Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 12 of 12
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "φίλεχθρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • πρός τινα, feindselig gegen Einen gesinnt sein, D. L. 3, 36. 5, 61. φίλεχθρος: -ον, ὁ ἐπιρρεπὴς εἰς ἔχθραν, ὁ ἀγαπῶν νὰ γίνηται ἐχθρός, Παῦλ. Σιλ. 74
    2 KB (115 words) - 14:47, 1 July 2020
  • εχθρολέτης νεοελλ. εχθροπάθεια, εχθροπραξία (Β' συνθετικό) αρχ. εθέλεχθρος, φίλεχθρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    4 KB (280 words) - 15:25, 15 January 2019
  • 137. [Seite 1276] ές, = φίλεχθρος, Theocr. 5, 137. φῐλεχθής: -ές, γεν. έος, = φίλεχθρος, Θεόκρ. 5. 137. -ές, Α φίλεχθρος·. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -εχθής
    1 KB (60 words) - 21:15, 28 June 2020
  • Α επίρρ. βλ. φίλεχθρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο φιλέχθρως: враждебно, неприязненно (ἔχειν
    213 bytes (21 words) - 07:20, 31 December 2018
  • -έω, Α φίλεχθρος είμαι φίλεχθρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    93 bytes (14 words) - 12:43, 29 September 2017
  • ἡ, Α φίλεχθρος το να είναι κανείς φίλεχθρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    118 bytes (17 words) - 12:46, 29 September 2017
  • Μ επίρρ. φιλέχθρως. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο επίθ. φιλεχθρικός (< φίλεχθρος + κατάλ. -ικός) + επιρρμ. κατάλ. -ῶς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    422 bytes (22 words) - 12:42, 29 September 2017
  • φίλοψος αρχ.-μσν. φιλαίματος, φιλακροάμων, φιλενδείκτης, φιλεπίστροφος, φίλεχθρος, φιλέψιος, φιλοβασιλεύς, φιλόγελως, φιλοδαίμων, φιλόδακρυς, φιλοεπής, φιλόθρηνος
    9 KB (413 words) - 13:00, 29 September 2017
  • ἀπεχθάνομαι. -ον, Α αυτός που επιδιώκει να γίνεται εχθρός με τους άλλους, φίλεχθρος («ἀνθρώπῳ πονηρῷ καὶ φιλαπεχθήμονι», Δημοσθ.). επίρρ... φιλαπεχθημόνως
    3 KB (216 words) - 14:45, 7 July 2020
  • εχθρολέτης νεοελλ. εχθροπάθεια, εχθροπραξία (Β' συνθετικό) αρχ. εθέλεχθρος, φίλεχθρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    20 KB (2,012 words) - 16:35, 8 July 2020
  • 1276] Feindschaft lieben, üben, LXX. φῐλεχθρέω: ἀγαπῶ τὰς ἔχθρας, εἶμαι φίλεχθρος, Ἑβδ. (Παροιμ. Γϳ, 30)· ― φιλεχθρία, ἡ, κατεσθίει τὸ ἀγαπητὸν ἡ φιλεχθρία
    911 bytes (39 words) - 13:35, 1 July 2020
  • φίλοψος αρχ.-μσν. φιλαίματος, φιλακροάμων, φιλενδείκτης, φιλεπίστροφος, φίλεχθρος, φιλέψιος, φιλοβασιλεύς, φιλόγελως, φιλοδαίμων, φιλόδακρυς, φιλοεπής, φιλόθρηνος
    8 KB (396 words) - 12:53, 29 September 2017