆτα] ἐρυθράν, Αἰσχ. Χο. 1011· β. τὰ κάλλη, χρωματίζω τὰ ὡραῖα ἐνδύματα, Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 45· β. ἔρια ὥστε εἶναι ἁλουργὰ Πλάτ. Πολ. 429D·
    31 KB (3,071 words) - 21:55, 7 July 2020
  • belles plumes. Étymologie: εὖ, πτερόν. εὔπτερος, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία φτερά 2. αυτός που έχει φτερά στην ψυχή του, ο αγγελικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    3 KB (229 words) - 17:55, 9 July 2020
  • Cp. εὐωπότερος. Étymologie: εὖ, ὤψ. εὐωπός, -όν (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη 2. συνεκδ. αυτός που είναι ευχάριστος σε
    4 KB (288 words) - 15:53, 1 July 2020
  • νεύρων του οργάνου (α. «ηπατικές πύλες» β. «νεφρικές πύλες») 2. φρ. α) «ωραία πύλη» ή «πύλη μεγάλη» ή «πύλαι μεγάλαι» ή «πύλη αργυρά» ή «πύλαι αργυραί»
    31 KB (3,232 words) - 12:55, 8 July 2020
  • ἀγυιᾶν (P. 2.58) εὐστέφανος, -ον (ΑΜ) (A και ἐϋστέφανος, -ον ο στολισμένος ωραία με στεφάνι, ο καλά στεφανωμένος (α. «ἐϋστέφανοι θεῶν θυσίαι», Αριστοφ. β
    6 KB (444 words) - 08:40, 8 July 2020
  • beautiful girdles. (See cut No. 44.) -η, -ο (Α καλλίζωνος, -ον) αυτός που φορά ωραία ζώνη («καλλίζωνοί τε γυναῑκες», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. αυτός που έχει λεπτή μέση
    2 KB (150 words) - 10:05, 1 July 2020
  • φαντάσσω Ν 1. προκαλώ θαυμασμό ή κατάπληξη, προξενώ ζωηρή ή καλή εντύπωση, έχω ωραία ή επιβλητική όψη, κάνω αίσθηση με τη θωριά μου (α. «κι εφάνταζε, καθώς φαντάζει
    12 KB (991 words) - 12:52, 8 July 2020
  • Κάτο κάρφω: μέλ. κάρψω, ξεραίνω, μαραίνω, κάρψω χρόα καλόν, θα ξεράνω την ωραία επιδερμίδα, θα την ρυτιδώσω, σε Ομήρ. Οδ.· ἠέλιος χρόα κάρφει, σε Ησίοδ.
    11 KB (1,037 words) - 15:15, 8 July 2020
  • Étymologie: καλός, φλόξ. καλλίφλοξ, -ογος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που αναδίδει ωραία φλόγα («θεοῑσιν... καλλίφλογα πέλανον ἐπὶ πυρὶ καθαγνίσας», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (101 words) - 14:55, 9 January 2019
  • abrité. Étymologie: εὖ, σκιάζω. εὐσκίαστος, -ον (Α) εύσκιος αυτός που έχει ωραία σκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σκιαστός (< σκιάζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (82 words) - 18:35, 1 July 2020
  • Io.21.25. Source: ἀγλαόμορφος ἀγλαόμορφος: -ον (μορφή), αυτός που έχει ωραία μορφή, ο εύμορφος, σε Ανθ. ἀγλαόμορφος: прекрасной наружности (Διόνυσος
    2 KB (120 words) - 15:25, 1 July 2020
  • έχει ωραίους κίονες («εὐστύλων ναῶν», Ευρ.) 2. (για ναό) αυτός που έχει ωραία διάταξη τών κιόνων, με αρμονικές αποστάσεις μεταξύ τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    2 KB (135 words) - 19:00, 30 June 2020
  • with beautiful trees, Pi.O.9.20. ἀγλαόδενδρος: -ον, ὁ ἔχων λαμπρὰ καὶ ὡραῖα δένδρα, Πινδ. Ο. 9. 32. ος, ον : aux arbres splendides, càd vigoureux.
