Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "αὐτολεξεί" on this wiki. See also the other search results found.

  • αὐτολεξεί: ἐπίρρ. , αὐταῖς λέξεσι, Κλήμ. Ἀλ. 804: - οὕτω καὶ ἐπίθ. αὐτόλεκτος, ον, «ἵνα καὶ τῆς αὐτολέκτου αὐτοῦ λέξεως μνημονεύσω ἥν αὐτολεξεὶ αὐτὸς
    1 KB (118 words) - 20:00, 29 December 2020
  • (AM αὐτολεξεί) επίρρ. με τα ίδια ακριβώς λόγια, κατά λέξη. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    150 bytes (19 words) - 06:24, 29 September 2017
  • σημαίνει κυρίως», Πολ.) 2. φρ. «κατά λέξη» ή «κατὰ λέξιν» ή «αὐταῖς λέξεσι» — αυτολεξεί νεοελλ. 1. η γραπτή παράσταση της λέξης («μού έσβησε μόνο μια λέξη από
    4 KB (311 words) - 14:20, 23 August 2021
  • παπαγάλος 1. μιλώ σαν παπαγάλος 2. επαναλαμβάνω μηχανικά τα λόγια άλλου ή λέγω αυτολεξεί κείμενο που αποστήθισα χωρίς να το κατανοήσω, ψιττακίζω. * Αναζήτηση σε:
    344 bytes (31 words) - 12:13, 29 September 2017
  • con las mismas palabras = αὐτολεξεί * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    39 bytes (18 words) - 06:58, 22 August 2017
  • sent., Ph.1.226, Act.Ap.18.6 (var.). 3 expresar de palabra διερμηνεύειν αὐτολεξεί Ph.2.597. II sólo en v. med. revelarse de Dios τοῖς ἁγίοις Serap.Euch.13
    5 KB (583 words) - 00:40, 30 December 2020
  • αρχ. φρ. «σχῆμα ἑτεροπρόσωπον» — όταν εκφράζεται κάποιος χρησιμοποιώντας αυτολεξεί φράσεις άλλου. επίρρ... ετεροπροσώπως και ετεροπρόσωπα (ΑΜ ἐτεροπροσώπως)
    816 bytes (47 words) - 07:13, 29 September 2017
  • πληθ. ως ουσ.) τα εισαγωγικά σημείο στίξης που δηλώνει ότι πρόκειται για αυτολεξεί μεταφορά λόγων άλλου ή για παράδειγμα 2. φρ. α) «εισαγωγικές εξετάσεις»
    1 KB (81 words) - 11:20, 14 January 2019
  • παπαγαλίζω 1. μηχανική επανάληψη τών λόγων κάποιου 2. η εκφώνηση κειμένου αυτολεξεί και χωρίς κατανόηση ύστερα από αποστήθιση. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    306 bytes (28 words) - 12:13, 29 September 2017
  • θαυμασμού ή συγκινήσεως σημαντικά ή όταν αναφέρονται οι λόγοι κάποιου αυτολεξεί («εἴ περ γὰρ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι», Ομ. Ιλ.) ε) στον πλάγιο
    10 KB (840 words) - 09:36, 4 July 2021
  • πληθ. ως ουσ.) τα εισαγωγικά σημείο στίξης που δηλώνει ότι πρόκειται για αυτολεξεί μεταφορά λόγων άλλου ή για παράδειγμα 2. φρ. α) «εισαγωγικές εξετάσεις»
    4 KB (287 words) - 14:50, 5 April 2021
  • ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον ἐποίεε, σε Ηρόδ. 2. κατ' ἔπος, λέξη προς λέξη, αυτολεξεί, ακριβώς, σε Αριστοφ. 3. οὐδὲν πρὸς ἔπος, τίποτα σχετικό, σε Πλάτ. 4. ὡς
    45 KB (4,269 words) - 13:30, 14 September 2021
  • < αυτο- + βοή, με επιρρ. κατάλ. -εί (πρβλ. αθεεί, ασπουδεί, αυτοετεί, αυτολεξεί κ.ά.)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    607 bytes (41 words) - 08:35, 27 March 2021
  • < αυτο- + βοή, με επιρρ. κατάλ. -εί (πρβλ. αθεεί, ασπουδεί, αυτοετεί, αυτολεξεί κ.ά.)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (308 words) - 08:25, 23 August 2021
  • υπογραφές) για τον άλλο κόσμο» — είναι ετοιμοθάνατος 6. «κατά γράμμα» — αυτολεξεί 7. «το γράμμα του Νόμου» — η ερμηνεία του Νόμου η οποία βασίζεται αποκλειστικά
    53 KB (5,402 words) - 13:00, 14 September 2021
  • αρχ. φρ. «σχῆμα ἑτεροπρόσωπον» — όταν εκφράζεται κάποιος χρησιμοποιώντας αυτολεξεί φράσεις άλλου. επίρρ... ετεροπροσώπως και ετεροπρόσωπα (ΑΜ ἐτεροπροσώπως)
    2 KB (147 words) - 11:12, 1 January 2021
  • πάμε;») 4. απόλ. εναντίον («όλοι ψήφισαν κατά») 5. φρ. α) «κατά λέξιν» αυτολεξεί β) «κατά κράτος» (για νίκη ή ήττα) ολοσχερώς γ) «κατά γης» — στη γη, στο
    149 KB (16,535 words) - 10:20, 15 September 2021
  • Ἀπομν. 1. 6, 12. ΙΙ. τὸ ὅτι συχνάκις παρεμβάλλεται πλεοναστικῶς πρὸ τῶν αὐτολεξεὶ ἀναφερομένων λόγων τινὸς (ἔνθα ἡμεῖς μεταχειριζόμεθα τὰ εἰσαγωγικὰ σημεῖα)
    67 KB (8,984 words) - 12:45, 14 September 2021