Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "πίσσα" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ἱππ. 605. 35˙ ἡ ὠμὴ πίσσα ἐκαλεῖτο καὶ ὑγρά, Διοσκ. 1. 94. ἡ δὲ ἑφθὴ ξηρὰ ἢ παλίμπισσα, αὐτόθι 97˙ ― παροιμ., μελάντερον ἠΰτε πίσσα (ἴδε ἐν λ. ἠΰτε) Ἰλ
    11 KB (1,058 words) - 13:20, 13 March 2021
  • πιττῶ, -όω Α πίσσα:] χρίω, αλείφω κάτι με πίσσα, κατραμώνω («πισσοῦν τὰς ὀροφάς», επιγρ.) αρχ. 1. επιχρίω ορειχάλκινα αγάλματα με πίσσα προκειμένου να
    949 bytes (83 words) - 16:09, 27 March 2021
  • άποψη, η λ. προέρχεται από αρχ. ελλ. πίττα «πίσσα» και έχει τη σημ. «άρτος που απλώνεται όπως η χυτή πίσσα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    3 KB (211 words) - 12:18, 29 September 2017
  • -η, -ο (Μ κατάμαυρος, -η, -ον) ολόμαυρος, εντελώς μαύρος («κατάμαυρος σαν πίσσα»). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    182 bytes (21 words) - 06:38, 29 September 2017
  • η / ὑγρόπισσα, ΝΜΑ ρευστή πίσσα, κεδρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + πίσσα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    269 bytes (18 words) - 12:49, 29 September 2017
  • pitch: P. and V. πίσσα, ἡ (Aesch., Fragment). ⇢ Look up "resin" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    251 bytes (25 words) - 11:04, 10 December 2020
  • ignorance P. εἰς τοσοῦτον ἀναισθησίας προσήκουσι (Dem. 1233). tar: P. and V. πίσσα, ἡ (Aesch., Fragment). of pitch, adj.: V. πισσήρης. cover with pitch, verb
    1 KB (127 words) - 09:45, 10 December 2020
  • και κατράνι, το ρευστή πίσσα, προϊόν αποστάξεως ξύλων από ρητινοφόρα δένδρα, αλλ. κεδρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. catrame]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    323 bytes (25 words) - 07:23, 29 September 2017
  • -άω, Α έχω αλειφθεί με πίσσα, είμαι πισσοκώνητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + κωνῶ «επιχρίω με πίσσα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    330 bytes (23 words) - 12:04, 29 September 2017
  • η, Ν 1. επάλειψη ενός αντικειμένου με πίσσα 2. (οδοπ.) επικάλυψη του οδοστρώματος με πίσσα για την εξομάλυνση της επιφάνειάς του, την προστασία του από
    699 bytes (50 words) - 12:18, 29 September 2017
  • καλύπτω με πίσσα, πισσώνω 2. μτφ. χρωματίζω κάποιον με μαύρο χρώμα, μαυρίζω 3. αλείφω με πίσσα και καίω κάποιον για τιμωρία 4. αλείφω με πίσσα το δέρμα για
    777 bytes (55 words) - 07:22, 29 September 2017
  • 277, ύστερα από συγκρ.· μελάντερον ἠύτε πίσσα, πολύ μαύρος, όπως η πίσσα· ἠύτε = ἤ, πιο μαύρος κι από την πίσσα. I. as, like as, Il., etc.; often in
    2 KB (221 words) - 23:05, 9 January 2019
  • σιδηροπαγές σκυρόδεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. beton < λατ. bitumen «άσφαλτος» < pix «πίσσα» + tumens «οίδημα, φούσκωμα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    850 bytes (53 words) - 12:00, 29 September 2017
  • LSJ pix,¹¹ ĭcis, f. (πίσσα), poix : Cæs. G. 7, 25, 2 ; C. 2, 11, 2 ; Hor. O. 3, 8, 10 ; Virg. G. 3, 450. pix, picis, f. (πίσσα), das Pech, der Teer,
    2 KB (277 words) - 16:30, 27 February 2019
  • στεγανότητα διασφαλίζεται με κάλυψη του εμφραγμένου αρμού με θερμή υγρή πίσσα νεοελλ. 1. τεχνολ. απόξεσμα από διάφορες κλωστικές ύλες, ιδίως από βαμβάκι
    2 KB (148 words) - 12:32, 29 September 2017
  • η κορυφή της περικεφαλαίας 3. σβούρα με την οποία παίζουν τα παιδιά 4. η πίσσα από κουκουνάρια πεύκου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με αρχ. ινδ. śāna- «λυδία
    2 KB (169 words) - 14:25, 14 January 2019
  • η η πίσσα που λαμβάνεται κατά την επεξεργασία τών λιθανθράκων. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    148 bytes (19 words) - 07:32, 29 September 2017
  • αποκτώ ατελείς, επιπόλαιες γνώσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < πισσ-αλείφω < πισσ-αλοιφῶ (< πίσσα + -άλοιφος < αλοιφή < αλείφω), με αφομοιωτική τροπή του -ι- σε -α-]. * Αναζήτηση
    895 bytes (52 words) - 12:15, 29 September 2017
  • (για νερό) άβραστος («ὑδάτων ὠμῶν ἢ ἁλμυρῶν ὑπαρχόντων», Γεωπ.) 2. (για πίσσα) ακατέργαστος αρχ. 1. (για χώμα) αυτός που έχει ανάγκη να εκτεθεί στον ήλιο
    4 KB (259 words) - 08:55, 27 March 2021
  • πίττωσις Α πισσώ η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πισσώνω, επίχριση με πίσσα, πίσσωμα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    266 bytes (29 words) - 12:17, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)