Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Μηδεσικάστη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: Μηδεσῐκάστη Medium diacritics: Μηδεσικάστη Low diacritics: Μηδεσικάστη Capitals: ΜΗΔΕΣΙΚΑΣΤΗ
Transliteration A: Mēdesikástē Transliteration B: Mēdesikastē Transliteration C: Midesikasti Beta Code: *mhdesika/sth

English (LSJ)

ἡ, fem. pr. n., prop.

   A adorned with prudence, from μήδεσι (dat. pl. of μῆδος) and κέκασμαι, Il.13.173.

Greek (Liddell-Scott)

Μηδεσῐκάστη: ἡ, θηλ. κυρ. ὄν., κυρίως, κεκοσμημένη διὰ φρονήσεως, ἐκ τοῦ μήδεσι (δοτ. πληθ. τοῦ μῆδος) καὶ τοῦ κέκασμαι, Ἰλ. Ν. 173.

English (Autenrieth)

a natural daughter of Priam, wife of Imbrius, Il. 13.173†.

Greek Monotonic

Μηδεσῐκάστη: ἡ, θηλ. κύριο όνομα, στολισμένη με φρόνηση, από το μήδεσι (δοτ. πληθ. του μῆδος) και κέκασμαι, σε Ομήρ. Ιλ.

Middle Liddell

Μηδεσῐ-κάστη, ἡ,
fem. prop. n., adorned-with-prudence, from μήδεσι (dat. pl. of μῆδοσ) and κέκασμαι, Il.