Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Λεβυαφιγενής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

Λεβυαφιγενής, -ές (Α)
αυτός που γεννήθηκε στη Λιβύη, ο της Λιβύης.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < Λεβυάφι (< Λεβύα, άλλος τ. του Λιβύη, + -φι, κατάλ. τοπικής πτώσης) + -γενής (< γένος)].