Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Κολοφώνιος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: Κολοφώνιος Medium diacritics: Κολοφώνιος Low diacritics: Κολοφώνιος Capitals: ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ
Transliteration A: Kolophṓnios Transliteration B: Kolophōnios Transliteration C: Kolofonios Beta Code: *kolofw/nios

English (LSJ)

α, ον,

   A of or from Colophon in Ionia, Hdt.1.147, etc.; K. σχῆμα, a figure of speech, such as using ἡ κεφαλὴ τῷ ἀνθρώπῳ for τοῦ -που, Lesb.Gramm.7: Subst., ἡ Κολοφωνία (sc. ῥητίνη), Colophonian gum, resin, Dsc.1.71, Gal.13.475, Hippiatr.20, al., PGrenf. 1.52.7 (iii A.D.); also, = σκαμμωνία, Ps.-Dsc.4.170; Κολοφώνιον (sc. ὑπόδημα), τό, kind of shoe, Rhinth.4; also, a measure used in Egypt, Ostr.1166, 1265 (ii A.D.); but also, a kind of vegetable, PTeb.419.21 (iii A.D.).

Greek (Liddell-Scott)

Κολοφώνιος: -α, -ον, ἐκ Κολοφῶνος τῆς Ἰωνίας, Ἡρόδ. 1. 147, κτλ.· Κ. σχῆμα, σχῆμα τοῦ λόγου οἷονσύνταξις, ἡ κεφαλὴ τῷ ἀνθρώπῳ, ἀντὶ τοῦ ἀνθρώπου, Λεσβῶν. π. σχημ. σ. 181· ― ὡς οὐσιαστ., ἡ Κολοφωνία (δηλ. ῥητίνη), Γαλην.· Κολοφώνια (δηλ. ὑποδήματα), τά, εἶδος ὑποδημάτων, Ἡσύχ., Πολυδ. Ζ΄, 90.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
de Colophon : οἱ Κολοφώνιοι les habitants de Colophon.
Étymologie: Κολοφών.

English (Slater)

Κολοφώνιος
   1 of Kolophon Πολυμνάστου Κολοφωνίου ἀνδρός fr. 188.

Russian (Dvoretsky)

Κολοφώνιος: II ὁ колофонец, житель Колофона Xen., Arst., Polyb. etc.: Κολοφωνίων λιμήν Thuc. Колофонский порт (основанный колофонцами на п-ве Ситония - Халкидика, - близ Тороны).
колофонский (Ξενοφάνης Arst.).