Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγιος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ια και -ία, -ιο (AM ἅγιος, -ία, -ιον)
1. (για πρόσωπα) ενάρετος, ευσεβής
2. ονομασία του Θεού, του Πνεύματος, τών αγγέλων και τών οσίων και μαρτύρων της Εκκλησίας
3. (για πράγματα) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη λατρεία του Θεού, καθιερωμένος
4. εξαγνισμένος, καθαγιασμένος, ιερός, σεπτός
5. φρ. «τα Άγια τών Αγίων», το εσωτερικό μέρος της Σκηνής του Μαρτυρίου
μσν.- νεοελλ.
1. προσηγορία ή τίτλος εκκλησιαστικών προσώπων
2. φρ. «τα Αγια τών Αγίων», η μεγάλη είσοδος
νεοελλ.
1. ο φύλακας άγγελος, ο προστάτης κάθε χριστιανού
2. το αρσ. ως ουσ. ο Άγιος
τοπικός άγιος, πολιούχος
3. φρ. «κάνω κάποιον άγιο», παρακαλώ επίμονα κάποιον, τον ικετεύω σαν άγιο
«κάνω τον άγιο», υποκρίνομαι τον ενάρετο
4. επίρρ. άγια
πολύ σωστά
αρχ.-μσν.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἅγιον
ναός, άδυτο
2. (με μειωτική σημασία) καταραμένος, ανόσιος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Η ετυμολογία της λ. ἅγιος γεννά προβλήματα. Παλιότερα η λ. συνδέθηκε ετυμολογικά, λόγω της στενής σημασιολογικής της σχέσεως με το λατ. sac-er «ιερός» από ρίζα sac- που θα έδινε όμως στην Ελληνική ἁκ-, όχι ἁγ-. Η αξεπέραστη αυτή δυσχέρεια ερμηνείας του γ (αντί κ) στο ἅγιος αφ' ενός και η σειρά τών ομορρίζων ἅζομαι, ἁγνός και, πιθανότατα, ἄγος (με τα σύνθετα και τα παράγωγα τους) αφ’ ετέρου, που επιτρέπουν βέβαιη σύνδεση με την ΙΕ ρίζα yag-, οδηγούν σε αναθεώρηση της ετυμολογίας του ἅγιος. Έτσι με μεγαλύτερη βεβαιότητα το ἅγιος μπορεί να παραχθεί από αρχ. τ. yag-ios αναγόμενο σε ΙΕ ρίζα yag-, που σημαίνει «τιμώ» (με θρησκευτική έννοια). Η λ. ἅγιος, άγνωστη στον Όμηρο, στον Ησίοδο και στους τραγικούς, χρησιμοποιήθηκε από τον Ηρόδοτο και εξής για να χαρακτηρίσει κυρίως τόπους ή πράγματα που προκαλούν σεβασμό λόγω της συνδέσεως τους με το θείοσεβαστός, ιερός») ή και απέχθεια, γιατί παραβιάζουν την ιερότητα του θείου, («καταραμένος, μιαρός»). Αργότερα στους χριστιανικούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε για αφιερωμένα σε κάτι ιερό πρόσωπα, δηλώνοντας μέχρι σήμερα την αγιότητα του προσώπου (ο άγιος Ιωάννης). Με καλή πάντοτε σημασία, τόσο για πρόσωπα όσο και για πράγματα, χρησιμοποιήθηκε από τον Όμηρο ήδη και εξής η λ. ἁγνός (πρβλ. αρχ. ινδ. yajna-), που, αφού για καιρό χρησιμοποιήθηκε παράλληλα προς το ἅγιος, τελικά υποκαταστάθηκε απ’ αυτό, εξακολουθώντας να υπάρχει στη Ν. Ελληνική κυρίως με την έννοια του «ανόθευτος» (ηθικά και υλικά). Τέλος, αν δεχτούμε ότι το ἅγιος ανάγεται σε αρχικό δασυνόμενο τύπο ἅγος, (πρβλ. τα επιγραφικώς μαρτυρούμενα εὐhαγής και περhαγής με δάσυνση του ἁγής), πρόκειται για ομόρριζη λέξη που από την αρχική γενική σημασία «του αντικειμένου θρησκευτικής ευλάβειας και φόβου» περιορίστηκε βαθμηδόν στη σημασία του «μίασμα, βδέλυγμα, ανοσιούργημα» (που απαιτεί εξαγνισμό). Η τελευταία αυτή σημασία οδήγησε, κατά μία άποψη, στην ψίλωση της λ. (ἄγος), για να διακριθεί στην προφορά ή κακόσημη έννοια του ἄγος από τις λ. ἅγιος, ἁγνός, ἅζομαι (και τα ομόρριζα).
ΠΑΡ. αγιάζω
αρχ.
ἁγίζω, ἁγιότης, ἁγιστεία, ἁγίστευμα, ἁγιστεύω, ἁγιστός, ἁγιωσύνη
μσν.
ἁγιώδης, ἁγίως νεοελλ. αγιαστούρα.
ΣΥΝΘ. μσν. ἁγιαφόρος, ἁγιόγραφος, ἁγιοδρόμος, ἁγιολεκτέω (λέγω), ἁγιοποιός, ἁγιοπρέπεια.