    2 KB (90 words) - 15:25, 1 July 2020
  • ον ; gén. ονος; richement vêtu. Étymologie: εὖ, εἷμα. εὐείμων, -ον (Α) ωραία ντυμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ειμων (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ
    2 KB (112 words) - 14:30, 4 July 2020
  • εὐλοέτειρα, ἡ (Α) (για πόλη) αυτή που έχει ωραία λουτρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θ. λοε- του λούω (< λοέω) + θηλ. κατάλ. -τειρα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    438 bytes (29 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐγύαλος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία κοιλώματα («καὶ πέδον εὐγυάλῳ χθονίῃ πεφυλαγμένον», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γύαλον «κοίλωμα»]. Αναζήτηση σε: Google
    402 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔπεζος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πεζος (< πέζα «πόδι»), πρβλ. εξά-πεζος, τετρά-πεζος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    426 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εύπλεκτος («εὔπλοκον ὕφασμα», Πολυδ.). επίρρ... εὐπλόκως (Μ) με εύπλοκο τρόπο, ωραία πλεγμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πλοκος (< πλέκω), πρβλ. βαθύ-πλοκος, πολύ-πλοκος]
    724 bytes (45 words) - 06:34, 29 September 2017
  • φαρέτρην Ἀνθ. Πλαν. 4. 214. εὔτοξος, -ον (Α) (για τη φαρέτρα) αυτή που έχει ωραία τόξα ή βέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τόξον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (63 words) - 15:45, 30 June 2020
  • Müller Aegin. σ. 95. καλλιχέλωνος, -ον (Α) (για οβολό) αυτός που έχει ωραία απεικόνιση χελώνας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (79 words) - 20:30, 7 July 2020
  • εὐθέατος, -ον (ΑΜ) μσν. αυτός που παρέχει ωραία θέα αρχ. αυτός που φαίνεται καθαρά («εὐθέατα τὰ ἐν στήλαις γράμματα», Πολυδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θεατός.
    458 bytes (32 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπτέρυγος, -ον (ΑΜ) με ωραία ή γρήγορα φτερά αρχ. (για πλοίο) ταχύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πτερυγος (< πτέρυξ), πρβλ. τανυ-πτέρυγος]. Αναζήτηση σε: Google
    462 bytes (28 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔσταχυς και ἐΰσταχυς, -υ (Α) 1. αυτός που έχει πολλά και ωραία στάχια 2. ανθηρός, καρποφόρος («τεκέων εὔσταχυν ἀνθοσύνην»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στάχυς. Αναζήτηση
    441 bytes (31 words) - 07:15, 29 September 2017
  • κνίσα προερχόμενη από θυσίες 2. (για τροφή) άπαχος 3. αυτός που δεν έχει ωραία οσμή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    301 bytes (33 words) - 06:49, 29 September 2017
  • εὐβαφής, -ές (Α) 1. ο βαμμένος καλά 2. βαμμένος με ωραία χρώματα 3. (για χρώματα φυτών) ζωηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -βαφής (< βαφή), πρβλ. αιμο-βαφής, πολυ-βαφής]
    541 bytes (35 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ὄνυχας, Μ. Σιδήτ. 34. εὐόνυξ, -υχος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ισχυρά ή ωραία νύχια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    779 bytes (49 words) - 15:45, 30 June 2020
  • ἐϋρρεής, Μανέθων 1. 141. εὔρειθρος, -ον (Α) (για ποταμό) αυτός που ρέει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρείθρον (< ρέω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    982 bytes (41 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐγραφής, -ές (Α) 1. ωραία ζωγραφισμένος («ἔργον τόδ' εὐγραφές... ἀνέθεντο») 2. αυτός που γράφει καλά («εὐγραφὴς κάλαμος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -γραφής (<
    543 bytes (33 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐέθειρος, -α, -ον (Α) με ωραία μαλλιά («εὐέθειρα Ἶσις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -έθειρος (< έθειρα «κόμη, χαίτη»), πρβλ. αγλα-έθειρος, πυρι-έθειρος]. Αναζήτηση
