Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Περσεφόνη

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: Περσεφόνη Medium diacritics: Περσεφόνη Low diacritics: Περσεφόνη Capitals: ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
Transliteration A: Persephónē Transliteration B: Persephonē Transliteration C: Persefoni Beta Code: *persefo/nh

English (LSJ)

ἡ, Ep. Περσεφόνεια Il. and Od., the common form first in h.Cer.56, Hes.Th.913; Φερσεφόνη, Simon.124 B. Pi.O.14.21, BMus.Inscr.942 (iii B. C.), etc.; Φερσεφονείη, CIG4588; Περσέφασσα, A.Ch.490, etc.; Φερσέφασσα, S.Ant.894, E.Hel.175 (lyr.); Φερσέφαττα, Ar.Th.287, Ra.671; Φερρέφαττα, Pl.Cra.404c, IG22.1437.58, Epicr.9 :—Persephone, Il.9.569, Hes. l.c., etc.:—hence Φερρεφάττιον or περπερ-εῖον, τό, D.54.8, AB314; cf. Κόρα.

Greek (Liddell-Scott)

Περσεφόνη: ἡ, Ἐπικ. Περσεφόνεια Ἰλ. καὶ Ὀδ., ὁ δὲ κοινὸς τύπος πρῶτον ἀναφαίνεται ἐν Ὕμνῳ Ὁμ. εἰς Δήμ. 56, Ἡσ. Θεογν. 913, (πρβλ. Πηνελόπη, -όπεια). ὡσαύτως Φερσεφόνη, Σιμωνίδ. 125, Πινδ. Ο. 14, 30, Ἐπιγρ. Ἀττ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 538, 800b, κτλ.· Φερσεφονείη, Συλλ. Ἐπιγρ. 4588· ― Περσέφασσα, Αἰσχύλ. Χο. 490, Σοφ., κλ. Φερσέφασσα, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 894, Εὐρ. Ἑλ. 175· Φερσέφαττα Ἀριστοφ. Θεσμ. 287, Βάτρ. 671· Φερρέφαττα Πλάτ. Κρατ. 404C, πρβλ. Meineke εἰς Ἐπικράτην ἐν «Χορῷ» 1· ― ἡ θυγάτηρ τοῦ Διὸς καὶ τῆς Δήμητρος, Ἰλ. Ξ. 326, Ἡσ. Θ. 912· ― (ἀλλὰ τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας κατὰ τὸν Ὁμηρικ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 60)· ὁ Ἅιδης (Πλούτων) ἀπήγαγεν αὐτήν, καὶ ὡς σύζυγος αὐτοῦ αὕτη ἐβασίλευεν ἐν τῷ κάτω κόσμῳ, ἴδε Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ.: ― ὁ ναὸς αὐτῆς ἐκαλεῖτο Φερρεφάττιον, τό, Δημ. 1259. 5· -εῖον, Α. Β. 314. Πρβλ. Κόρα. Ἡ ταύτοτης αὐτῆς μετὰ τῆς παρὰ Λατ. Proserpina εἶναι ἀμφίβολος, ἴδε Corssen Lat. Spr. 1. 243.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
Perséphonè (lat. Proserpina) fille de Zeus et de Déméter, femme d’Hadès.
Étymologie: φέρω, φόνος.

Greek Monolingual

και Περσεφόνεια και Πηριφόνα και Πηρεφόνεια και Φερσεφόνη και Φερσεφονείη και Περσέφασσα και Φερσέφασσα και Φερσέφαττα και Φερρέφαττα, η, ΝΜΑ
μυθ. κόρη του Διός και της Δήμητρος, θεά του Κάτω Κόσμου, βλαστητική θεότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το ανθρωπωνύμιο παρουσιάζει τη μορφή συνθέτου με πολλές μορφικές ποικιλίες, από τις οποίες είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ποια είναι η αρχική. Αν υποτεθεί ότι αρχική μορφή του α' συνθετικού είναι η Φερσε-, τότε ο τ. Περσε- έχει προέλθει με ανομοίωση τών δασέων (Φερσεφόνη > Περσεφόνη), οι τ. Πήρε- και Φερρε- με φωνητικές τροποποιήσεις που οφείλονται στο συμφωνικό σύμπλεγμα -ρσ-, ενώ ο τ. Πηρι- αναλογικά προς τα ανθρωπωνύμια σε Ἀρχι-, Κατ' άλλους, αρχική μορφή του α' συνθετικού θεωρείται η Περσε-, ενώ η Φερσε- έχει προέλθει με τροπή του ψιλού Π- σε δασύ Φ- αφομοιωτικά προς το -φ- που ακολουθεί. Ίδια σύγχυση επικρατεί και για το β' συνθετικό της λ., όπου ο τ. -φᾰσσα / -φᾰττα θα προϋπέθετε τη συνεσταλμένη βαθμίδα του -φόνη με επίθημα -t- (-n-t-yә2). H αναγωγή του β' συνθετικού -φόνη στο προσηγορικό φόνος και στο ρ. θείνω «χτυπώ» φαίνεται μάλλον απίθανη, αφού κατά την παράδοση η Περσεφόνη δεν ήταν φόνισσα. Πιθανότερη φαίνεται η άποψη που ανάγει το α' συνθετικό σε αμάρτυρο ουδ. φέρος (< φέρω) και το β' συνθετικό στη ρίζα ghwen- «αφθονία, πλούτος» (πρβλ. ευθενώ), οπότε το όνομα Περσεφόνη δήλωνε τη θεά που προσφέρει αφθονία, πλούτο. Η τελευταία μάλιστα άποψη συμφωνεί με τις παραδόσεις που αναφέρονται στην Περσεφόνη και στη Δήμητρα. Πιθανότερη ωστόσο όλων τών προηγουμένων είναι η άποψη ότι πρόκειται για δάνεια λ. από το προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα].

