Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 13 of 13
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "ἀπόγνοια" on this wiki. See also the other search results found.

  • Verzweiflung, τοῦ κρατεῖν Thuc. 3, 85. ἀπόγνοια: ἡ, (ἀπογιγνώσκω) ἀπόγνωσις, ἀπελπισμός, καὶ τὰ πλοῖα ἐμπρήσαντες, ὅπως ἀπόγνοια ᾖ τοῦ ἄλλο τι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς
    2 KB (140 words) - 20:55, 31 December 2020
  • 495C, πρβλ. 470Β, Θεαίτ. 165Ε, Πολ. 337C κτλ. ΙΙ. σπανίως ἄνευ ἐρωτήσεως, ἀπόγνοια τοῦ ἄλλοτι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς, Θουκ. 3. 85.
    2 KB (189 words) - 11:17, 5 August 2017
  • desesperación = ἀποδυσπέτησις, ἀπόγνοια, ἀπελπισμός, ἀποδυσπέτημα, ἀπόνοια, ἀπόγνωσις, δυσελπιστία, ἀκηδία, ἀψυχία, ἀνέλπιστος, ἀπελπιστία * Look up
    294 bytes (25 words) - 07:01, 22 August 2017
  • despondency: P. and V. ἀθυμία, ἡ, δυσθυμία, ἡ (Plato). despair of: P. ἀπόγνοια, ἡ (gen.). drive to despair, v.: P. εἰς ἀπόνοιαν καθιστάναι, ἀθυμῆσαι ποιεῖν
    1 KB (110 words) - 19:42, 9 December 2020
  • ἀπόγνοια, η (Α) απόγνωση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    74 bytes (13 words) - 06:56, 29 September 2017
  • desconfianza = ἀπόγνοια, ἀπιστία, ἀνελπιστία, δυσπιστία, ἀθεσία, ἀτοπία * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal
    147 bytes (20 words) - 07:01, 22 August 2017
  • despair of = ἀπογιγνώσκειν, ἀπόγνοια ⇢ Look up "despair of" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    83 bytes (22 words) - 19:05, 22 May 2020
  • Click links below for lookup in third sources: εως, ἡ, A = ἀπόγνοια, τοῦ βίου D.H.1.81, Aret.SA 2.2; πραγμάτων Luc.Somn.17; ἐλπίδος Ph.2.300: abs.
    2 KB (217 words) - 21:00, 31 December 2020
  • отчаяние = στύγος, ἀνέλπιστον, ἀπελπισμός, δυσελπιστία, ἀπόγνοια, ἀθυμία, ἀθυμίη * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    179 bytes (43 words) - 07:55, 15 October 2019
  • безнадежность = ἀνέλπιστον, ἀπελπισμός, δυσελπιστία, ἀπόγνοια * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site |
    123 bytes (40 words) - 01:55, 14 October 2019
  • отсутствие надежды = ἀνέλπιστον, ἀπόγνοια * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    68 bytes (39 words) - 18:15, 14 October 2019
  • cf. 470b, Phd.79b, Tht. 165e, R.337c, etc. 2 rarely without a question, ἀπόγνοια τοῦ ἄλλο τι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς Th.3.85. * Abbreviations: ALL | General
    2 KB (174 words) - 00:10, 1 January 2021
  • . γίγνεται Pl.Men.82d •ἄλλο τι πλήν Pl.Sph.228a •raro sin interr. ὅπως ἀπόγνοια ᾖ τοῦ ἄλλο τι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς a fin de que no les quedara otra esperanza
    91 KB (10,106 words) - 18:30, 5 February 2021