Open main menu

LSJ β

Search results

There is a page named "ἀμπλακία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο ἀμπλακία: ἡ, = ἀμπλάκημα, σε Θέονγ. κ.λπ. ἀμπλᾰκία: ион. ἀμπλᾰκίη ἡ 1) проступок, прегрешение, вина
    4 KB (290 words) - 17:37, 31 December 2020
  • ἀπουσία, ἀπεστώ, δεύομαι, ἐνδέω, ἀτευξία, ἀμπλάκημα, ἁμάρτημα, ἁμαρτωλή, ἀμπλακία, διάπτωμα, ἔκπτωσις, διαμαρτία, ἁμαρτία, ἀπορησία, ἔλλειψις, ἐλλειπασμός
    787 bytes (49 words) - 07:07, 22 August 2017
  • A = ἀμπλακία, Pi.P.11.26. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 129] τό, dass., Pind. P. 11, 26. ἀμπλάκιον: τό, = ἀμπλακία Πίνδ
    1 KB (100 words) - 17:30, 31 December 2020
  • ἀμπλακία, η (Α) το ἀμπλάκημα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀμπλακεῖν (απαρ. αορ. β' του μτγν. ἀμπλακίσκω)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    280 bytes (22 words) - 23:30, 29 December 2020
  • extravío = ἀμπλακία, ἔκστασις, διαμφόδησις, ἀφραδία, διαφόρησις, διάστροφος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the
    161 bytes (20 words) - 06:41, 22 August 2017
  • desatino = ἀμπλάκημα, ἁμάρτημα, ἁμαρτωλή, ἀμπλακία, ἁμαρτάς * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    129 bytes (19 words) - 07:01, 22 August 2017
  • [Seite 624] ἡ, statt ἀμπλακία, sehr zw., Seidl. dochm. p. 25. ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀμπλακία, ἁμαρτία». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἀμπλακία «σφάλμα, πλάνη, αμάρτημα»]
    462 bytes (33 words) - 12:18, 29 September 2017
  • ερμηνεύεται πειστικά ούτε μορφολογικά ούτε σημασιολογικά. ΠΑΡ. αρχ. ἀμπλάκημα, ἀμπλακία, ἀμπλάκιον. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    8 KB (738 words) - 17:35, 31 December 2020
  • - ὡσαύτως χάριν τοῦ μέτρου, ἀπλάκημα Αἰσχύλ. Εὐμ. 934. ατος (τό) : c. ἀμπλακία. -ματος, τό • Alolema(s): metri gratiaἀπλάκημα A.Eu.934; ἀμβλάκημα Hsch
    3 KB (254 words) - 10:58, 31 January 2021
  • ερμηνεύεται πειστικά ούτε μορφολογικά ούτε σημασιολογικά. ΠΑΡ. αρχ. ἀμπλάκημα, ἀμπλακία, ἀμπλάκιον. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (74 words) - 23:28, 29 December 2020
  • 4. * Look up in: Navigium | Albertmartin | Latijnnederlands culpa = ἀμπλακία, ἄτη, αἰτία, ἁμάρτιον * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    14 KB (2,163 words) - 01:50, 28 February 2019
  • [v. ἀμπλακία
    46 bytes (2 words) - 16:25, 9 January 2019
  • δόμων, abirrend davon, verfehlend, Soph. Tr. 120, wo Herm. ἀναπλ. schreibt. ἀμπλακία, ἡ, Vergehen, Aesch. Pr. 562; Pind. I. 5, 29; im plur., Ol. 7, 24 P. 3
    1 KB (84 words) - 17:33, 31 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: v. ἀμπλακία. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    286 bytes (15 words) - 10:37, 31 January 2021
  • вина = τρύξ, ἀμπλακία, ἀμπλακίη, χρέος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    94 bytes (40 words) - 17:20, 18 October 2019
  • прегрешение = παραιβασία, παραιβασίη, ἁμάρτημα, ἀμπλακία, ἀμπλακίη * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site
    139 bytes (41 words) - 09:19, 14 October 2019
  • πταῖσμα, ἀλόγημα, σφάλμα, διάπτωμα, παρατροπή, παράπτωμα, ἁμάρτημα, ἀστόχημα, ἀμπλακία, ἀμπλακίη, πλάνησις, παράκρουσις, πλημμέλεια, ψεῦδος, ἄγνοια * Look up
    526 bytes (59 words) - 09:45, 15 October 2019
  • λήμη, ματία, ματίη, ψευδοδοξία, ἀγνόημα, ἀλλοδοξία, παρατροπή, παράπτωμα, ἀμπλακία, ἀμπλακίη, πλάνησις, ὀλίσθησις, παράκρουσις, πλημμέλεια, ψεῦδος * Look
    366 bytes (52 words) - 17:35, 18 October 2019
  • проступок = ἀλίτημα, παράβασις, ἁμάρτημα, ἀμπλακία, ἀμπλακίη, ἐξαμαρτία, ἀδικέω, χρέος, συμφορά, ἀδίκημα * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    233 bytes (46 words) - 18:15, 18 October 2019
  • ἀπλακία, κτλ.· ἴδε ἐν λ. ἀμπλακέω, κτλ. ἀπλακέω: ἀπλακία, βλ. ἀμπλακέω, ἀμπλακία.
    525 bytes (32 words) - 14:40, 8 July 2020