    489 bytes (29 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος, ο εύρωστος («εὐγυίων... νέων», Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γυίον «μέλος του σώματος»]. Αναζήτηση
    403 bytes (30 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπήληξ, -κος ὁ, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει ωραία περικεφαλαία 2. (για πουλιά) αυτός που έχει ωραίο λοφίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πήληξ «περικεφαλαία»]. Αναζήτηση
    430 bytes (32 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ὡραῖον πρόσωπον, ἀμφίβολ. παρ’ Ἡσύχ. καλωπός, -ή, -όν (Α) αυτός που έχει ωραία όψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -ωπός (< -ωψ, -ωπος < ὤψ, ὠπός «όψη, μάτι, πρόσωπο»)
    1 KB (62 words) - 10:00, 1 July 2020
  • εὐαλσής, -ές (Α) αυτός που έχει ωραία άλση («νησίον εὐαλσές», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αλσής (< άλσος), πρβλ. κατ-αλσής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    431 bytes (27 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ὡραίους δακτύλους, Ἀλκίφρων 3. 67. εὐδάκτυλος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία δάκτυλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    815 bytes (40 words) - 15:40, 30 June 2020
  • (πέζα) ἔχων ὡραίους πόδας, Πολυδ. Β΄, 192. εὔπεζος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πεζος (< πέζα «πόδι»), πρβλ. εξά-πεζος, τετρά-πεζος]
    1 KB (51 words) - 20:30, 7 July 2020
  • ὁ καλῶς λάμπων, Ἥλιος Ἀνακρ. 25. καλλιλαμπέτης, ὁ (Α) αυτός που λάμπει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + λαμπέτης «λαμπρός» (< λάμπω)]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (60 words) - 21:20, 30 June 2020
  • εύπλεκτος («εὔπλοκον ὕφασμα», Πολυδ.). επίρρ... εὐπλόκως (Μ) με εύπλοκο τρόπο, ωραία πλεγμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πλοκος (< πλέκω), πρβλ. βαθύ-πλοκος, πολύ-πλοκος]
    1 KB (80 words) - 22:45, 9 January 2019
  • Ὀππ. Κυν. 3. 125· ἐπὶ πλοίων, Ἀνθ. Π. 10. 6. εὐπτέρυγος, -ον (ΑΜ) με ωραία ή γρήγορα φτερά αρχ. (για πλοίο) ταχύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πτερυγος (< πτέρυξ)
    1 KB (79 words) - 22:50, 9 January 2019
  • βοστρύχους, Ἀνθ. Π. 5. 251, Πολυδ. Β΄. 27. εὐβόστρυχος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ο καλλιπλόκαμος («εὐβόστρυχος αἴγλη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βόστρυχος]
    1 KB (76 words) - 20:45, 7 July 2020
  • εὔστομος, εὔφημος, Σοφ. Ἀποσπ. 947. -ῶδες, Α στόμα 1. αυτός που έχει καθαρή, ωραία φωνή 2. (για γάλα) ευχάριστος στη γεύση («γλυκὺ καὶ στομῶδες», Σωρ.). Αναζήτηση
    1 KB (76 words) - 16:00, 1 July 2020
  • αυτός που έχει ωραίο κεφάλι 2. (για ύφος λόγου) περίοδος που τελειώνει ωραία και γλαφυρά («εὐκόρυφοι καὶ εὔγραμμοι περίοδοι», Διον. Αλ.). Αναζήτηση σε:
    1 KB (109 words) - 18:15, 1 July 2020
  • καλλιγόνους στάχυας Ἑλλ. Ἐπιγράμ. 266. καλλίγονος, -ον (AM) αυτός που γέννησε ωραία ή ένδοξα παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -γονος (< γόνος), πρβλ. απειρό-γονος
    2 KB (85 words) - 09:56, 1 July 2020
  • 2. 765D. εὐπέδιλος, -ον (Α) (ποιητ. επίθ. της Ίριδος) αυτός που έχει ωραία πέδιλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πέδιλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (62 words) - 08:35, 8 July 2020
  • τελευταία εισάγεται με τον αλλά για να δηλώσει σπουδαιότητα «ωραία η εμφάνισή του, ωραία η ομιλία του, αλλά το κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται
    95 KB (10,930 words) - 14:15, 8 July 2020
  • στενοί συγγενείς β) στενοί φίλοι 7. φιλικός, πολύ γνώριμος («αισθάνθηκα πιο ωραία, όταν βρέθηκα σε οικείο περιβάλλον») νεοελλ. 1. αυτός τον οποίο γνωρίζει
    37 KB (3,279 words) - 10:00, 8 July 2020
  • Ομοιότητα στον σχηματισμό παρουσιάζει το αρχ. ινδ. sudiv-, su-div-a-m «ωραία μέρα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    12 KB (1,169 words) - 23:10, 7 July 2020
