Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διό" on this wiki. See also the other search results found.

  • slang.gr | Κάτο διό: σύνδ., αντί δι' ὅ, απ' όπου, εξαιτίας, επειδή, διότι, Λατ. quapropter, quocirca, quare, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ. διό: тж. δι᾽ ὅ conj
    6 KB (804 words) - 00:53, 30 December 2020
  • account (A. V. wherefore): Treg. διό περ); L T Tr WH διό. διόπερ (AM) (επιτατ. του διό) γι' αυτό ακριβώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό + περ]. * Αναζήτηση σε: Google
    3 KB (331 words) - 00:55, 30 December 2020
  • P. and V. τί; see why. relative, for which reason: P. and V. ἀνθ' ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. therefore, before imperatives: P. and V.
    638 bytes (62 words) - 15:48, 10 December 2020
  • (enclitic), Ar. and P. τοιγάρτοι. for which reason: P. and V. ἀνθ' ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. for this reason: V. τούτων χάριν, ἐκ τῶνδε
    860 bytes (76 words) - 11:50, 10 December 2020
  • Grammar, 445 (415)): R G διό); T WH Tr marginal reading; L T Tr WH ὅτι); διά καί). 2. for (cf. Fritzsche on L T Tr WH for R G διό); (Tdf. From Herodotus
    12 KB (1,455 words) - 01:10, 30 December 2020
  • (in Ep. Δῑο- metri gr.), in compds., both A sprung from Zeus or the gods, and godlike. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Διο-: εὕρηται
    802 bytes (63 words) - 20:25, 10 February 2021
  • τῇ παρὰ τὸν Ἀδρίαν χώρᾳ», Πολ.) 2. (για λόγο) επιμένω στις λεπτομέρειες («διό μᾶλλον ἄν τις ἐνδιατρίψειε περί αὐτῶν», Αριστοτ.) 3. ασχολούμαι με κάτι, επιμένω
    953 bytes (72 words) - 14:15, 27 March 2021
  • Ζηνο-: πρβλ. Διοβλής, Διογενέτωρ, Διογενής, Διογένης, Διομήδης, Διόπαις, Διό(σ)δοτος, Διοσημία, Διόσκουροι, Διοσξεινιασταί, Διοσσωτηριασταί, Ζηνοδοτήρ
    8 KB (645 words) - 21:30, 29 December 2020
  • διὸ τούτῳ τῶν δέκα ταλάντων ἐτίμησαν = therefore they mulcted him in those ten talents ⇢ Look up "διὸ τούτῳ τῶν δέκα ταλάντων ἐτίμησαν" on Google (phrase
    88 bytes (43 words) - 17:10, 6 July 2020
  • for which reason = ἀνθ' ὧν, διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, ὧν οὕνεκα ⇢ Look up "for which reason" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora |
    125 bytes (30 words) - 19:40, 22 May 2020
  • por lo cual = ἀντί, διό, διότι * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    57 bytes (19 words) - 07:15, 22 August 2017
  • (in Epic δῑο- metri gr.), in compds., both sprung from Zeus or the gods, and godlike. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works διο- (Α) α' συνθετικό
    951 bytes (77 words) - 10:40, 31 January 2021
  • ἔπραττον ἅπερ.. Ξεν. πτώσεις τινὲς κεῖνται ἀπολύτως, 1) ὅπερ, διό, ὅθεν, ὡς τὸ διόπερ (ἴδε ἐν λ. διό), Διόδ. 13. 18: = καίπερ, Βεκκῆρ. εἰς Ἀπολλ. Δυσκ. π. Ἀντωνυμ
    14 KB (1,434 words) - 09:20, 23 May 2021
  • Διός· ἴδε ἡλιόκτυπος. διόκτυπος, -ον (Α) χτυπημένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό- + κτύπος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    416 bytes (28 words) - 07:04, 29 September 2017
  • — είμαι ευτραφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -τραφής (< ετράφην του ρ. τρέφω), πρβλ. διο-τραφής, μουσο-τραφής]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (78 words) - 06:39, 29 September 2017
  • πόροι Arist.Pr.905b8, cf. Thphr.CP6.9.2; φύσει ἅμα κατάλληλα τελειοῦται· διὸ καὶ ἀκούει τε ἅμα καὶ φωνεῖ [τὰ παιδία] Arist.Pr.902a11; γλῶσσα κ. τῷ στόματι
    6 KB (543 words) - 11:40, 20 April 2021
  • por eso = διό * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    26 bytes (16 words) - 06:50, 22 August 2017
  • δένδρων, Ἡρόδ. 4. 172· πλάτανος ... ἀμφ. τε καὶ ὑψηλὴ Πλάτ. Φαῖδρ. 230Β, διό, 2) πυκνός, κατάφυτος, ἀμφ. ἄλσος δένδρεσιν Καλλ. εἰς Δήμ. 27, πρβλ. Αἰλ.
    12 KB (1,032 words) - 16:08, 1 January 2021
  • προαναγγέλλει κακά, ο δυσοίωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -σημος (< σῆμα), πρβλ. διό-σημος, ομοιό-σημος. Με τη νεοελλ. σημ. η λ. αποτελεί απόδοση του ξεν. pejorative
    1 KB (85 words) - 10:45, 30 December 2020
  • συχνάκις εἰρωνικῶς, ὡς ἐν Ἀριστοφ. Βατρ. 532. Ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει: «ἀμέλει· διό· ἁπλῶς (καλῶς)· οὕτως οὖν, τοιγαροῦν». impér. de ἀμελέω; 1 sois sans inquiétude
    6 KB (501 words) - 10:50, 10 January 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)