Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 14 of 14
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "γλωττίς" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 12, 12. v. γλωσσίς. γλωττίς: -ίδος, ἡ=γλῶσσα III, σε Λουκ. γλωττίς: ίδος ἡ = γλωσσίς. γλωττίς -ίδος, ἡ γλῶσσα mondstuk (van een blaasinstrument)
    2 KB (137 words) - 20:35, 9 January 2019
  • η (AM γλωττίς) γλώττα 1. μικρή γλώσσα 2. στόμιο πνευστού μουσικού οργάνου και κυρίως του αυλού, όπου εισάγεται το μικρό καλάμι νεοελλ. 1. βέλος ζυγού που
    601 bytes (46 words) - 07:02, 29 September 2017
  • Arist.l.c., Plin.ll.cc. Source: γλωσσίς γλωσσίς: = γλωττίς, σε Λουκ. γλωσσίς: атт. γλωττίς, ίδος ἡ 1) Luc. = γλώσσα 4; 2) предполож. птица вертишейка
    2 KB (207 words) - 18:04, 31 December 2018
  • γλωσσάριο(ν), γλώσσημα, γλωσσίδιο(ν), γλωσσικός, γλωσσώδης, γλωττίδα (AM γλωττίς) αρχ. γλωττίζω νεοελλ. γλωσσάκι, γλωσσαράς, γλωσσάς, γλωσσεύω, γλωσσιά,
    11 KB (685 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (Chios), Att. γλῶττα, ης, ἡ,    A tongue, Od.3.332, etc.    b γ. λάρυγγος, = γλωττίς, larynx, Gal.UP7.13.    2 tongue, as the organ of speech, γλώσσης χάριν
    48 KB (4,531 words) - 13:15, 3 October 2019
  •    II Dim. of γλωττίς 11, Porph.in Harm.p.273. γλωσσίδιον: ἀττ. γλωττ-, τό, ὑποκορ. τοῦ γλῶσσα, Παροιμιογρ. ΙΙ. ὑποκορ. τοῦ γλωττὶς ΙΙ, Πορφ. ἐν Πτολ
    1 KB (98 words) - 12:22, 21 August 2017
  • 2. (κατά το λεξ. Σούδα) «σκεπαστήριον τῆς γλώσσης». [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + γλωττίς (< γλῶττα + επίθημα -ίς, -ίδος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (99 words) - 12:16, 29 September 2017
  • [Seite 830] ίδος, ἡ, an der Flöte, z. B. γλωττίς, das Flötenmundstück, Eust. ἐναυλίς: -ίδος, ἡ, ἡ ἐναυλὶς γλωσσίς, Εὐστ. Ἰλ. 96, 19 κατὰ τὴν ἔκδ. Βασιλ
    423 bytes (36 words) - 11:10, 5 August 2017
  • Translator | LSJ glōttis, ĭdis, f. (γλωττίς), râle des genêts, roi des cailles [oiseau] : Plin. 10, 67. glōttis, idis, f. (γλωττίς), ein Vogel, der die Wachtel
    400 bytes (72 words) - 09:08, 15 August 2017
  • mondstuk = γλωττίς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL
    38 bytes (32 words) - 17:15, 9 January 2019
  • etc.    2. of the vocal chords, Gal.8.50. [Seite 932] ίδος, ἡ, att. -γλωττίς, der Kehldeckel, als Anhang der Zunge, Hippocr. u. Folgde, wie Arist. H
    2 KB (145 words) - 13:56, 31 December 2018
  • Conscr.49, Am.4 :— hence τρῡτᾰνεύω, weigh, Gloss. τρῡτάνη: [ᾰ], ἡ, ἡ γλωττὶς τοῦ ζυγοῦ· καὶ καθόλου, ζυγός, πλάστιγξ, Λατ. trutina, ἔχουσα τρυτάνην ἵστη
    4 KB (291 words) - 16:10, 2 October 2019
  • justicia PTeb.15.13 (II d.C.). II c. suj. de cosa, en v. med. sobresalir ἡ γλωττὶς γλῶτταν ἐξαγομένην ἔχουσα la glotis, que tiene una lengua que sobresale
    58 KB (6,054 words) - 13:00, 3 October 2019
  • ἐπὶ τῆς Ἥρας, Ἀριστοφ. Θεσμ. 976· πρβλ. κλειδοῦχος. ΙΙ. τὸ ἄγκιστρον ἢ ἡ γλωττὶς πόρπης, Ὀδ. Σ. 294. ΙΙΙ. ἡ κλεὶς τοῦ ὤμου, τὸ «κλειδοκόκκαλον», Λατ. jugulum
    39 KB (3,809 words) - 13:55, 3 October 2019