  • σαξιφραγώδη, με 75 περίπου είδη φυλλοβόλων θάμνων, πολλά από τα οποία έχουν ωραία αρωματικά άνθη αρχ. 1. (το αρσ. ως κύριο όν.) Φιλάδελφος προσωνυμία Πτολεμαίου
    7 KB (599 words) - 12:20, 6 July 2020
  • (ἐπάξω ἐπ' ἐμαυτὸν κατάραν, οὐκ εὐλογίαν», ΠΔ) αρχ. 1. ωραίος λόγος, καλή, ωραία έκφραση («εὐλογία καὶ εὐαρμοστία καί... εὐρυθμία», Πλάτ.) 2. ευηχία λόγου
    17 KB (1,495 words) - 08:45, 8 July 2020
  • cf. 5, ἀ. τῆς ἅλω 1Ep.Clem.29.3; c) como ofrenda funeraria anual ὅσα ... ὡραῖα, πάντων ἀπαρχὰς ἐπιφέροντες Th.3.58. 2 ofrenda inicial en el sacrificio cortando
    20 KB (2,062 words) - 14:40, 8 July 2020
  • νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καλλιγραφία, ο γραμμένος με ωραία γράμματα 2. φρ. «καλλιγραφικά στοιχεία» — τυπογραφικά στοιχεία που αναπαράγουν
    2 KB (113 words) - 16:50, 30 June 2020
  • Xenophon, Theophrastus, and subsequent writings.) (I) το (AM ἄρωμα) νεοελλ. η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά αρχ. 1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα 2. τα καλλιεργούμενα
    7 KB (703 words) - 13:50, 4 July 2020
  • ἐριστάφυλος, -ον (Α) 1. (για κρασί) αυτός που είναι παρασκευασμένος από μεγάλα, ωραία σταφύλια 2. (για τόπο) αυτός που είναι πλούσιος σε σταφύλια 3. επίθ. του
    3 KB (230 words) - 15:38, 1 July 2020
  • D.H.1.15, cf. Hsch. •de cultivos que dura o se mantiene todo el año op. ὡραῖα Ael.Ep.20, NA 3.10. 2 adv. -ως durante todo el año Ar.Fr.807. Source: διετήσιος
    2 KB (219 words) - 16:15, 30 June 2020
  • συμπόσια», Πλάτ.). επίρρ... εὐμελῶς (ΑΜ) 1. με μελωδία, μελωδικά, με χάρη 2. με ωραία και δυνατά μέλη μσν. με επιμέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -μελής (< μέλος), πρβλ
    4 KB (259 words) - 08:36, 8 July 2020
  • («βασιλικά έξοδα», «βασιλικόν το πάθος») 5. φρ. «βασιλική πύλη» — η βασιλόθυρα, η ωραία πύλη του χριστιανικού ναού νεοελλ. 1. βασιλόφρονας, οπαδός της βασιλείας
    23 KB (1,948 words) - 22:00, 7 July 2020
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο εὐώλενος: -ον (ὠλένη), αυτός που έχει ωραία χέρια, όμορφα μπράτσα, σε Πίνδ., Ευρ. εὐώλενος: с красивым предплечьем
    2 KB (126 words) - 15:51, 1 July 2020
  • εἰς Ὅμηρ. καλόπρυμνος, -ον (Α) (σχόλ.) (για πλοίο) αυτός που έχει καλή, ωραία πρύμνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -πρυμνος (< πρύμνη), πρβλ. καμπυλό-πρυμνος,
    669 bytes (42 words) - 06:37, 29 September 2017
  • (I. 2.17) εὐάρματε Θήβα fr. 195. εὐάρματος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία άρματα («εὐαρμάτου ἄλσους», Σοφ.) 2. νικητής στο αγώνισμα της αρματηλασίας
    3 KB (182 words) - 15:36, 30 June 2020
  • ὡραῖον πρόσωπον, Ἰω. Κλίμακ. σ. 174Α. -ον, Μ αυτός που του αρέσουν τα ωραία πρόσωπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + καλλιπρόσωπος «αυτός που έχει ωραίο πρόσωπο»]
    534 bytes (40 words) - 12:51, 29 September 2017
  • 2, ἔκδ. Souvign. καλλίγομφος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραίους γόμφους, ωραία καρφιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -γομφος (< γόμφος «καρφί»), πρβλ. κροτησί-γομφος
    677 bytes (44 words) - 06:37, 29 September 2017
  • φέραται καλλίραδος ἀντὶ καλλίρραβδος). καλλίρραβδος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία ράβδο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    844 bytes (48 words) - 10:00, 1 July 2020
  • agréable en gén. Étymologie: εὖ, ὤψ. εὐὼψ, -ῶπος, ο, η (Α) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη («εὐῶπα παρειάν», Σοφ.) 2. μτφ. επιθυμητός
    3 KB (197 words) - 15:53, 1 July 2020
  • 515, στόμα Ag. 227. καλλίπρῳρος, -ον (Α) 1. (για πλοίο) αυτό που έχει ωραία πλώρη («τὸ καλλίπρῳρον... Ἀργοῡς σκάφος», Ευρ.) 2. (για πρόσ.) αυτός που
    1,005 bytes (68 words) - 07:20, 29 September 2017
