Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Θρᾳκοφοίτης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: Θρᾳκοφοίτης Medium diacritics: Θρᾳκοφοίτης Low diacritics: Θρακοφοίτης Capitals: ΘΡΑΚΟΦΟΙΤΗΣ
Transliteration A: Thrāikophoítēs Transliteration B: Thrakophoitēs Transliteration C: THrakofoitis Beta Code: *qra|kofoi/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A one who keeps going to Thrace, like Ἁιδοφοίτης, Ar.Fr.149.7.

Greek (Liddell-Scott)

Θρᾳκοφοίτης: -ου, ὁ, ὁ φοιτῶν ἢ μεταβαίνων συχνὰ εἰς Θρᾴκην, ὡς τὸ Ἁιδοφοίτης, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 198.

Greek Monolingual

Θρᾳκοφοίτης, ὁ (Α)
αυτός που πηγαίνει συχνά στη Θράκη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Θρᾴκη + -φοιτης < φοιτώ (πρβλ. ουρανο-φοίτης, υψι-φοίτης)].

Russian (Dvoretsky)

Θρᾳκοφοίτης: ου ὁ частый посетитель Фракии Arph.