Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "αὐτοκίνητος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 398] durch sich selbst bewegt od. beweglich, Plut. de Pyth. or. 21. αὐτοκίνητος: [ῑ], -ον, ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ κινούμενος, Ἀριστ. Φυσ. 8. 5, 21, Πλούτ., κλ.
    3 KB (334 words) - 20:05, 29 December 2020
  • -η, -ο (AM αὐτοκίνητος, -ον) αυτός που κινείται αυτόματα, από μόνος του μσν. 1. (για περιουσία) ακίνητη 2. το ουδ. ως ουσ. ζώο. * Αναζήτηση σε: Google
    290 bytes (32 words) - 06:59, 29 September 2017
  • όχημα χερσαίων μεταφορών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση του γαλλ. automobile. ΠΑΡ. νεοελλ. αυτοκινητάδα, αυτοκινητικός
    725 bytes (40 words) - 07:00, 29 September 2017
  • -ον fil. movido por otro op. αὐτοκίνητος: (ψυχή) οὐκ ἄζων οὐδὲ ἀλλοκίνητον μόνον Procl.in Ti.1.12.22.
    187 bytes (19 words) - 12:11, 21 August 2017
  • [ῑ], ον, A moved by external force, incapable of selfmotion, opp. αὐτοκίνητος, Id.Inst.14, Simp. in Epict.p.10 D., Dam. Pr.18,al., Syrian. in Metaph
    1 KB (77 words) - 11:25, 1 January 2021
  • por automoción = αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    43 bytes (16 words) - 06:38, 22 August 2017
  • la automoción = αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    43 bytes (16 words) - 07:10, 22 August 2017
  • 1188. 13. Ἐπίρρ. -τως ὁ αὐτ. 1370. 23. -ον 1 autoimpulsado αὐ. καὶ αὐτοκίνητος Eustr.in EN 33.29, τοὺς τρίποδας ὁ ποιητὴς πλάττει καὶ αὐθορμήτους Eust
    2 KB (119 words) - 20:00, 29 December 2020
  • que se mueve por sí mismo = αὐτοκίνητος, αὐτόπορος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    68 bytes (21 words) - 07:18, 22 August 2017
  • dotado de automoción = αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    43 bytes (17 words) - 07:02, 22 August 2017
  • κυλιόμενος, εἰσοκεν… αὐτοκύλιστα πέσῃ μεθύουσιν ὁμοῖα Ὀππ. Ἁλ. 2. 604· αὐτοκίνητος, Νόνν. Δ. 2. 434. -ον • Prosodia: [-ῠ-] enrollado sobre sí mismo de
    1 KB (91 words) - 09:20, 20 July 2021
  • Io.Iei.Poenit.M.88.1909D. II 1que decide o elige por sí mismo ψυχὴ αὐ. αὐτοκίνητος, αὐτεξούσιος Rh.4.27.3, βούλησις καὶ αὐ. πρὸς τὴν αἵρεσιν Meth.Res.1.38
    3 KB (292 words) - 11:40, 12 February 2021
  • 370. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works αὐτόπορος: -ον, αὐτοκίνητος, Νόνν. Δ. 1. 308., 6. 370. -ον que se mueve por sí mismo del arca de
    1 KB (97 words) - 20:01, 29 December 2020
  • General | Authors & Works αὐτόδρομος: -ον, τρέχω ἢ κινούμενος ἀφ’ ἑαυτοῦ, αὐτοκίνητος, Γαλην. Λεξικ. σ. 444. -ον que corre o se mueve por sí mismo Hp.Hebd
    848 bytes (67 words) - 20:00, 29 December 2020
  • [Seite 1048] von Anderen, nicht durch sich selbst bewegt, Ggstz αὐτοκίνητος, Sp. -η, -ο (ΑΜ ἑτεροκίνητος, -ον) αυτός που δεν μπορεί να κινηθεί μόνος
    678 bytes (60 words) - 07:13, 29 September 2017
  • lo que se mueve por sí mismo = αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    43 bytes (21 words) - 06:38, 22 August 2017
  • самодвижущийся = αὐτόματος, αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    72 bytes (38 words) - 20:25, 14 October 2019
  • 103· αὐτ. ἥκειν Ἀριστοφ. Πλ. 1190, Θουκ. 6. 91. 2) ἐπὶ ἀψύχων πραγμάτων, αὐτοκίνητος, αὐτενεργός, ἐπὶ τῶν πυλῶν τοῦ Ὀλύμπου, αὐτόμαται δὲ πύλαι μύκον οὐρανοῦ
    24 KB (2,133 words) - 09:25, 20 July 2021
  • самопроизвольно движущийся = αὐτοκίνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    47 bytes (38 words) - 00:05, 14 October 2019
  • «ὁ ἐξ ἑαυτοῦ μόνον κινητικός» — αυτός που κινείται από μόνος του, ο αυτοκίνητος (Επίκ.). επίρρ... κινητικῶς (Α) με κινητικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κινητής
    8 KB (676 words) - 14:50, 5 April 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)