  • Σιβυλλ. 11 (9). 118. 177, 241. -υ (Α καλλίσταχυς, -υ) αυτός που παράγει ωραία στάχια. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -σταχυς (< στάχυς), πρβλ. κολοβό-σταχυς, ρουσιό-σταχυς]
    772 bytes (50 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ῥῖνα, Ἀπόκρυφ. Μαρτυρ. Βαρθολ. 2. καλόρ(ρ)ινος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία, καλοσχηματισμένη μύτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -(ρ)ρινος (< ῥίς, ῥινός «μύτη»)
    655 bytes (43 words) - 06:37, 29 September 2017
  • ποτεκιγκλίζευ καὶ τᾶς δρυὸς εἴχεο τήνας» — με λοξό χαμόγελο, από τον πόνο, ωραία τον είχες στήσει και τον κούναγες σαν σουσουράδα και είχες αγκαλιάσει αυτήν
    888 bytes (66 words) - 08:16, 1 January 2019
  • θίσβη, ἡ (Α) 1. (κατά το λεξικό Σούδα) «θίσβη σορός» 2. ως κύριο όν. Θίσβη ωραία κόρη της Βαβυλώνας που αγαπούσε τον Πύραμο και αυτοκτόνησε πάνω στο πτώμα
    1 KB (75 words) - 08:40, 8 July 2020
  • καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια. Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της, υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα. Γύρω από τη σπηλιά
    8 KB (837 words) - 19:34, 2 October 2019
  • «ἐριώπιδος· εὐώπιδος». ἐριώπης, ὁ, (θηλ. ἐριῶπις) (Α) αυτός που έχει μεγάλα, ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. μόριο ερι- + -ωπης (< ωψ «οφθαλμός» που απαντά μόνο
    2 KB (123 words) - 17:55, 9 July 2020
  • («εὐκνήμου... ποδός», Ανθ. Παλ.) αρχ. 1. (για ανδριάντες) αυτός που έχει ωραία σκέλη, γερές κνήμες 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ εὔκνημος είδος φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    748 bytes (53 words) - 14:20, 14 January 2019
  • εὐόφθαλμος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία μάτια αρχ. 1. αυτός που έχει οξύ βλέμμα 2. αυτός που είναι ευχάριστος στο βλέμμα των άλλων, που έχει ευχάριστη
    1 KB (73 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Erot.: but the latter word may be imaginary, the reference being perh. to ὡραῖα ἐόντα in Id.Loc.Hom.38; neither has been found in our codd. of Hp.:—we have
    2 KB (157 words) - 18:05, 8 July 2020
  • ὡραιογραφέω: γράφω ὡραῖα, ὡραιογραφοῦσα χεὶρ Θ. Στουδ. σ. 805, ἔκδ. Mi.
    152 bytes (11 words) - 09:19, 5 August 2017
  • ὡραιογράφος: χεὶρ, ἡ γράφουσα ὡραῖα, Ναυκράτ. εἰς τ. θάν. Θ. Στουδ. ἐν MI. Pa. gr. τ. 99, σ. 1829.
    180 bytes (19 words) - 10:30, 5 August 2017
  • αμιλλώμαι, συναγωνίζομαι 3. φρ. «ἐπιδείκνυμαι καλόν τι» — παρουσιάζω την ωραία όψη ενός πράγματος σε συναγωνισμό προς άλλους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    587 bytes (49 words) - 06:20, 29 September 2017
  • (I) ἐπίκομος, -ον (Α) αυτός που τρέφει πλούσια κόμη, που έχει πλούσια, ωραία μαλλιά. (II) ο φυσιολ. όρος που δηλώνει την ύπαρξη ενός δεύτερου παραπληρωματικού
    497 bytes (47 words) - 13:20, 8 January 2019
  • σφοδρή επιθυμία («Αχ, να μπορούσα») 4) ευχαρίστηση, ικανοποίηση («Αχ, τι ωραία») 5) στοργή, τρυφερότητα («Άχου το, άχου το»). [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λ. από
    760 bytes (67 words) - 06:24, 29 September 2017
  • σ. 373, ἔκδ. Mil. εὐβαφής, -ές (Α) 1. ο βαμμένος καλά 2. βαμμένος με ωραία χρώματα 3. (για χρώματα φυτών) ζωηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -βαφής (< βαφή), πρβλ
    2 KB (146 words) - 23:05, 7 July 2020
  • που έχει καλά και γρήγορα πόδια, ο ταχύς μσν. 1. (για ρυθμό στο στίχο) με ωραία συνθεμένους πόδες, με ρέοντα ρυθμό 2. φρ. «εὔπους ἥβη» — η βιαστική νιότη
    3 KB (257 words) - 17:20, 1 July 2020
  • της πρώτης ή μετριάζει την οξύτητα ενός χαρακτηρισμού, π.χ. «δεν ήταν μεν ωραία, δεν ήταν όμως και άσχημη» αρχ. περιορισμός, επίσχεση, συγκράτηση. Αναζήτηση
    2 KB (138 words) - 19:45, 9 January 2019
  • Étymologie: εὖ, παρυφή. εὐπάρυφος, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που φορεί φόρεμα με ωραία πορφυρή παρυφή 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ εὐπάρυφος το ωραίο ένδυμα 3. το ουδ.
