Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "ξυληγός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 280] Holz führend, tragend, Poll. 7, 130. ξῠληγός: -όν, (ἄγω) ὁ φέρων, μεταφέρων ξύλα, Πολυδ. Ζ΄, 130. ξυληγός, -όν (Α) αυτός που μεταφέρει ξύλα. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (93 words) - 16:20, 30 December 2020
  • ξυλοτόμος, ξυλοτρόφος, ξυλουργός, ξυλοφάγος αρχ. ξυλάνηθον, ξυληβόρος, ξυληγός, ξυλογλύφος, ξυλοθήκη, ξυλοκάρυον, ξυλοκατασκεύαστος, ξυλολεπής, ξυλολογεία
    12 KB (790 words) - 13:00, 15 February 2019
  • ξυληγία, ἡ (Α) ξυληγός μεταφορά ξύλων. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    102 bytes (15 words) - 12:06, 29 September 2017
  • φέρω, μεταφέρω ξύλα, Δημ. 376. 2 -ῶ : transporter du bois. Étymologie: *ξυληγός de ξύλον, ἄγω. ξῠληγέω: (ἄγω), μέλ. -ήσω, μεταφέρω, κουβαλώ ξύλα, σε Δημ
    1 KB (70 words) - 16:20, 30 December 2020