Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Θήβη

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek (Liddell-Scott)

Θήβη: ἡ, ποιητ. τύπος τοῦ Θῆβαι· ἐντεῦθεν Θήβηθεν, Ἐπίρρ., ἐκ Θηβῶν, Ἔφιππ. Ὁμ. 1. 7· ποιητ. -θε, Ἀνθ. Πλαν. 4. 185· Αἰολ. Θείβᾱθεν, Ἀριστοφ. Ἀχ. 862· Θήβησιν, ἐν Θήβαις, Ἰλ. Ζ. 223, Χ. 479, Ἀριστ. Ρητ. 2. 23, 11· ποιητ. Θήβησι Ἰλ. Ξ. 114, Ὀδ. Ο. 247· Αἰολ. Θείβᾱθι Ἀριστοφ. Ἀχ. 868.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
Thèbè :
1 cité de Béotie;
2 ville de Troade.
Étymologie: cf. Θῆβαι.

Greek Monotonic

Θήβη: ἡ, ποιητ. τύπος του Θῆβαι, σε Όμηρ.· απ' όπου Θήβηθεν ή -θε, επίρρ., από τη Θήβα, σε Ανθ. Π.· Αιολ. Θείβᾱθεν, σε Αριστοφ.· Θήβησιν ή -σι, στη Θήβα, σε Όμηρ.· Αιολ. θείβᾱθι, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

Θήβη:
I ἡ = Θῆβαι.
II ἡ Фива или Теба (город и область в Мисии или в Троаде, у подножия горы Плак - Θήβη ὑποπλακίη) Hom.

Middle Liddell

Θήβη, ἡ, poet. form of Θῆβαι, Hom.]