Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 20 of 1,006
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "χρόνος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Κάτο χρόνος: ὁ, I. 1. χρόνος, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. καθορισμένο διάστημα, λίγος χρόνος, περίοδος, εποχή· δεκέτης, τρίμηνος χρόνος, σε Σοφ.· χρόνος βίου ἥβης
    71 KB (6,676 words) - 14:40, 3 October 2019
  • Χρόνος: ὁ Хронос, «Время» (божество времени) Anth.
    112 bytes (7 words) - 09:32, 31 December 2018
  • τα, Ν (ετερογενής τ. πληθ.) βλ. χρόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    103 bytes (16 words) - 06:09, 29 September 2017
  • μεθύστεροι, οἱ, οἱ ἐπίσποροι, ἔκγονα, τά. subs. P. and V. ὁ μέλλων χρόνος, ὁ λοιπὸς χρόνος, τὸ μέλλον, τὰ μέλλοντα, V. τοὐπιόν (Eur., Frag.). For the sake
    1 KB (163 words) - 11:00, 7 August 2017
  • «ποσότητα χρημάτων» β. «εισαγωγή ειδών διατροφής σε μεγάλες ποσότητες») 2. ο χρόνος διάρκειας τών φθόγγων, η ιδιότητα των συλλαβών να είναι μακρόχρονες ή βραχύχρονες
    1 KB (100 words) - 12:05, 29 September 2017
  • ). For a while, adv.: P. and V. τέως. For a long while: P. and V. μακρὸν χρόνος; see long. It is worth while: P. and V. ἄξιόν ἐστι (or omit ἐστι) (with
    554 bytes (77 words) - 10:09, 21 July 2017
  • subs. P. περίοδος χρόνου (Plat., Phaedo, 107E). Time: P. and V. καιρός, ὁ, χρόνος, ὁ. Cycle: P. and V. κύκλος, ὁ. End: P. and V. τέλος, τό, τελευτή, ἡ, πέρας
    726 bytes (76 words) - 13:57, 7 August 2017
  • ετών») νεοελλ. 1. χρόνος μιας πλήρους περιφοράς κάποιου πλανήτη γύρω από τον Ήλιο («έτος του Διός») 2. φρ. α) «αστρικό έτος» — ο χρόνος που χρειάζεται ο
    7 KB (501 words) - 07:13, 29 September 2017
  • όλη τη διάρκεια του χρόνου ή χρονιά παρά χρονιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρονικός (< χρόνος). Η λ. έχει διαλ. προέλευση]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    376 bytes (29 words) - 06:09, 29 September 2017
  • η (AM ἡλικία, Α ιων. τ. ήλικίη και δωρ. τ. ἁλικία) 1. (για έμβια όντα) ο χρόνος που διανύεται από τη γέννηση ενός έμβιου όντος μέχρι τη στιγμή που γίνεται
    5 KB (396 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ολοκλήρου, εξαντλούμαι, σώνομαι (α. «μας τέλειωσαν τα φρούτα» β. «τελείωσε ο χρόνος σας») β) οδηγούμαι εις πέρας, περατώνομαι, λήγω (α. «τελείωσε ο τρύγος»
    4 KB (272 words) - 12:57, 29 September 2017
  • η, Ν 1. χρονικό διάστημα ενός έτους, έτος, χρόνος 2. σχολικό έτος («έχασε τη χρονιά του» — έμεινε στην ίδια τάξη) 3. συνεκδ. συνολικό ετήσιο εισόδημα
    1 KB (108 words) - 06:09, 29 September 2017
  • το 1. το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον («αυτά συνέβησαν κατά το παρελθόν») 2
    1 KB (85 words) - 12:14, 29 September 2017
  • και ενωρίς επίρρ. 1. προτού έλθει ή προτού περάσει ο καθορισμένος χρόνος, γρήγορα (α. «έφυγε νωρίς από τη δουλειά του» β. «είναι πολύ νωρίς ακόμη για να
    943 bytes (79 words) - 12:05, 29 September 2017
  • subs. V. μυρίος χρόνος, ὁ, or use P. and V. ὁ πᾶς χρόνος (Plat., Ap. 40E), ὁ ἀεὶ χρόνος. Look up eternity on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    239 bytes (36 words) - 21:00, 26 August 2017
  • άλλους τα μυστικά σου κβ) «τέτοια ώρα, τέτοια λόγια» — είναι ακατάλληλος ο χρόνος για πολλές κουβέντες κγ) «άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε» — αποφεύγεις τη συζήτηση
    6 KB (463 words) - 07:33, 29 September 2017
  • μήν, ὁ, V. σελήνη, ἡ (lit., moon). A period of three months: V. τρίμηνος χρόνος, ὁ. The last day of the month: Ar. and P. ἕνη καὶ νέα. Look up month on
    352 bytes (49 words) - 09:47, 21 July 2017
  • μη καταγινόμενος με κάτι 4. «ἄσχολος χρόνος» — ο χρόνος κατά τον οποίο δουλεύει κανείς συνέχεια, ο γεμάτος χρόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -σχολος < σχολή
    841 bytes (57 words) - 06:25, 29 September 2017
  • ορίζοντα, το βασίλεμα 2. το σημείο του ορίζοντα όπου εξαφανίζεται ο ήλιος 3. ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η δύση 4. παρακμή, κατάπτωση, τέλος («η δύση του
    833 bytes (74 words) - 07:05, 29 September 2017
  • of the door, Sor.1.119.    2 of Time, ὁ μ. τῆς δίκης τε καὶ τοῦ θανάτου [χρόνος] Pl.Phd.58c, cf. E.Hec. 437; τὰ μ. τούτου meanwhile, S.OC291: as a Prep
    26 KB (2,453 words) - 14:05, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)