Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

Results 1 – 20 of 523
Advanced search

Search in namespaces:

  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  

There is a page named "ὡραία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Jahreszeit, Frühling u. Sommer. vgl. ὡραῖος, B. A. 73. ὡραία: ἡ, ἴδε ὡραῖος Ι. 3. ας (ἡ) : v. ὡραῖος. ὡραία: ион. ὡραίη ἡ (sc. ὥρα) надлежащее (свое) время
    1 KB (76 words) - 08:24, 31 December 2018
  • ὡραία = the season for sailing ⇢ Look up "ἡ ὡραία" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient
    64 bytes (28 words) - 21:15, 3 July 2020
  • ἥβην ἦλθεν ὡραία γάμων», Ευρ.) β) εσχατόγηρος 6. αυτός που αρμόζει σε κάποιον (α. «βίος τε εὐκλεὴς καὶ θάνατος ὡραῑος», Ξεν. β. «ἔνθα... ὡραῑα ἐπετέλουν
    5 KB (404 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ὡραῖα: τά сбор последнего урожая, сельскохозяйственные продукты Thuc., Xen., Plat.
    165 bytes (10 words) - 06:08, 31 December 2018
  • sailing: P. and V. πλοῦς, ὁ, V. εὔπλοια, ἡ. the season for sailing: P. ἡ ὡραία (Dem. 1292). prevention from sailing: P. and V. ἄπλοια, ἡ. when sailing was
    1 KB (119 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ὡραία, Κυρηναῖοι, Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ὡραία, Κηρηναίοι». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • particul. mûr pour le mariage : ὡραία γάμου ou γάμων HDT, XÉN mûre pour le mariage, nubile ; avec un gén. de pers. : ὡραία ἀνδρός HDT jeune fille mûre pour
    25 KB (2,260 words) - 18:20, 8 July 2020
  • ὡραίη: ἡ ион. = ὡραία.
    69 bytes (4 words) - 06:20, 1 January 2019
  • μέρος ή πύργος από όπου βλέπει κανείς σε μεγάλη απόσταση ή από όπου έχει ωραία θέα 2. το μέρος προς το οποίο βλέπει κανείς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    595 bytes (56 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τὰ ὡραῖα = fruit of the soil, fruits of the earth, produce of the seasons, the fruits of the season ⇢ Look up "τὰ ὡραῖα" on Google | LSJ full text search
    142 bytes (41 words) - 22:10, 3 July 2020
  • και φτερά χιονάτα», Παλαμ. β. «ἐβλάστησεν ἡ κόρη πανεύμορφος καὶ εὐθαλής, ὡραία, χιονάτη», Διγεν. Ακρ.) 2. το θηλ. ως ουσ. η Χιονάτη πασίγνωστη ηρωίδα παιδικών
    920 bytes (69 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 806b18, Men.Sam.46.    II a form of speech, dialect, Ev.Matt. 26.73; ἡ λ. σου ὡραία LXX Ca.4.3; style, Phld.Rh.2.27 S. [Seite 9] ἡ, Geschwätz, Gerede, nach
    8 KB (666 words) - 14:25, 7 July 2020
  • («ἦ σὸν τὸ κλεινὸν εἶδος Ἠλέκτρας τόδε» [[[αντί]]: η Ηλέκτρα], Σοφ.) 3. ωραία όψη 4. στον πληθ. διακοσμητικά σχέδια 5. ιατρ. ιδιοσυγκρασία 6. μουσ. η μουσική
    3 KB (217 words) - 07:06, 29 September 2017
  • άλλα») νεοελλ. 1. ως επίθ. μερικοί, -ές, -ά, κάποιοι, -ες, -οια («είδα κάτι ωραία πράγματα») 2. ως προσδιορισμός για έξαρση ή μείωση («έχει κάτι μάτια») 3
    3 KB (210 words) - 14:05, 8 January 2019
  • ο 1. μεγάλο κομμάτι 2. ωραία και προκλητική γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθ. του τ. κομμάτι, πρβλ. κεφάλι: κέφαλος, κλωνί: κλώνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    339 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • συναπτόμενον τῷ Ἀφροδίτη, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφροδ. 2. 2) μετάφορ., ἐπὶ ὡραίας κόρης, = ὡραία ὡς Ἀφροδίτη, Ὀππ. Ἁλ. 4. 235. ΙΙ. ὡς προσηγορ., ἔρως, πάθος, Εὐρ. Βάκχ. 773·
    6 KB (505 words) - 10:10, 29 June 2020
  • φιλτάτης μ. σποδὸν Σοφ. Ἠλ. 1159. 2) συχνάκις, ὡς τὸ Λατ. forma, species, ὡραία μορφή, Πινδ. Ο. 6. 128., 9. 99, κτλ. 3) καθόλου, εἶδος, σχῆμα, ἐξωτερικόν
    32 KB (2,957 words) - 09:35, 8 July 2020
  • (I) το (AM ἄρωμα) νεοελλ. η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά αρχ. 1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα 2. τα καλλιεργούμενα μυρωδικά, τα μπαχαρικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής 1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση 2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και σεμνότητα ήθους 3. ευγενική, πολιτισμένη συμπεριφορά
    788 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    1 KB (91 words) - 14:00, 8 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)