    6 KB (419 words) - 17:45, 30 June 2020
  • with well-built or decorated sterns, Il. 4.248†. εὔπρυμνος, -ον (Α) με ωραία πρύμνη («νῆες... εὔπρυμνοι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρυμνός «πρύμνη»]
    2 KB (162 words) - 14:45, 4 July 2020
  • δόναξ. καλλιδόναξ, -ακος, ὁ, ἡ (Α) (για τόπο ή ποταμό) αυτός που έχει ωραία καλάμια («ἵνα ῥοαὶ τοῦ καλλιδόνακός εἰσιν Εὐρώτα», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)-
    2 KB (105 words) - 09:58, 1 July 2020
  • τεχνάομαι. εὐτέχνητος, -ον (Α) αυτός που είναι έντεχνα κατασκευασμένος, ωραία κατεργασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (66 words) - 14:10, 30 June 2020
  • casque. Étymologie: εὖ, πήληξ. εὐπήληξ, -κος ὁ, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει ωραία περικεφαλαία 2. (για πουλιά) αυτός που έχει ωραίο λοφίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    2 KB (99 words) - 15:40, 30 June 2020
  • (ἐπιδόξου Σ, cf. φύλλον) (I. 6.61) εὔφυλλος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φύλλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (114 words) - 10:35, 29 June 2020
  • εὐηλάκατος, -ον (αιολ. τ. εὐαλάκατος) (Α) (για γυναίκα) αυτή που έχει ωραία ηλακάτη, ρόκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ηλακάτη «ρόκα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (87 words) - 16:45, 30 June 2020
  • Étymologie: εὖ, πτόρθος. εὔπτορθος, -ον (Α) (για κέρατα) αυτός που έχει ωραία κλαδιά, ωραίες διακλαδώσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πτόρθος «κλαδί»]. Αναζήτηση
    1 KB (88 words) - 14:12, 30 June 2020
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο εὔπηχυς: -υ, αυτός που έχει ωραία μπράτσα, όμορφα χέρια, σε Ευρ. εὔπηχυς: υ с прекрасными раменами (лат.
    2 KB (124 words) - 15:45, 30 June 2020
  • ευνοημένος από την τύχη (μσν) 1 (για τόπο) κατάλληλος για κάτι 2. όμορφος, με ωραία εμφάνιση 3. ευγενικός, λεπτός αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπιδέξια τα
    11 KB (978 words) - 16:15, 8 July 2020
  • Ἴστρος Hes. Th. 339; Δίρκα Eur. Herc. Fur. 784. καλλιρέεθρος: -ον, ἔχων ὡραῖα ῥεῖθρα, κρήνη Ὀδ. Κ. 107· Ἴστρος Ἡσ. Θ. 339· Δίρκα Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 784.
    2 KB (131 words) - 21:20, 30 June 2020
  • («εὐκνήμου... ποδός», Ανθ. Παλ.) αρχ. 1. (για ανδριάντες) αυτός που έχει ωραία σκέλη, γερές κνήμες 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ εὔκνημος είδος φυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. <
    3 KB (193 words) - 15:55, 30 June 2020
  • η (AM καλλιφωνία) καλλίφωνος 1. η γλυκύτητα του ήχου ή της προφοράς, η ωραία φωνή 2. η ευφωνία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    2 KB (131 words) - 10:00, 1 July 2020

View (previous 500 | next 500) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)