Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Πάρνης

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: Πάρνης Medium diacritics: Πάρνης Low diacritics: Πάρνης Capitals: ΠΑΡΝΗΣ
Transliteration A: Párnēs Transliteration B: Parnēs Transliteration C: Parnis Beta Code: *pa/rnhs

English (LSJ)

ηθος, ἡ (ὁ, only in Euphanes 1 = CAF ii 297), Parnes, Ar. Nu. 323, etc.: Adj. Παρνήθιος, α, ον, Id.Ach.348 (Bentl. for Παρνάσιοι), cf. Ra.1057.

Greek (Liddell-Scott)

Πάρνης: ηθος, ἡ, (ὁ, μόνον παρ’ Ἀντιφάνει ἐν «Πυραύνῳ 1, ἥξω φέρων γε δεῦρω τὸν Πάρνηθ’ ὅλον), ὄρος τῆς Ἀττικῆς, Ἀριστοφ. Νεφ. 323, ἴδε Bentl. καὶ Pors. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 1057, Nake εἰς Χοιρίλ. σελ. 53 κἑξ.· ― ἐπίθ., Παρνήθιος, α, ον, Ἀριστοφ. Βατρ. ἔνθ’ ἀνωτ. ― Ἴδε Κόντου Παρατηρήσεις είς Ἀριστ. Ἀθην. Πολιτ. ἐν Ἀθηνᾶς τ. Γ΄, σ. 390.

French (Bailly abrégé)

ηθος (ἡ, qqf ὁ)
le Parnès, chaîne de mont. entre l’Attique et la Béotie.
Étymologie: DELG cf. Παρνασός.

Greek Monolingual

-ηθος, η, ΝΜΑ, και Πάρνηθα Ν, και σπαν. ὁ, Α
όρος της Αττικής στα όρια της προς τη Μεγαριδα και τη Βοιωτία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Β. λ. Παρνασσός].

Greek Monotonic

Πάρνης: -ηθος, ἡ (σπάνια ), Πάρνηθα, βουνό της Αττικής, σε Αριστοφ.· επίθ. Παρνήθιος, , -ον, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

Πάρνης: ηθος ὁ Парнет (горная цепь в сев. Аттике) Thuc., Arph.

Middle Liddell

Πάρνης, ηθος, ἡ, rarely ὁ]
Parnes, a mountain of Attica, Ar.:—adj. Παρνήθιος, η, ον, Ar.