Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άντερο

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το
1. το έντερο
2. στον πληθ. τα άντερα
γενικά τα εντόσθια, τα σπλάχνα
3. φρ. «στριμμένο άντερο» — ο δύστροπος
«μου γυρίζουν τ' άντερα» — αισθάνομαι αηδία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. άντερον, με προληπτική ανομοίωση του ε σε α ή παρετυμολογική σύνδεση προς το αντί- < αρχ. έντερον.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. α' συνθετ. αντερο-βγάλτης, αντεροκαίομαι, αντερόλυσσα, αντεροσπασμός, αντεροσφάχτης
β' συνθετ. σπληνάντερο, τυφλάντερο].