Open main menu

LSJ β

Search results

Results 1 – 3 of 3
Advanced search

Search in namespaces:

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

There is a page named "focarius" on this wiki. See also the other search results found.

  • fŏcārĭus, ĭī, m. (focus), cuisinier, marmiton : Ulp. Dig. 4, 9, 1, 5. focārius, a, um (focus), zum Herde gehörig, Herd-, subst., a) focārius, iī
    909 bytes (130 words) - 03:10, 28 February 2019
  • μαγειρική. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. focaria «μαγείρισσα, νοικοκυρά», θηλ. του επιθ. focarius, -a, -um «οικιακός» (< focus «εστία, οίκος»)].
    504 bytes (28 words) - 12:49, 29 September 2017
  • και φωκάριν, τὸ, Α φωκαρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. focarium, ουδ. του επιθ. focarius, -a, -um «οικιακός» (< focus «εστία, οίκος»)].
    372 bytes (18 words) - 13:00, 29 September 2017