Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Πυθαγόρας

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: Πῡθᾰγόρας Medium diacritics: Πυθαγόρας Low diacritics: Πυθαγόρας Capitals: ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
Transliteration A: Pythagóras Transliteration B: Pythagoras Transliteration C: Pythagoras Beta Code: *puqago/ras

English (LSJ)

ου, Ion. Πῡθᾰγόρ-ης, εω, ὁ, Pythagoras, Hdt.4.95, etc.

Greek (Liddell-Scott)

Πῡθᾰγόρας: -ου, Δωρ. α, ὁ, ὁ φιλόσοφος, Ἡρόδ. 4. 95, κτλ.· -ἐντεῦθεν Πῡθᾰγόρειος, ον, (Στράβ. 280, ὡσαύτως α, ον, Τζέτζ. Ἐπιστ. 523), Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 5, κ. ἀλλαχ.· καὶ Πῡθαγορικός, ή, όν, ὁ αὐτ. περὶ Ψυχ. 1, 3. 26· - Πῡθᾰγορίζω, εἶμαι ὀπαδὸς ἢ μαθητὴς τοῦ Πυθαγόρου, φρονῶ τὰ τοῦ Πυθαγόρου, Ἀντιφάν. ἐν Ἀδήλ. 1, Ἄλεξις ἐν «Ταραντίνοις» 1. 1, ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 395. - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τὸν τρόπον τοῦ Πυθαγ., Εὐσ. Ἐκκλ. Ἱστ. 4. 7, 7· Πῡθᾰγορισμός, ὁ, τὸ φρονεῖν τὰ τοῦ Πυθαγόρου δόγματα, «Πυθαγορισμοὶ καὶ λόγοι λεπτοὶ διεσμιλευμέναι τε φροντίδες τρέφουσ’ ἐκείνους» Ἄλεξις ἐν «Ταραντίνοις» 1. 7· -Πῡθᾰγοριστής, οῦ, Δωρ. ῑκτάς, ᾶ, ὁ, ὀπαδὸς ἢ μαθητὴς τοῦ Πυθαγόρου, Πυθαγόρειος· - οἱ τοιοῦτοι δὲ ἐσκώπτοντο ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων ποιητῶν, ἴδε τὴν «Πυθαγορίζουσαν» τοῦ Ἀλέξιδος, τὸν «Πυθαγοριστὴν» τοῦ Ἀριστοφῶντος (παρ’ Ἀθην. 161Α κἑξ.), πρβλ. Θεόκρ. 14. 5· - κατὰ τὸν Ὠριγένη ὁ μὲν Πυθαγοριστὴς ἦτο ἐξωτερικὸς μαθητὴς τοῦ Πυθαγόρου, ὁ δὲ Πυθαγόρειος (Ἄλεξις ἐν «Ταραντίνοις» 1) ἐσωτερικός· - θηλ. Πυθαγορίδες γυναῖκες Ἰάμβλιχ. ἐν βίῳ Πυθ. 267, ἐν τέλει.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
Pythagore, philosophe grec.
Étymologie: Πυθώ, ἀγορεύω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
κορυφαίος σοφός της αρχαιότητας, μαθηματικός και ιδρυτής της σχολής που φέρει το όνομα του και διαμόρφωσε αρχές οι οποίες επηρέασαν την πλατωνική και αριστοτέλεια σκέψη και συνέβαλαν στην ανάπτυξη τών μαθηματικών και της δυτικής φιλοσοφίας.

Greek Monotonic

Πῡθᾰγόρας: -ου, Δωρ. -α, ὁ, ο φιλόσοφος Πυθαγόρας, σε Ηρόδ. κ.λπ.· απ' όπου, Πῡθᾰγόρειος, -ον, Πῡθᾰγορικός, , -όν, αυτός που ανήκει στον Πυθαγόρα, σε Αριστ.· Πῡθᾰγορίζω, είμαι οπαδός του Πυθαγόρα κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

Πῡθᾰγόρᾱς: ион. Πῠθαγόρης, ου и ᾱ, ион. εω ὁ Пифагор
1) родом из Самоса, философ VI в. до н. э., основатель философской школы в Кротоне Her., Arst.;
2) спартанский наварх Xen.;
3) милетский полководец Her.;
4) родом из Регия, греч. ваятель V в. до н. э. Anth.

Middle Liddell


the philosopher Pythagoras, Hdt., etc.