Greek Monotonic

Περσεφόνη: ἡ, Επικ. Περσεφόνεια, επίσης Φερσεφόνη, Περσέφασσα, Φερσέφασσα, Φερσέφαττα· η Περσεφόνη, Λατ. Proserpina, κόρη του Δία και της Δήμητρας, σε Ομήρ. Ιλ.· ο Άδης (Πλούτων) την απήγαγε και ως σύζυγός του συνέχισε να βασιλεύει στον Κάτω Κόσμο, βλ. Ομήρ. Ύμν., σε Δημ.· ο ναός της καλείται Φερρεφάτιον, τό, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

Περσεφόνη: ἡ Персефона (дочь Зевса и Деметры, супруга Гадеса-Плутона, владычица подземного царства, ее эпитеты: περικαλλής Hom. «прекрасная», ἀγαυή Hom., HH, Hes., Trag. etc. «славная», ἐπαινή Hom. «страшная»).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: Spouse of Hades (Pluto), queen of the underworld; as a daughter of Demeter, identified as Κόρη (Ion. since h. Cer. and Hes.)
Other forms: -φόνεια (Il. a. Od.). Several byforms: Φερσε-φόνα (Simon., Pi., Thess.), -φόνεια (H.), Πηριφόνα (Locr.), Πηρεφόνεια (Lac. after H.); with diff. ending: Περσέ-φασσα (A.), Φερσέ-φασσα (S., E.), Φερρέ-φαττα (Pl., Ar., Att. inscr.) a.o. (P.-W. 19, 945ff., Kretschmer Glotta 24, 236) with the sanctuary Φερ(ρ)εφάττ-ιον n. (D., AB).
Derivatives: From it the plantname Περσεφόνιον, Φερ- (Ps.-Dsc.), s. Strömberg Pfl. 100 w. lit.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: As common basis of the "1. member" one may posit Φερσε-; from there through breath-dissimilation, comp.lengthening etc. the diff. forms; Πηρι- after Ἀρχι- a.o. (cf. Schwyzer 281 a. 444). Orig. Περσε- is however quite as well possible; then Φερσε- through assimilation to -φασσα. For -φόνεια beside -φόνη cf. Πηνελόπεια beside ; -φασσα, -φαττα from *-φατ-ι̯α can have had an orig. nasal (-n̥-t-i̯ǝ), through which -φασσα would come closer to -φόνη (and -φόν-της). -- Without convincing etymology. The "2. member" is often connected with φόνος murder, θείνω kill (Eust. on κ 491, Fick-Bechtel PN 465, Kretschmer Glotta 24, 236 f.) by diff. interpretation of the 1. member. After Ehrlich KZ 39, 560 ff. however "the one rich in produce", from a noun *φέρος and IE *gʷhen- swell, to be full of (which one supposes a. o. in εὑθενέω [s. v.]); in spite of the agreement of Fraenkel Lexis 3, 61 ff. and Heubeck Beitr. z. Namenforsch. 5, 28 ff. (with lit.) not to be recommended. Pelasgian hypothesis, partly following Ehrlich, by v. Windekens Beitr. z. Namenforsch. 8, 168 ff. -- As long as no better explanations from IE are put forward, the word must be considered Pre-Greek; thus a.o. v. Wilamowitz Glaube 1, 108f. w. n. 3, Nilsson Gr. Rel. 1, 474.

Middle Liddell

Περσεφόνη, ἡ,
Persephone, Proserpine, daughter of Zeus and Demeter, Il.: Hades carried her off, and as his consort she continued to reign in the lower world, see Hhymn. Cer.:— her temple is called Φερρεφάττιον, ου, τό, Dem.

