Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άμορος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

(I)
ἄμορος, -ον (Α) μόρος
1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.)
2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης «κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον» (Σοφ.).
(II)
-η, -ον
1. άφαντος «έγινεν άμορος»
2. το ουδ. ως ουσ. άμορο, το
το ποντίκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας
συνδέεται πιθ. με το άμοιρος].
(III)
-η, -ο αμορίλα
1. τεμπέλης, φυγόπονος, ακαμάτης
2. ανίκανος, ανάξιος
«άμορος άνθρωπος, τί περιμένεις»
3. κακός, ελαττωματικός, άγονος (για χωράφι)
«άμορο χούι» κακή συνήθεια
4. άτυχος, κακορίζικος «Στον άμορο τον τόπο το Μάη μήνα χιόνιζε»
5. δυσοίωνος «τί ήρθαν οι πόστες άμορες και τα φερμάνια μαύρα».