Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "melca" on this wiki. See also the other search results found.

  • melca, æ, f., lait aigri avec des épices : Apic. 7, 308. melca, ae, f., mit Gewürz versetzte geronnene Milch, Apic. 7, 308 (dazu Schuh). * Look up in:
    203 bytes (30 words) - 09:28, 15 August 2017
  • αναψυκτική τροφή από ξινισμένο γάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνειο από τη Λατινική, πρβλ. λατ. melca, το οποίο θεωρείται δάνεια λ. από τη Γερμανική (πρβλ. γερμ. Milch «γάλα»)]
    3 KB (255 words) - 14:43, 23 August 2021