Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "νούσημα" on this wiki. See also the other search results found.

  • νόσημα. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works νούσημα: Ἰων. ἀντὶ νόσημα. νούσημα, τὸ (Α) ιων. τ. βλ. νόσημα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    4 KB (421 words) - 10:56, 13 September 2021
  • ἀρρωστία, ἀσθένεια, ἀσθένημα, διάθεσις, δυσκρασία, νόσευμα, νοσημάτιον, νόσος, νούσημα, νοῦσος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    368 bytes (30 words) - 06:11, 20 October 2021
  • ἀρρωστία, ἀσθένεια, ἀσθένημα, διάθεσις, δυσκρασία, νόσευμα, νοσημάτιον, νόσος, νούσημα, νοῦσος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    368 bytes (30 words) - 06:12, 20 October 2021
  • Click links below for lookup in third sources: Ion. νούσημα, ατος, τό, (νοσέω) A disease, Hp.Flat.1, S.Ph. 755, E.El.656, Th.2.49,53, etc.; τὰ περὶ
    11 KB (1,036 words) - 08:44, 19 October 2021
  • ασθένεια, αρρώστια, νόσημα, νόσος, πάθηση; Ancient Greek: νόσος, νόσευμα, νούσημα, νοσημάτιον, ἀσθένεια, ἀσθένημα, ἀρρώστημα, ἀρρωστία, ἀλυσθένεια, ἀδυναστία
    5 KB (428 words) - 06:13, 20 October 2021
  • κατεβιάζετο Eun.Hist.p.256 D. II Pass., to be forced, Plu.Thes.11, Id.2.639f; (νούσημα) ἤδη ὑπὸ Χρόνου πολλοῦ καταβεβιασμένον, of a chronic disease, Hp.Morb. Sacr
    4 KB (293 words) - 10:40, 10 January 2021
  • ασθένεια, αρρώστια, νόσημα, νόσος, πάθηση; Ancient Greek: νόσος, νόσευμα, νούσημα, νοσημάτιον, ἀσθένεια, ἀσθένημα, ἀρρώστημα, ἀρρωστία, ἀλυσθένεια, ἀδυναστία
    5 KB (446 words) - 09:47, 19 October 2021