Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "φλυαρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • φλυαρίαι Plut.). φλυᾱρία, ἡ, [from φλυᾱρέω] silly talk, nonsense, foolery, Ar., Plat., etc.; often in pl. fooleries, Lat. nugae, Plat. φλυαρία = babble, nonsense
    5 KB (390 words) - 16:05, 4 July 2020
  • ἄφρων, σκαιός, V. κακόφρων. foolish talk, substantive: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. ⇢ Look up "foolish" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    691 bytes (62 words) - 09:16, 20 May 2020
  • υποσχέσεις που δεν τηρούνται θ) «λόγια τώ(ν) λογιώ(ν)» — κουβέντες ασήμαντες, φλυαρία χωρίς νόημα ι) «είμαι όλο λόγια» — υπόσχομαι πολλά και δεν κάνω τίποτε ια)
    6 KB (492 words) - 15:25, 4 July 2020
  • Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά, ὕθλος, ὁ, Ar. φλύαρος, ὁ. talk nonsense, v.: P. and V. ληρεῖν, οὐδὲν λέγειν, Ar. and P. φλυαρεῖν, παραληρεῖν
    621 bytes (55 words) - 08:53, 20 May 2020
  • τοὔπος (Soph., Trachiniae 258). idle talk, babble: Ar. and P. λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ, P. ληρήματα, τά. boast: P. κουφολογία, ἡ (Thuc.), V. κόμπος, ὁ, Ar.
    1 KB (105 words) - 08:50, 20 May 2020
  • μπορεί να συγκρατηθεί, να αναχαιτιστεί, να σταματήσει «ακατάσχετη ορμή, φλυαρία, αιμορραγία» νεοελλ. 1. αυτός που δεν κατασχέθηκε αναγκαστικά (για την ικανοποίηση
    964 bytes (67 words) - 06:48, 29 September 2017
  • αδιακρισία, αυθάδεια, ξετσιπωσιά αρχ. ακράτεια της γλώσσας, ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    364 bytes (28 words) - 06:33, 29 September 2017
  • δόντια και με την τριβή φθείρει ή λειαίνει σκληρά σώματα, ρίνη 2. ακατάσχετη φλυαρία («μάς πέθανε στη λίμα») 3. πολύ φλύαρος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. lima
    1 KB (83 words) - 12:05, 9 January 2019
  • η (AM ἀπεραντολογία) πολυλογία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    105 bytes (14 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ῥᾳθυμία, ἡ; see laziness. nonsense: Ar. and P. ἀδολεσχία, ἡ, λῆρος, ὁ, φλυαρία, ἡ. frivolity: P. μικρολογία, ἡ. delay: P. and V. διατριβή, ἡ; see delay
    929 bytes (84 words) - 08:51, 20 May 2020
  • fickleness: P. τὸ ἀστάθμητον. vanities, trifles: P. and V. καπνός, ὁ. Ar. and P. φλυαρία, ἡ; see trifle. ⇢ Look up "vanity" on Perseus Dictionaries | Perseus
    742 bytes (69 words) - 08:53, 20 May 2020
  • η (Α κενότης) κενός 1. ματαιότητα, μηδαμινότητα, κουφότητα 2. φλυαρία, κενολογία, μωρολογία νεοελλ. 1. η ιδιότητα του κενού, του άδειου 2. έλλειψη, ανυπαρξία
    465 bytes (36 words) - 07:23, 29 September 2017
  • Plut. Alc. 34. φλύᾱρος: ὁ, (ἴδε φλέω ΙΙΙ) μωρολογία, ἀνοησία, λῆρος, φλυαρία, τἆλλα πάντα ἐστὶ φλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 364, πρβλ. Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 14, Πλάτ
    9 KB (722 words) - 12:55, 8 July 2020
  • καπνός, ὁ (lit., smoke), Ar. and P. λῆρος, ὁ (Dem. 36; Ar., Lysistrata 860), φλυαρία, ἡ (Plato, Hippolytus Maj. 304B). split hairs over trifles: Ar. περὶ καπνοῦ
    1 KB (113 words) - 08:50, 20 May 2020
  • επιδεικτικούς ή πανηγυρικούς λόγους 2. το χάρισμα του λέγειν, η ευγλωττία 3. ειρων. φλυαρία, πολυλογία αρχ. έντεχνα παρασκευασμένος λόγος («ἰδεῶν τῶν ἐν ταῑς ῥητορείαις
    960 bytes (74 words) - 12:26, 29 September 2017
  • πιπίλισε το μυαλό» μτφ. μέ [σέ, τον] ζαλίζει ή ζάλισε με την παρατεταμένη φλυαρία του για το ίδιο θέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. pipilare (κατά τα ρ. σε -ίζω / -άω)
    840 bytes (76 words) - 12:17, 29 September 2017
  • («νομική, ιατρική, μαθηματική κ.λπ. γλώσσα») 5. αυθάδεια, αθυροστομία, φλυαρία 6. (αρχιτεκτονική) κόσμημα σε σχήμα γλώσσας φιδιού που χωρίζει τα ωά του
    11 KB (685 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (AM ἀπεραντολόγος, -ον) αυτός που μιλά ακατάπαυστα, με ακατάσχετη φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    162 bytes (19 words) - 06:22, 29 September 2017
  • η (Α ἀκαιρολογία) ἀκαιρολόγος άκαιρη ομιλία, φλυαρία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    136 bytes (16 words) - 06:35, 29 September 2017
  • τοὺς ἐν ταῖς παιδιαῖς νεωτερίζοντας in their games, Id.Lg.798c; π. καὶ φλυαρία, λῆροι καὶ π., σκώμματα καὶ π., γέλως καὶ π., Id.Cri.46d, Prt.347d, Plu
    9 KB (789 words) - 11:42, 8 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)