Open main menu

LSJ β

Search results

Results 1 – 2 of 2
Advanced search

Search in namespaces:

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

There is a page named "melca" on this wiki. See also the other search results found.

  • melca, æ, f., lait aigri avec des épices : Apic. 7, 308. melca, ae, f., mit Gewürz versetzte geronnene Milch, Apic. 7, 308 (dazu Schuh).
    203 bytes (24 words) - 09:28, 15 August 2017
  • αναψυκτική τροφή από ξινισμένο γάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνειο από τη Λατινική, πρβλ. λατ. melca, το οποίο θεωρείται δάνεια λ. από τη Γερμανική (πρβλ. γερμ. Milch «γάλα»)]
    2 KB (240 words) - 21:53, 1 October 2022