Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Αιθίοπας

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ο (θηλ. -ισσα και -ίδα) (Α αρσ. και θηλ. Αἰθίοψ, θηλ. και Αἰθιοπίς και αργότερα Αἰθιόπισσα)
αυτός που κατάγεται από την Αιθιοπία ή διαμένει εκεί
αρχ.
επίσης ηλιοκαμένος, αυτός που έχει μαύρο πρόσωπο, που ανήκει δηλ. στη μαύρη φυλή, νέγρος, αράπης
παροιμ. «Αἰθίοπα σμήχειν» («τον Αράπη κι αν τον πλένεις...»
2. ως επίθ. αιθιοπικός
3. ως επίθ. σκούρος
«αἰθίοπι... χρωτὶ» (για τον τζίτζικα, Παλ. Ανθ. 7, 196).
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < Αἰθὶ- (< αἴθω «καίω») + ὄψ «όψη, πρόσωπο» — άρα Αἰθί-οψ αρχικά σήμαινε «με φλογερή όψη», απ’ όπου προήλθε μετά και η σημερ. «με μαύρη όψη», «μαύρος», «νέγρος».
ΠΑΡ. αρχ. αἰθιόπιος μσν.-νεοελλ. αιθιοπίζω
νεοελλ.
αιθιοπικός].