Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Αμερικανός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

και Αμερικάνος, ο (θηλ. Αμερικανίδα και Αμερικάνα)
1. αυτός που κατοικεί στην Αμερική ή κατάγεται από αυτήν
2. υπήκοος του αμερικανικού κράτους
3. 'Ελληνας που ζει στην Αμερική ή επέστρεψε από εκεί
4. αυτός που με τη συμπεριφορά του προσπαθεί να μιμηθεί τον Αμερικανό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. εθνικό όνομα Americano ή, σύμφωνα με άλλη άποψη < αγγλ. American.
ΠΑΡ. νεοελλ. αμερικανίζω, αμερικανικός, αμερικανισμός, αμερικανιστής, αμερικανόπουλο].