Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 20 of 65
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "αὐτοκρατορία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τραϊανῷ ἡ τῆς αὐτοκρατορίας ἀρχὴ προερρήθη Δίων Κ. 67. 92· παρὰ Βυζ., ἡ σὴ Αὐτοκρατορία = ἡ σὴ Μεγαλειότης. -ας, ἡ • Grafía: graf. -εία PLips.9.15 (III d.C
    2 KB (206 words) - 09:24, 20 July 2021
  • η (AM αὐτοκρατορία) μορφή μοναρχικής διακυβέρνησης, απόλυτη εξουσία μσν.- νεοελλ. το μεγαλείο του αυτοκρατορικού αξιώματος νεοελλ. 1. έθνος ή χώρα που
    802 bytes (60 words) - 07:00, 29 September 2017
  • poder absoluto = δημαρχία, αὐταρχία, αὐτοδεσποτεία, αὐθεντία, αὐτοκρατορία, δεσποτεία, αὐτοδέσποτος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    201 bytes (22 words) - 07:15, 22 August 2017
  • imperio = διάδημα, δουλεία, αὐτοκρατορία, ἀρχή * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    100 bytes (18 words) - 07:09, 22 August 2017
  • Full diacritics: αὐτοκρᾰτόρια Medium diacritics: αὐτοκρατόρια Low diacritics: αυτοκρατόρια Capitals: ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ Transliteration A: autokratória
    421 bytes (24 words) - 20:00, 29 December 2020
  • principado = αὐτοκρατορία, ἀρχή * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    60 bytes (16 words) - 07:16, 22 August 2017
  • αντιπροσώπων του έθνους που εκπροσωπεί τη θέληση του αρχ. 1. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) επαρχιακός 2. διαλεκτικός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐθνικός ο φοροεισπράκτορας
    1 KB (102 words) - 14:15, 14 January 2019
  • που ανήκει ή αναφέρεται στην αρχαία Ρώμη ή στους Ρωμαίους (α. «ρωμαϊκή αυτοκρατορία» β. «ρωμαϊκός πολιτισμός») νεοελλ. φρ. «ρωμαϊκό δίκαιο» (νομ.) η νομοθεσία
    2 KB (85 words) - 12:27, 29 September 2017
  • Fraenkel KZ 42, 116ff.). Derivative: Davon die in der Kaiserzeit gebildeten αὐτοκρατορία, αὐτοκρατορικός, αὐτοκρατορεύω usw., zur Wiedergabe der entsprechenden
    20 KB (1,844 words) - 09:26, 20 July 2021
  • κραταρχία: ἡ, αὐτοκρατορία. Ἐφραὶμ 25. 68, 123, κτλ. κραταρχία, ἡ (Μ) κρατάρχης αυτοκρατορία, κυριαρχία, ηγεμονία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    267 bytes (24 words) - 07:26, 29 September 2017
  • απόδοση του ρωμαϊκού dictator (Πολύβ.) και imperator (Πλουτ.). ΠΑΡ. αυτοκρατορία, αυτοκρατορικός]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (201 words) - 11:05, 12 February 2021
  • υποτελείας (α. «οι παραδουνάβιες ηγεμονίες ήταν φόρου υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία» β. «πόλιν ξυμμαχίδα και φόρου ὑποτελῆ», Θουκ.) νεοελλ. 1. βιολ. (για
    2 KB (170 words) - 12:50, 29 September 2017
  • ο 1. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη βόρεια Αφρική) τιμητικός τίτλος ο οποίος απονεμόταν σε στρατιωτικούς και ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους 2
    769 bytes (57 words) - 12:15, 29 September 2017
  • σημερινή νότια Ρωσία και με κέντρο την Κριμαία ίδρυσε μια πλούσια και ισχυρή αυτοκρατορία, που διατηρήθηκε επί πέντε αιώνες, προτού υποκύψει στους Σαρμάτες κατά
    1 KB (124 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ασθενούς («τὰ τῶν νοσεόντων πράγματα», Ιπποκρ.) β) πολιτεία, κράτος, αυτοκρατορία («τὰ Περσικὰ πράγματα» — το περσικό κράτος, η περσική δύναμη, Ηρόδ.)
    11 KB (858 words) - 22:55, 27 March 2021
  • απόδοση του ρωμαϊκού dictator (Πολύβ.) και imperator (Πλουτ.). ΠΑΡ. αυτοκρατορία, αυτοκρατορικός]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (201 words) - 11:05, 12 February 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ἡ, = αὐτοκρατορία. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    358 bytes (15 words) - 10:46, 31 January 2021
  • Συμβουλίου του κράτους και της βασιλικής αυλής (στη Γαλλία και τη Γερμανική Αυτοκρατορία). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχι- + καγκελάριος. Απόδοση στα Ελληνικά του γερμ. Erzkanzler]
    584 bytes (41 words) - 06:58, 29 September 2017
  • (στη Δύση) φέουδο νεοελλ. 1. (στην Ανατολή και ειδικότερα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) εκτεταμένη αγροτική περιοχή που παραχωρούσε ο ηγεμόνας σε στρατιωτικό
    1 KB (88 words) - 12:51, 29 September 2017
  • διερμηνέας νεοελλ. φρ. «μέγας δραγουμάνος» — τιμητικό αξίωμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. δραγομάνος]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    427 bytes (30 words) - 07:05, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)