Frisk Etymology German

Περσεφόνη: (ion. seit h. Cer. und Hes.),
{Persephónē}
Forms: -φόνεια (Il. u. Od.). Mehrere Nebenformen: Φερσεφόνα (Simon., Pi., thess.), -φόνεια (H.), Πηριφόνα (lokr.), Πηρεφόνεια (lak. nach H.); mit anders geformtem Ausgang: Περσέφασσα (A.), Περσέφασσα (S., E.), Φερρέφαττα (Pl., Ar., att. Inschr.) u.a. (P.-W. 19, 945ff., Kretschmer Glotta 24, 236) mit dem Heiligtum Φερ(ρ)εφάττιον n. (D., AB).
Grammar: f.
Meaning: Gemahlin des Hades (Pluton), Königin der Unterwelt, als Tochter der Demeter mit Κόρη identifiziert.
Derivative: Davon der Pfl.n. Περσεφόνιον, Φερ- (Ps.-Dsk.), s. Strömberg Pfl. 100 m. Lit.
Etymology : Als gemeinsame Grundlage des "Vorderglieds" läßt sich Φερσε- ansetzen; daraus durch Hauchdissimilation, Ersatzdehnung usw. die verschiedenen Formen; Πηρι- nach Ἀρχι- u.a. (vgl. Schwyzer 281 u. 444). Urspr. Περσε- ist jedoch ebensogut denkbar; dann Φερσε- durch Assimilation an -φασσα. Zu -φόνεια neben -φόνη vgl. Πηνελόπει neben -η; -φασσα, -φαττα aus *-φατι̯α kann einen urspr. Nasal (--t-i̯ə) enthalten haben, wodurch -φασσα näher an -φόνη (und -φόντης) rücken würde. — Ohne überzeugende Etymologie. Das "Hinterglied" wird oft mit φόνος Totschlag, θείνω töten verbunden (Eust. zu κ 491, Fick-Bechtel PN 465, Kretschmer Glotta 24, 236 f.) unter verschiedener Auffassung des Anfangsteils. Nach Ehrlich KZ 39, 560 ff. dagegen "die Ertragreiche", von einem Nomen *φέρος und idg. *gʷhen- schwellen, strotzen (das u.a. in εὐθενέω [s. d.] gesucht wird); trotz der Zustimmung von Fraenkel Lexis 3, 61 ff. und Heubeck Beitr. z. Namenforsch. 5, 28 ff. (wo auch Lit.) nicht zu empfehlen. Pelasgische Hypothese, z.T. sich an Ehrlich anschließend, von v. Windekens Beitr. z. Namenforsch. 8, 168 ff. — Solange keine besseren Erklärungen aus dem Idg. vorgebracht werden, muß das Wort als vorgriechisch gelten; so u.a. v. Wilamowitz Glaube 1, 108f. m. A. 3, Nilsson Gr. Rel. 1, 474.
Page 2,517-518

Wikipedia EN

AMI - Isis-Persephone.jpg
AMI - Isis-Persephone

In Greek mythology, Persephone (/pərˈsɛfəni/ pər-SEF-ə-nee; Greek: Περσεφόνη), also called Kore (/ˈkɔːriː/ KOR-ee; Greek: Κόρη; "the maiden"), is the daughter of Zeus and Demeter. Homer describes her as the formidable, venerable, majestic queen of the underworld, who carries into effect the curses of men upon the souls of the dead. She becomes the queen of the underworld through her abduction by and subsequent marriage to Hades, the god of the underworld. The myth of her abduction represents her function as the personification of vegetation, which shoots forth in spring and withdraws into the earth after harvest; hence, she is also associated with spring as well as the fertility of vegetation. Similar myths appear in the Orient, in the cults of male gods like Attis, Adonis, and Osiris, and in Minoan Crete.

Persephone as a vegetation goddess and her mother Demeter were the central figures of the Eleusinian Mysteries, which promised the initiated a more enjoyable prospect after death. In some versions, Persephone is the mother of Zeus' sons Dionysus, Iacchus, or Zagreus. The origins of her cult are uncertain, but it was based on very old agrarian cults of agricultural communities.

Persephone was commonly worshipped along with Demeter and with the same mysteries. To her alone were dedicated the mysteries celebrated at Athens in the month of Anthesterion. In Classical Greek art, Persephone is invariably portrayed robed, often carrying a sheaf of grain. She may appear as a mystical divinity with a sceptre and a little box, but she was mostly represented in the process of being carried off by Hades.

In Roman mythology, she is called Proserpina.

