Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διό" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pl.R.358d, etc.; διὸ δή Th.2.21, Pl.Cra.412a, al.; διὸ καί, διὸ δὴ καί, Id.Phdr.258e, Smp. 203c; διόπερ Th.1.71, 120, 8.92, etc. διό: σύνδεσμος, ἀντὶ
    6 KB (793 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (enclitic), Ar. and P. τοιγάρτοι. For which reason: P. and V. ἀνθʼ ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. For this reason: V. τούτων χάριν, ἐκ τῶνδε
    658 bytes (77 words) - 07:13, 18 May 2019
  • account (A. V. wherefore): Treg. διό περ); L T Tr WH διό. διόπερ (AM) (επιτατ. του διό) γι' αυτό ακριβώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό + περ]. Αναζήτηση σε: Google |
    3 KB (320 words) - 13:25, 3 October 2019
  • P. and V. τί; see why. Relative, for which reason: P. and V. ἀνθʼ ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. Therefore, before imperatives: P. and V.
    489 bytes (63 words) - 17:57, 24 February 2019
  • Grammar, 445 (415)): R G διό); T WH Tr marginal reading; L T Tr WH ὅτι); διά καί). 2. for (cf. Fritzsche on L T Tr WH for R G διό); (Tdf. From Herodotus
    12 KB (1,416 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (in Ep. Δῑο- metri gr.), in compds., both    A sprung from Zeus or the gods, and godlike. Διο-: εὕρηται ἐν ἀρχῇ πολλῶν συνθέτων ὀνομάτων κυρίων τε καὶ
    864 bytes (50 words) - 09:45, 13 January 2019
  • τῇ παρὰ τὸν Ἀδρίαν χώρᾳ», Πολ.) 2. (για λόγο) επιμένω στις λεπτομέρειες («διό μᾱλλον ἄν τις ἐνδιατρίψειε περί αὐτῶν», Αριστοτ.) 3. ασχολούμαι με κάτι, επιμένω
    953 bytes (72 words) - 07:08, 29 September 2017
  • διο- (Α) α' συνθετικό πολλών αρχαίων ελληνικών λέξεων που φανερώνει καταγωγή από τον Δία, συνεπώς τον λαμπρό, τον έξοχο. Πρβλ. αρχ. διόβολος, διογενής
    639 bytes (47 words) - 07:04, 29 September 2017
  • ἀντί, διό, διότι
    57 bytes (3 words) - 07:15, 22 August 2017
  • Ζηνο-: πρβλ. Διοβλής, Διογενέτωρ, Διογενής, Διογένης, Διομήδης, Διόπαις, Διό(σ)δοτος, Διοσημία, Διόσκουροι, Διοσξεινιασταί, Διοσσωτηριασταί, Ζηνοδοτήρ
    8 KB (645 words) - 15:11, 15 January 2019
  • Διός· ἴδε ἡλιόκτυπος. διόκτυπος, -ον (Α) χτυπημένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό- + κτύπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    416 bytes (28 words) - 07:04, 29 September 2017
  • ἔπραττον ἅπερ.. Ξεν. πτώσεις τινὲς κεῖνται ἀπολύτως, 1) ὅπερ, διό, ὅθεν, ὡς τὸ διόπερ (ἴδε ἐν λ. διό), Διόδ. 13. 18: = καίπερ, Βεκκῆρ. εἰς Ἀπολλ. Δυσκ. π. Ἀντωνυμ
    15 KB (1,394 words) - 14:10, 3 October 2019
  • — είμαι ευτραφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -τραφής (< ετράφην του ρ. τρέφω), πρβλ. διο-τραφής, μουσο-τραφής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (78 words) - 06:39, 29 September 2017
  • πόροι Arist.Pr.905b8, cf. Thphr.CP6.9.2; φύσει ἅμα κατάλληλα τελειοῦται· διὸ καὶ ἀκούει τε ἅμα καὶ φωνεῖ [τὰ παιδία] Arist.Pr.902a11; γλῶσσα κ. τῷ στόματι
    7 KB (530 words) - 10:48, 31 December 2018
  • διό
    26 bytes (1 word) - 06:50, 22 August 2017
  • διό
    26 bytes (1 word) - 07:15, 22 August 2017
  • συχνάκις εἰρωνικῶς, ὡς ἐν Ἀριστοφ. Βατρ. 532. Ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει: «ἀμέλει· διό· ἁπλῶς [[[καλῶς]]]· οὕτως οὖν, τοιγαροῦν». impér. de ἀμελέω; 1 sois sans
    6 KB (453 words) - 15:20, 9 January 2019
  • δένδρων, Ἡρόδ. 4. 172· πλάτανος ... ἀμφ. τε καὶ ὑψηλὴ Πλάτ. Φαῖδρ. 230Β, διό, 2) πυκνός, κατάφυτος, ἀμφ. ἄλσος δένδρεσιν Καλλ. εἰς Δήμ. 27, πρβλ. Αἰλ.
    12 KB (1,020 words) - 11:30, 10 January 2019
  • προαναγγέλλει κακά, ο δυσοίωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -σημος (< σῆμα), πρβλ. διό-σημος, ομοιό-σημος. Με τη νεοελλ. σημ. η λ. αποτελεί απόδοση του ξεν. pejorative
    1 KB (72 words) - 07:20, 29 September 2017
  • πτερύγια τοῦτο ἐπαινούμενον καὶ ἀντορχούμενον, ὥσπερ νυκτικόραξ ἁλίσκεται· διὸ τοὺς χαύνους καὶ κενοδόξους ὤτους ἐκάλουν» Αἴλ. Διονύσ. παρ’ Εὐστ. 561. 7
    1 KB (102 words) - 14:10, 31 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)