Wikipedia FR

Dans la mythologie grecque, Perséphone (en grec ancien Περσεφόνη / Persephónê, chez Homère et Pamphos d'Athènes Περσεφόνεια / Persephóneia) est une des principales divinités chthoniennes, fille de Zeus et de Déméter et aussi épouse d'Hadès. Elle est d'abord connue sous le simple nom de Coré (Κόρη / Kórê, « la jeune fille »1), ou encore « la fille », par opposition à Déméter, « la mère » (ἡ Μήτηρ / hê Mếtêr). Déesse du monde souterrain (les Enfers), elle est également associée au retour de la végétation lors du printemps dans la mesure où chaque année, elle revient six mois sur Terre puis six mois dans le royaume souterrain avec Hadès, notamment dans les mystères d'Éleusis. Elle est assimilée à Proserpine (en latin Proserpina) dans la mythologie romaine.

Wikipedia EL

Η Περσεφόνη ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας και του αδελφού του Δία. Ο Άδης (αναφερόμενος και Πλούτωνας) την ερωτεύτηκε και την ζήτησε από τον Δία.

Ο Πλούτωνας την απήγαγε, γνωρίζοντας πως δεν θα επέλεγε μια ζωή στο σκοτάδι. Μαζί του γέννησε τον Ζαγρέα, τον Ευβουλέα και τον Σαβάζιο. Ο Πλούτωνας την πήρε στον κάτω κόσμο για την ομορφιά της. Η Θεά Δήμητρα όμως τη ζήτησε πίσω. Ο Πλούτωνας συμφώνησε να ανεβαίνει η Περσεφόνη έξι μήνες στον πάνω κόσμο και να κατεβαίνει τους επόμενους έξι στον κάτω. Έτσι τους μήνες που η Περσεφόνη είναι στον πάνω κόσμο η Θεά Δήμητρα χαιρόταν και υπήρχε καλοκαιρία, ενώ τους άλλους κακοκαιρία.

Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στην Θεογονία του Ησιόδου. Ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα είναι η σημαντικότερη πηγή μας: περιγράφει πως συνέβη η αρπαγή στο Νύσιον πεδίον, όταν η Κόρη μάζευε άνθη σε ένα λιβάδι με συντροφιά παρθένων, των Ωκεανιδών νυμφών, της Αθηνάς και της Άρτεμης. Και ενώ μάζευε ένα νάρκισσο, άνοιξε η γη, ξεπήδησε ο Πλούτωνας με το άρμα του και την άρπαξε. Οι κραυγές για βοήθεια δεν ακούστηκαν από κανένα, εκτός από την Εκάτη και τον Ήλιο. Ο Δίας ήταν μακριά.

Wikipedia DE

Persephone (altgriechisch Περσεφόνη Persephónē) ist in der griechischen Mythologie eine Toten-, Unterwelt- und Fruchtbarkeitsgöttin. In der römischen Mythologie entspricht ihr Proserpina.

Sie ist Tochter des Zeus und seiner Schwester Demeter und trägt oft den Namen Kore (Κόρη, eigentlich „Mädchen“, in diesem Fall aber speziell „Tochter“) oder Kora.

Translations

f: Persefone; ar: بيرسيفون; az: Persefona; bar: Persephone; be_x_old: Пэрсэфона; be: Персефона; bg: Персефона; bn: পার্সিফোন; br: Persefone; bs: Perzefona; ca: Persèfone; co: Parsefuna; cs: Persefona; cv: Персефона; cy: Persephone; da: Persefone; de: Persephone; el: Περσεφόνη; en: Persephone; eo: Persefono; es: Perséfone; et: Persephone; eu: Pertsefone; fa: پرسفونه; fi: Persefone; fr: Perséphone; ga: Peirsifiné; gl: Perséfone; he: פרספונה; hi: पर्सिफ़ोनी; hr: Perzefona; hu: Perszephoné; hy: Պերսեփոնե; id: Persefone; it: Persefone; ja: ペルセポネー; jv: Persefone; ka: პერსეფონე; ko: 페르세포네; la: Persephone; lb: Persephone; lt: Persefonė; lv: Persefone; mk: Персефона (митологија); ml: പെർസഫനി; mr: पर्सेफनी; nl: Persephone (mythologie); no: Persefone; oc: Persefòna; pl: Persefona (córka Zeusa); pt: Perséfone; ro: Persefona; ru: Персефона; sco: Persephone; sc: Persefone; sh: Perzefona; simple: Persephone; sk: Persefoné; sl: Perzefona; sr: Персефона; sv: Persefone; th: เพอร์เซฟะนี; tl: Persephone; tr: Persefoni; tt: Persefona; uk: Персефона; vi: Persephone (thần thoại); war: Persephone; zh_min_nan: Persephone; zh: 珀耳塞福涅